ΕΛΛΑΔΑ

Ερωτας... για την παραμονή στη χώρα

ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα όρια μεταξύ εικονικού και πραγματικού ερωτικού δεσμού είναι δυσδιάκριτα. Στην περίπτωση του Ζεράρ Ντεπαρντιέ και της Αντι Μακ Ντάουελ, στην ταινία «Πράσινη κάρτα», ο έρωτας νίκησε τη λογική.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Πώς ονομάζονται οι γονείς του συμβίου σας;». «Πού βρίσκεται το πλησιέστερο στο σπίτι σας φαρμακείο;». «Τι φάγατε χθες;». «Εχει κάποια αλλεργία η γυναίκα σας;». Οι παραπάνω ερωτήσεις δείχνουν απλοϊκές, όταν όμως απαντώνται σωστά αποτελούν μια ισχυρή ένδειξη ότι η συμβίωση δύο ανθρώπων... υφίσταται.

Αλλωστε, ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι η (κινηματογραφική) άγνοια του Ζεράρ Ντεπαρντιέ για το πού βρισκόταν η τουαλέτα στο σπίτι της Αντι Μακ Ντάουελ σχεδόν του στοίχισε την... «πράσινη κάρτα» στην ομώνυμη ταινία του 1990; Την εποχή εκείνη αποτελούσε, ίσως, συλλογικό όνειρο, ακόμα και Ευρωπαίων, η άδεια παραμονής και εργασίας στις ΗΠΑ. Σήμερα, το «american dream» χιλιάδων πολιτών τρίτων χωρών είναι η άδεια παραμονής στην Ελλάδα και κατ' επέκταση στην Ε.Ε. Ενας από τους πιο εύκολους «δρόμους» υπήρξε ανέκαθεν η άδεια παραμονής συγγενούς Ευρωπαίου πολίτη.

Οι έλεγχοι εγκυρότητας των συμφώνων συμβίωσης μεταξύ πολιτών της Ε.Ε. και τρίτων χωρών, αποτελούν «ρουτίνα» για τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, που είναι από τον περασμένο Σεπτέμβριο εκ νέου αρμόδιες για την έκδοση των αδειών παραμονής. Εχοντας τα παραπάνω υπόψη πολλοί υποψήφιοι αποστηθίζουν επιμελώς τα SOS από το βιογραφικό και τις συνήθειες του συντρόφου τους.

«Κάποιες φορές είναι πασιφανές ότι πρόκειται για λευκό σύμφωνο», λέει στην «Κ» συμμετέχων στις επιτροπές που εξετάζουν τα ζευγάρια, τα οποία καλούνται από κοινού, αλλά απαντούν κατ’ αντιπαράθεση. «Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχουν καμία κοινή γλώσσα επικοινωνίας και είναι απορίας άξιον πώς συνεννοούνται». Αλλοτε η διαφορά ηλικίας είναι χαώδης. «Εξετάσαμε ένα ζευγάρι με πάνω από εξήντα χρόνια διαφορά: η κοπέλα μιλούσε στον υπερήλικα συμβίο της στον πληθυντικό, τον αποκαλούσε “κ. Γιώργο”». Η γλώσσα του σώματος, η αγωνία ή η επιτηδευμένη άνεση «ξεσκεπάζουν» συχνά όσους έχουν κάτι να καλύψουν. «Οι περισσότεροι, πάντως, που δεν είναι νομότυποι, δεν ανταποκρίνονται καν στην έγγραφη πρόσκλησή μας στη διεύθυνση κατοικίας που μας έχουν δηλώσει». Απ’ όσους εντέλει εξετάζονται, οι περισσότεροι παίρνουν το πράσινο φως, εκτός κραυγαλέων περιπτώσεων.

Το φαινόμενο, βέβαια, δεν είναι καινούργιο, «λευκοί γάμοι» συνάπτονταν ανέκαθεν, όπως όταν ήρθε στην επικαιρότητα το 2013 η εξιχνίαση του κυκλώματος εικονικών γάμων, το οποίο μάλιστα πραγματοποιούσε συστηματικά γάμους στο δημαρχείο Κάτω Αχαΐας. Ο ζήλος των Ελλήνων γυναικών, μάλιστα, υπήρξε τέτοιος, που ορισμένες παντρεύτηκαν δύο αλλοδαπούς άνδρες εντός λίγων ημερών. Η καθιέρωση των συμφώνων συμβίωσης χάρη στο χαμηλό τους κόστος και στην εύκολη λύση τους, δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για την αύξηση των «ύποπτων» ζευγαριών.

Ορισμένοι εθνοτικοί συνδυασμοί κινούν... υποψίες. «Προ συμφώνου συνηθίζονταν οι πολιτικοί γάμοι μεταξύ Νιγηριανών ή Πακιστανών και Βουλγάρων Ρομά, ενώ γυναίκες από την πρώην Ανατολική Ευρώπη έρχονταν με βίζα στην Ελλάδα και δύο μήνες αργότερα παντρεύονταν· αυτά συνέβαιναν σσυνεχώς» επισημαίνει ο ίδιος, που και τότε συμμετείχε στις επιτροπές ελέγχου των πολιτικών γάμων. «Σήμερα είναι “της μόδας” ζευγάρια, στα οποία ο άνδρας είναι από την Αλβανία και η γυναίκα Ελληνίδα Ρομά».

Οι «προξενητές»

Εν προκειμένω, πρόκειται για «προξενιά» επιμελώς κανονισμένα από κυκλώματα, στα οποία κομβικό ρόλο παίζουν δικηγόροι, οι οποίοι μοιράζονται με τον εθελοντή γαμπρό ή νύφη περί τις 2.000-3.000 ευρώ. «Οι “αετονύχηδες” πωλούν ως επιτυχία στους ενδιαφερόμενους την απόκτηση του “μπλε χαρτιού”, που έχει μόνο προσωρινή ισχύ μέχρι τη γνωμοδότηση της διοίκησης». Οταν βγαίνει το απορριπτικό πόρισμα, οι προξενητές έχουν γίνει... καπνός.

«Μεγάλωσα στην Ελλάδα ως παιδί μεταναστών, δεν κατόρθωσα να πάρω την υπηκοότητα και μετά τις σπουδές έζησα και εργάστηκα στην Ευρώπη για δώδεκα χρόνια», εξηγεί στην «Κ» δεύτερης γενιάς Αλβανός, που εξωθήθηκε σε εικονικό σύμφωνο. «Θα συνέχιζα τη ζωή μου στη Μ. Βρετανία, αν η μητέρα μου δεν νοσούσε βαριά» επισημαίνει, «χρειαζόταν να τη φροντίσω, αλλά δεν μπορούσα να μείνω επί μακρόν στην Ελλάδα με τα χαρτιά που διέθετα τότε». Ο νεαρός εμπιστεύθηκε μια δικηγόρο, που με το αζημίωτο τον οδήγησε σε ένα σύμφωνο με γυναίκα «απροσδιορίστου ηλικίας». «Στην κλήση που έλαβα δεν πήγα, γιατί ντράπηκα, οπότε το αίτημα απορρίφθηκε». Πίσω από κάθε μη σύμφωνο δεν κρύβεται απαραίτητα απάτη αλλά ενδεχομένως αλληλεγγύη. «Εχω έναν επιστήθιο φίλο που κινδύνευε με απέλαση και το αποφάσισα» διηγείται 29χρονη Ελληνίδα, «στην επιτροπή μας ρώτησαν πολλά, αλλά δεδομένου ότι γνωριζόμαστε χρόνια, τα απαντήσαμε με ευκολία». Οπως εξομολογείται, «δεν νιώθω καθόλου άσχημα, η ελληνική πολιτεία όφειλε στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου να έχει μεριμνήσει για ανθρώπους, των οποίων η ζωή απειλείται στις πατρίδες τους».

Ωστόσο, μαζί με τα ξερά... καίγονται και τα χλωρά. «Ελληνοτουρκικό» ζευγάρι, που συμβιώνει μαζί για δώδεκα χρόνια και υπέγραψε από τα πρώτα στην Ελλάδα το σύμφωνο, βρέθηκε προ δυσάρεστης έκπληξης όταν κάποια μέρα ξύπνησε με... την αστυνομία στο κατώφλι του.

Η ανώνυμη επιστολή

«Ο αστυνομικός, ευγενικός ομολογουμένως, μας υπέδειξε μια ανώνυμη επιστολή, γραμμένη με κολλυβογράμματα και ταχυδρομημένη από τα βάθη της Τουρκίας, στην οποία κάποιος ισχυριζόταν σε πενιχρά αγγλικά ότι ο γάμος μας... ήταν ένα ψέμα», περιγράφει σήμερα ο 47χρονος. Ποτέ δεν έμαθαν ποιος και γιατί το έπραξε, ωστόσο, αυτή η ανώνυμη καταγγελία κόστισε χρονικά στην ανανέωση της άδειας παραμονής της συμβίας του. «Εως και σήμερα δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε μαζί παρά μόνον εντός Ελλάδας ή μέχρι την Τουρκία» προσθέτει ο ίδιος. Οταν τους κάλεσε η Επιτροπή, δεν βρέθηκε κανένα ψεγάδι. «Πέρα από την πολυετή μας συμβίωση, έχουμε αμέτρητα αποδεικτικά από την κοινή μας ζωή: από φωτογραφίες από ταξίδια και γλέντια μέχρι εξ αδιαιρέτου περιουσιακά στοιχεία».

Ο έρωτας είναι τυφλός και οδηγεί στις πιο απρόσμενες ενώσεις ανθρώπων διαμηνύουν πολλοί προς τους γραφειοκράτες. «Από τα εκατό σύμφωνα που συνάπτονται, ίσως μόνον το ένα να μην ισχύει», σχολιάζει έμπειρος δικηγόρος και «δεν είναι επαρκές ποσοστό για να δαιμονοποιήσουμε τον θεσμό». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ