ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γιώργος Πρεβελάκης: Τα δεινά των υδρογονανθράκων

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ*

«Είναι πολλά τα μακροπρόθεσμα εθνικά διακυβεύματα για να θυσιαστούν στον βωμό κάποιων, κυρίως ξένων, οικονομικών συμφερόντων. Δεν πρέπει οι υδρογονάνθρακες να γίνουν και στα καθ’ ημάς πηγή δεινών».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εβδομήντα χρόνια μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η οικονομική σύγκλιση και η ευρύτερη συνεργασία ανάμεσα στη Γαλλία και στη Γερμανία φαίνονται απολύτως φυσικές. Η αλληλοδιείσδυση των δύο οικονομιών, η δημιουργία μιας τεράστιας αγοράς και ο ρόλος του γαλλογερμανικού διπόλου στην οργάνωση του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου αναβάθμισαν τις οικονομικές προοπτικές και τη θέση των δύο χωρών στη διεθνή σκηνή. Εντούτοις, την επομένη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η εξέλιξη αυτή δεν έμοιαζε καθόλου πιθανή. Η αλληλοεξόντωση Γάλλων και Γερμανών, κυρίως κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η γερμανική κατοχή και τα ναζιστικά εγκλήματα λειτουργούσαν καταλυτικά, απαγορευτικά σε κάθε προσέγγιση.

Πολύ αίμα χωρίζει Ελληνες και Τούρκους. Ομως, όπως και στη γαλλογερμανική περίπτωση, τα οφέλη από μιαν ενδεχόμενη στενή συνεργασία θα ήσαν τεράστια. Τα ελληνικά και τα τουρκικά εδάφη ελέγχουν από κοινού ένα σημαντικό παγκόσμιο σταυροδρόμι. Αυτή η γεωγραφική θέση εξασφάλισε την ισχύ και την αίγλη της βυζαντινής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας, πριν οι εμπορικές ροές στραφούν προς τον Ατλαντικό. Σήμερα, η ραγδαία άνοδος της Κίνας στο παγκόσμιο στερέωμα ανανεώνει τις παλαιές γεωοικονομικές λογικές. Μπορούν, άραγε, η Ελλάδα και η Τουρκία να ακολουθήσουν τη γαλλογερμανική εμπειρία, ώστε να συν-αξιοποιήσουν τις νέες δυνατότητες;

Οι προσπάθειες για μια ελληνοτουρκική σύγκλιση ξεκίνησαν αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Μουσταφά Κεμάλ διέκριναν το όφελος το οποίο θα μπορούσαν να αποκομίσουν οι λαοί τους από μιαν οιονεί επανενοποίηση του χώρου γύρω από το Αιγαίο. Εκτοτε, όμως, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διανύουν κύκλους, συχνά με φάσεις σοβαρής επιδείνωσης.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις, τη γαλλογερμανική και την ελληνοτουρκική, εν πολλοίς ανάγεται στους εξωτερικούς παράγοντες. Την ίδια περίπου εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κινητοποίησαν όλες τις οικονομικές και διπλωματικές τους δυνατότητες εις όφελος της γαλλογερμανικής σύγκλισης, η Αγγλία άσκησε πολιτική διαιρείν και βασιλεύειν στην Ανατολική Μεσόγειο. Για τις ΗΠΑ προείχε η ισχυροποίηση της Δυτικής Ευρώπης γύρω από τον γαλλογερμανικό άξονα απέναντι στη σοβιετική απειλή. Για την Αγγλία, η αντιμετώπιση των αντιαποικιοκρατικών κινημάτων αποτελούσε πρώτη προτεραιότητα. Το αγγλογενές κυπριακό ζήτημα ανέστειλε τη δυνατότητα να συσταθεί ένας ελληνοτουρκικός πόλος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ο οποίος, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, θα είχε δομήσει οικονομικά και πολιτικά ολόκληρη την περιοχή. Ενα τέτοιο σύνολο θα μπορούσε να ασκήσει σταθεροποιητική επιρροή στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.

Το 1999 οι σεισμοί αναβίωσαν την ελληνοτουρκική προσέγγιση. Ομως, η κύρια πηγή διχογνωμίας, το Κυπριακό, δεν ξεπεράστηκε. Η γεωπολιτική των υδρογονανθράκων, καθώς και η αναστροφή των συμμαχιών στην Ανατολική Μεσόγειο μετά την κρίση στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις, έχουν ενισχύσει τις δομές οι οποίες αποτρέπουν την ελληνοτουρκική σύγκλιση.

Η Ελλάδα και η Κύπρος θεωρούν ότι διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της Τουρκίας στη νέα αντιπαράθεση: διεθνές δίκαιο, υποστήριξη από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, στενή συνεργασία με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Ομως, ο εφησυχασμός δεν δικαιολογείται. Στην αναμέτρηση με την Ελλάδα και την Κύπρο, η Τουρκία διαθέτει σοβαρά όπλα, πέραν της στρατιωτικής ισχύος. Αποτελεί ένα σημαντικό έρεισμα στις δυτικο-ασιατικές γεωπολιτικές ισορροπίες. Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ, παρά τις διακηρύξεις τους, αν κλιμακωθεί η κρίση δεν θα διακινδυνεύσουν να απολέσουν την Τουρκία. Υπάρχει, άλλωστε, το προηγούμενο της Μικρασιατικής Καταστροφής... Επίσης, η συμμαχία με το Ισραήλ, μολονότι πολύτιμη, είναι πολύ πρόσφατη. Δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί οι αναγκαίοι δεσμοί εμπιστοσύνης, ώστε να μπορεί να ανθέξει σε σοβαρές εντάσεις. Η Αίγυπτος, τέλος, έχει εσωτερικά προβλήματα τα οποία είναι άγνωστο πώς θα καταλήξουν. Ούτως ή άλλως, δεν είναι προς το μακροπρόθεσμο συμφέρον της Ελλάδος να οδηγηθεί σε ρήξη με την Τουρκία. Αντιθέτως, πρέπει να διατηρηθεί το όραμα της συμφιλίωσης και της συνεργασίας. Οπως το 1999, απρόβλεπτες συνθήκες ενδέχεται να το αναζωογονήσουν.

Ο γεωπολιτικός ορίζων της περιοχής μας είναι σκοτεινός. Η Ελλάδα δεν μπορεί να επηρεάσει τις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, τις συνέπειες των οποίων υφίσταται αναγκαστικά. Μπορεί, όμως, να εξασφαλίσει το εθνικό οικοδόμημα, καλλιεργώντας σχέσεις καλής γειτονίας. Ανάλογα είναι και τα τουρκικά συμφέροντα. Πρέπει να κινητοποιηθεί η διπλωματία προς την κατεύθυνση της συνδιαλλαγής, όχι μόνον για να αντιμετωπιστούν οι άμεσοι κίνδυνοι, αλλά και για να διατηρηθεί η ελπίδα για μιαν ελληνοτουρκική συνεννόηση, στο πρότυπο της γαλλογερμανικής. Είναι πολλά τα μακροπρόθεσμα εθνικά διακυβεύματα για να θυσιαστούν στον βωμό κάποιων, κυρίως ξένων, οικονομικών συμφερόντων. Δεν πρέπει οι υδρογονάνθρακες να γίνουν και στα καθ’ ημάς πηγή δεινών.

* Ο κ. Γιώργος Πρεβελάκης είναι καθηγητής Γεωπολιτικής στη Σορβόννη (Paris I).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ