Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο τελικός του Κυπέλλου Ελλάδος το περασμένο Σάββατο πρέπει να καταγραφεί ως ο θρίαμβος του ελληνικού συστήματος ποδοσφαίρου, της ελληνικής εκδοχής του τρόπου παιχνιδιού που οι Ολλανδοί δημιούργησαν και ονόμασαν totaalvoetbal – το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο. Οι Ολλανδοί, τυπολάτρες και ψύχραιμοι, περιορίστηκαν στο να εφαρμόζουν αυτό το σύστημα μόνο εντός των γραμμών του γηπέδου. Οι Ελληνες, όμως, ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, παθιασμένοι και ευρηματικοί, πήραμε την ιδέα και την προσαρμόσαμε στις δικές μας συνθήκες, στη δική μας νοοτροπία. Ετσι, ένας τελικός Κυπέλλου καταντάει να διεξάγεται ερήμην των οπαδών, με ξένους διαιτητές, με μόνο 1.000 φιλάθλους (υποτιθέμενοι VIP επιλεγμένοι από τις ομάδες), με την παρουσία 3.000 αστυνομικών. Οταν και αυτός ο αγώνας περιλαμβάνει βιαιοπραγίες μεταξύ των «VIP» και της αστυνομίας, μπορούμε να μιλάμε για την απόλυτη δικαίωση της εθνικής μοναδικότητάς μας. Φέρνουμε τα πάντα στα μέτρα μας. Εάν αυτό οδηγεί στην απομόνωση, στην υπονόμευση των προοπτικών μας λόγω της απουσίας αξιόλογων αντιπάλων, στην καταδίκη να είμαστε απροετοίμαστοι για τις εξελίξεις, ας είναι. Σημασία δεν έχει ο αγώνας αλλά η νίκη. Εάν δεν υπάρχει αντίπαλος, τόσο το καλύτερο – η νίκη είναι εξασφαλισμένη. Οπως στις φοιτητικές εκλογές, δηλαδή.

Σύμφωνα με το totaalvoetbal, κάθε παίκτης μπορεί να παίζει τον ρόλο όλων των συμπαικτών όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία. Οπως γράφει ο Αγγλος δημοσιογράφος Ντέιβιντ Ουίνερ (David Winner) στο βιβλίο «Total Football: Η αγχώδης ευφυΐα του ολλανδικού ποδοσφαίρου» (εκδόσεις Δίαυλος), το σύστημα βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην αντίληψη ότι η ομάδα, με τις κινήσεις της, αυξομειώνει την επιφάνεια του χώρου στον οποίον διεξάγεται ο αγώνας. Η ομάδα που έχει την μπάλα μπορεί να «διευρύνει» τον χώρο, εκμεταλλευόμενη κάθε σπιθαμή του γηπέδου, ενώ όταν οι αντίπαλοι είχαν την μπάλα, οι άλλοι προσπαθούν να τους στερήσουν χώρο. Για να έχουν αυτή την πρωτοβουλία κινήσεων, για να ξεδιπλώσουν τις στρατηγικές τους, οι ομάδες απαιτούν παίκτες με μεγάλη φυσική αντοχή και υψηλότατη τεχνική κατάρτιση. Ο Γιόχαν Κρόιφ μετέφερε το μήνυμα στα γήπεδα της Ευρώπης, μαζί με την αντίληψη ότι δεν αρκούσε η τακτική να είναι αποτελεσματική, αλλά και το θέαμα έπρεπε να είναι όμορφο.

Στην Ελλάδα η αντίληψη του totaalvoetbal βρήκε γόνιμο έδαφος. Οχι τόσο στο επίπεδο των παικτών, όπου ήταν δύσκολο πολλοί να πετύχουν τον βαθμό φυσικής αντοχής και τεχνικής κατάρτισης που το σύστημα απαιτεί, αλλά στο σύνολο του χώρου του ποδοσφαίρου. Εάν ο Κρόιφ και η παρέα του θεωρούσαν όλο το γήπεδο προνομιακό χώρο για τις τακτικές τους, εάν ο κάθε παίκτης μπορούσε να παίξει σε κάθε θέση, τότε στην Ελλάδα εμείς μπορούσαμε να πάμε παραπέρα. Ετσι, ο κάθε παράγοντας, ο κάθε οπαδός, αναλάμβανε την ευθύνη να συνεισφέρει στη νίκη της ομάδας από τη δική του πλευρά. Η χειραγώγηση αγώνων, η εξόντωση των οπαδών της αντίπαλης ομάδας (μεταφορικώς και ενίοτε κυριολεκτικώς), ο καθημερινός εμπρησμός που χαρακτηρίζει τον «φίλαθλο» Τύπο, η σπουδή με την οποία πολιτικοί και κρατικοί παράγοντες ικανοποιούν τα αιτήματα των ιδιοκτητών και ομάδων, ο απόλυτος διχασμός, όπου η δική μας ομάδα είναι πάντα ανώτερη και πάντα αδικημένη, συνδέθηκαν μέσα σε μια νοοτροπία όπου κάθε μέσο είναι θεμιτό εφόσον συμβάλλει στη νίκη της ομάδας μας.

Totaalvoetbal, λοιπόν, εντός και εκτός γηπέδου. Με αναπόφευκτο αποτέλεσμα, την ακόμη μεγαλύτερη ανάμειξη ασχέτων, την αποδυνάμωση του ίδιου του ποδοσφαίρου και την ολοένα μεγαλύτερη «ποδοσφαιροποίηση» της πολιτικής ζωής και της κοινωνίας. Ο φανατισμός –όχι μόνο αχαλίνωτος από την πλευρά των οπαδών αλλά με τη ζωηρή ενθάρρυνση των ιδιοκτητών και πολιτικών σε αναζήτηση «νομιμοποίησης», στήριξης και πελατείας– έγινε και μέσο και σκοπός. Η βία άδειασε τα γήπεδα από τους περισσότερους φιλάθλους, αφήνοντάς τα έρμαιο στους οργανωμένους που ανέλαβαν την ιερή ευθύνη να στηρίξουν την ομάδα πράττοντας ό,τι αυτοί ήθελαν. Το σκληρό πάρε-δώσε με τις διοικήσεις έδωσε σε αυτές τις ομάδες οργανωμένων την αίσθηση ότι συνδιοικούν, ενθαρρύνοντάς τις σε ακόμη πιο απόλυτες θέσεις, απαιτήσεις και συμπεριφορές.

Σημαντικό στοιχείο της ταυτότητας των φανατικών οπαδών –και συγκολλητικό υλικό μεταξύ τους– είναι ένα σύμπλεγμα ανωτερότητας και η ιδέα ότι αντιστέκονται στην αδικία που πάντα πλήττει την ομάδα τους. Οι ομάδες και οι οπαδοί είναι κομμάτι της κοινωνίας, η αίσθηση της κοινωνικής αδικίας συμβάλλει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των οργανωμένων οπαδών και της συμπεριφοράς τους. Στα χρόνια της κρίσης, οι εντάσεις που προκλήθηκαν στην πολιτική και στην κοινωνία προστέθηκαν στα ποδοσφαιρικά πάθη, ενώ η οργή του φανατικού οπαδού έγινε γλώσσα πολλών πολιτικών. Μέσα σε όλη την ταραχή, η άνοδος των άκρων στην πολιτική βρήκε έκφραση και μεταξύ των φανατικών οπαδών, με κάθε πλευρά να θεωρεί την «αδικία» εναντίον της ως δικαιολογία για περισσότερο θυμό και διχασμό. Η κατάσταση του ελληνικού ποδοσφαίρου είναι το αποτέλεσμα.

Ετσι, όταν οι οπαδοί ομάδων (με ρίζες στις στάχτες της προσφυγιάς) βρέθηκαν στον τελικό Κυπέλλου, αντί να γιορτάσουν, ξέσπασαν σε βία. Σαν να είναι υποχρέωση, αναπόσπαστο μέρος του αγώνα. Το ότι αυτό συνέβαινε και πριν, αλλά εντάθηκε τελευταίως, υποδεικνύει ότι το κορυφαίο δικό μας άθλημα είναι η αδελφοκτονία. Πάντα αδικημένοι, απολύτως δικαιωμένοι, παίζουμε μόνοι και χάνουμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ