ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ιωάννης Ληξουριώτης: Η φαντασίωση του «επταημέρου»

ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν κατάλαβα καλά, μόλις έφθασε στα αυτιά του κ. Τσίπρα μια φράση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης που περιείχε τη λέξη «επταήμερο», κατάλαβε αμέσως πού το πάει ο κ. Μητσοτάκης και φρόντισε να μας προειδοποιήσει: Μόλις κερδίσει ο «νεοφιλελεύθερος» τις εκλογές, θα προχωρήσει άμεσα στην ολική επαναφορά της επταήμερης εργασίας, που συναντάτο στην Ευρώπη περίπου μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Πράγματι, θα μπορούσε ο κ. Μητσοτάκης να επαναφέρει την επταήμερη εργασία των μισθωτών εργαζομένων στη χώρα μας; Αυτό μας λέει ο κ. Τσίπρας και η «απειλή» αυτή αναπαράγεται εν χορώ από το κυβερνητικό επιτελείο με ιδιαίτερη έμφαση.

Εν προκειμένω, εάν επρόκειτο απλώς για κακή κατανόηση κάποιων λεχθέντων, τα πράγματα θα λύνονταν με τις αναγκαίες διευκρινίσεις και όλη η συζήτηση θα είχε καλόπιστα λήξει άμεσα. Ομως, εδώ δεν πρόκειται για παρανόηση κάποιας έκφρασης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά αφενός για εμφανή ανάδειξη του μεγέθους της άγνοιας του κ. πρωθυπουργού και αφετέρου της πλήρους αποκάλυψης της περί αυθαιρεσίας αντίληψης των κυβερνώντων, που εμπεριέχει και την υποτίμηση του νοητικού επιπέδου του κόσμου. Πώς είναι δυνατόν, σε μια ευρωπαϊκή χώρα, όπως η Ελλάδα, που είναι μέλος της Ε.Ε. μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, μέλος του ΟΗΕ, σε μια χώρα που αποτελεί ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, να επιχειρούν οι κυβερνώντες να εκφοβίσουν τον κόσμο ότι υπάρχει δυνατότητα να ανατρέψει ο οποιοσδήποτε δημοκρατικά εκλεγείς κυβερνήτης τις υποχρεώσεις της χώρας, που προκύπτουν από πλήθος διεθνών συμβάσεων εργασίας, από διεθνή σύμφωνα περί θεμελιωδών δικαιωμάτων, από ευρωπαϊκές οδηγίες, αλλά και από το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας;

Τι αναγκάζει τους κυβερνώντες να αποκρύπτουν ότι οι νομοθετικές προβλέψεις για τον περιορισμό του εβδομαδιαίου και ημερήσιου ωραρίου στον τόπο μας χρονολογούνται από το 1920, δηλαδή ισχύουν εδώ και 100 έτη; Ποιες εμμονές τούς οδηγούν να αποκρύπτουν ότι η περί ωραρίου νομοθεσία κάνει σαφή διάκριση μεταξύ εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και εβδομαδιαίου ωραρίου λειτουργίας της επιχείρησης. Δεν είναι ανάγκη να έχει εισχωρήσει ο κ. Τσίπρας στα απόκρυφα σημεία του «εργατικού δικαίου» για να κατανοήσει ότι ο χρόνος εργασίας των εργαζομένων είναι άλλο πράγμα από τον χρόνο λειτουργίας των επιχειρήσεων. Ο καθένας γνωρίζει ότι πλήθος υπηρεσιών παρέχεται επί επτά ημέρες την εβδομάδα, χωρίς οι αντίστοιχες επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν το σύνολο του προσωπικού τους και τις επτά ημέρες. Αλλωστε, κάτι θα πρέπει να είχε ακούσει ο κ. πρωθυπουργός για επιχειρήσεις «συνεχούς λειτουργίας» ή για βιομηχανίες «διαρκούς πυράς», καθώς και για «εργασία σε βάρδιες» ή «εναλλασσόμενες ομάδες εργασίας». Είναι προφανές ότι για να έχει αντίληψη των παραπάνω αρκούσε μια απλή επαφή με την πραγματικότητα: Οι παραγωγικές μονάδες της ΔΕΗ δεν κλείνουν Σαββατοκύριακα, ούτε τα νοσοκομεία βγάζουν στον δρόμο τους ασθενείς στο weekend.

Βέβαια, υπάρχουν και πιο δύσκολα, για τα οποία καλό θα ήταν τα στελέχη του υπουργείου Εργασίας να είχαν πληροφορήσει σχετικά τον κ. πρωθυπουργό. Δηλαδή, θα έπρεπε να του είχαν κάνει γνωστό ότι η περιλάλητη συλλογική συμφωνία του 2018 μεταξύ της εταιρείας Παπαστράτος και του σωματείου της επιχείρησης, στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Μητσοτάκης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που διεθνώς ονομάζεται «διευθέτηση του χρόνου εργασίας». Ο θεσμός αυτός βρίσκεται υπό την πλήρη κάλυψη του νομοθέτη, δεδομένου ότι η δυνατότητα σύναψης τέτοιων επιχειρησιακών συμφωνιών έχει προβλεφθεί στη χώρα μας ήδη από νόμο του 1990 και έχει κατ’ επανάληψη τροποποιηθεί μεταγενέστερα.

Οι συμφωνίες «διευθέτησης του χρόνου εργασίας» έχουν σκοπό την προσαρμογή του γενικώς ισχύοντος ημερήσιου ή/και εβδομαδιαίου ωραρίου με τις αυξομειούμενες από πλευράς παραγωγής ανάγκες μιας συγκεκριμένης επιχείρησης. Αυτή η διακύμανση μπορεί να οφείλεται σε πάγιες εποχικές ανάγκες (π.χ. τουρισμός, παραγωγές που βασίζονται στην αξιοποίηση εποχιακών προϊόντων κ.ο.κ.), σε λόγους που συνδέονται με την οργάνωση της παραγωγής (όπως εάν κατάλαβα καλά συμβαίνει στην περίπτωση της εταιρείας Παπαστράτος) ή σε έκτακτες διακυμάνσεις των παραγγελιών. Με άλλα λόγια, με τις συμφωνίες αυτές επιχειρείται πολύ απλά η προσαρμογή του ρυθμού της εργασίας των μισθωτών με τους ρυθμούς της δραστηριότητας της επιχείρησης.

Μια απλοϊκή προσέγγιση αυτής της πρακτικής, που φαίνεται ότι μάλλον την υιοθετεί ο πρωθυπουργός, οδηγεί στην «καταγγελία» των εργοδοτών, που, περιέργως, τους ενδιαφέρει μόνο το κέρδος(!), αλλά και όσων σωματείων εργαζομένων, υπογράφοντας τέτοιες συμφωνίες, «ξεπουλούν» τα συμφέροντα των εργαζομένων, δεδομένου ότι η «μεθόδευση» αυτή στοχεύει στη μείωση της υπερωριακής απασχόλησης και έτσι ωφελείται ο εργοδότης. Ομως, η προσέγγιση αυτή παραβλέπει την πραγματικότητα: Στις περιπτώσεις επιχειρήσεων οι οποίες σε σταθερή βάση αντιμετωπίζουν τέτοιες αυξομειώσεις στις ανάγκες τους για απασχόληση εργατικού δυναμικού, είναι προφανές ότι αυτές δεν θα μείνουν για πολύ αδρανείς και δεν θα εξακολουθήσουν επί μακρόν να υποαπασχολούν κατά τις περιόδους κάμψης το προσωπικό τους καταβάλλοντας σε αυτό την πλήρη αμοιβή. Οταν δεν υπάρχει η ευχέρεια να συναφθούν τέτοιες επιχειρησιακές συμφωνίες διευθέτησης του χρόνου εργασίας, ο εργοδότης επιλύει το ζήτημα προφανώς με βάση την κοινή λογική και το επιχειρηματικό του συμφέρον. Πρακτικά, τούτο σημαίνει ότι σταδιακά θα μειώσει (προφανώς με απολύσεις) το μόνιμα απασχολούμενο προσωπικό στο όλως απαιτούμενο μέτρο και για τις περιόδους αύξησης της ζήτησης θα καλύπτει τις ανάγκες της επιχείρησης με εργαζομένους που θα προσλαμβάνει με σχέσεις ορισμένου χρόνου ή με εργαζομένους προσωρινής απασχόλησης.

Δύσκολα μπορεί να πειστεί κανείς ότι στη δεύτερη αυτή περίπτωση τα συνδικάτα, αρνούμενα να συνάψουν συμφωνίες διευθέτησης του χρόνου εργασίας, υπερασπίζονται τα συμφέροντα των εργαζομένων.

* Ο κ. Ιω. Ληξουριώτης είναι ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου Παντείου Πανεπιστημίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ