ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εχοντας, ήδη προκαλέσει κραδασμούς στα χρηματιστήρια ανά τον κόσμο, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου ετοιμάζονται για μετωπική σύγκρουση, επιστρατεύοντας τα πιο καταστρεπτικά και αυτοκαταστρεπτικά όπλα τους. Μετατρέπουν, έτσι, αυτό που άρχισε πριν από περίπου ενάμιση χρόνο ως εμπορική διένεξη σε συνολική αναμέτρηση δυνάμεων. Και το προφανές διακύβευμα είναι η κυριαρχία στην παγκόσμια οικονομία και ίσως πέραν αυτής.

Καθώς βλέπουν το φως της δημοσιότητας οι ελιγμοί του Πεκίνου, αναδύεται η εικόνα μιας Κίνας αποφασισμένης να μην επιτρέψει σε τίποτε να ανακόψει την ιλιγγιώδη άνοδό της και την ανάδειξή της σε παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη. Ο ασιατικός οικονομικός γίγαντας επιστρατεύει το υπερόπλο του, το ιλιγγιώδες αμερικανικό χρέος του 1,12 τρισεκατομμυρίου δολαρίων που διακρατεί σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Προχωρεί, εν ολίγοις, σε μαζικές πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων. Διαψεύδει, έτσι, οικονομολόγους και αναλυτές που προεξοφλούσαν πως για λόγους κυρίως αυτοπροστασίας θα αποφύγει να κάνει χρήση της ισχύος που της δίνει το γεγονός ότι είναι ο υπ’ αριθμόν ένα πιστωτής των ΗΠΑ. Με τις μαζικές πωλήσεις το Πεκίνο μπορεί να οδηγήσει σε πτώση την αξία των αμερικανικών ομολόγων και αναπόφευκτα σε αύξηση των αποδόσεών τους.

Εν ολίγοις, έχει τη δυνατότητα να αυξήσει το κόστος δανεισμού της υπερδύναμης, ασκώντας, έτσι, πίεση στην Ουάσιγκτον. Την ίδια στιγμή, βέβαια, διατρέχει τον κίνδυνο να απαξιώσει ώς ένα βαθμό τον πλούτο που βρίσκεται στα χέρια του, καθώς θα μειώνεται η αξία των αμερικανικών ομολόγων στο χαρτοφυλάκιό του. Από στοιχεία, όμως, που  έδωσε μέσα στην εβδομάδα το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προκύπτει πως εδώ και τουλάχιστον επτά μήνες το Πεκίνο πουλάει κάθε μήνα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου. Εφτασε τον Μάρτιο να πουλήσει ομόλογα αξίας 20,5 δισ. δολαρίων, και ήταν ο μεγαλύτερος όγκος αμερικανικών ομολόγων που έχει πουλήσει τα τελευταία δύο χρόνια. Είχε μάλιστα προηγηθεί στην αρχή της εβδομάδας το tweet ενός Κινέζου δημοσιογράφου, που αποκάλυπτε πως οι κινεζικές αρχές εξετάζουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε μαζικές πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων.

Οι κινήσεις του Πεκίνου μοιάζει να δικαιώνουν τους ισχυρισμούς του Αμερικανού προέδρου πως η Κίνα αποτελεί όχι μόνον οικονομικό ανταγωνιστή αλλά και υπαρξιακή απειλή για τις ΗΠΑ. Μολονότι δεν έχει έως τώρα καταγραφεί αύξηση του κόστους δανεισμού των ΗΠΑ, είναι γεγονός ότι και μόνον η υποψία πως το Πεκίνο μπορεί να προχωρήσει σε μαζικές πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων προκαλεί έντονη ανησυχία στους επενδυτές που έχουν τοποθετηθεί σε ένα από τα ασφαλέστερα επενδυτικά καταφύγια στον κόσμο. Και βέβαια, το «πυρηνικό» όπλο της Κίνας υπερκαλύπτει την αδυναμία της να ανταποδώσει στο ίδιο επίπεδο όταν η Ουάσιγκτον επιβάλει δασμούς σε κινεζικά προϊόντα, όπως έκανε για μία ακόμη φορά προ ημερών. Η Κίνα εισάγει πολύ λιγότερα από όσα εξάγει στην αμερικανική αγορά και το πλεονέκτημά της στο διμερές εμπόριο μετατρέπεται σε μειονέκτημα όταν πρόκειται για ανταλλαγή δασμών. Γι’ αυτό και περιορίστηκε να ανακοινώσει δασμούς 25% σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 60 δισ. δολαρίων.

Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον, μέχρι προσφάτως γεμάτη αυτοπεποίθηση για την τεχνολογική υπεροχή της έναντι συμμάχων και αντιπάλων, βλέπει την Κίνα να έχει εξασφαλίσει το προβάδισμα στην ψηφιακή τεχνολογία πέμπτης γενιάς και στην τεχνητή νοημοσύνη. Η υπερδύναμη δίνει την εντύπωση πως αναβιώνει ένα σοκ ανάλογο εκείνου που της προκάλεσε τη δεκαετία του 1950 η επιτυχία της Σοβιετικής Ενωσης στην κούρσα του Διαστήματος. Δεν αρκείται, έτσι, στα αλλεπάλληλα κύματα δασμών στα κινεζικά προϊόντα ούτε στην απειλή να τους επεκτείνει σε όλες ανεξαιρέτως τις εισαγωγές από την Κίνα. Επιχειρεί, παράλληλα, να συντρίψει τον κινεζικό κολοσσό του εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών, τη Huawei, αποκλείοντάς την από την αμερικανική αγορά, αλλά και από τους Αμερικανούς προμηθευτές. Εν ολίγοις, θέτει σε εφαρμογή ένα νέο πλαίσιο κανόνων που απαγορεύουν στην κινεζική βιομηχανίας κινητής τηλεφωνίας και ψηφιακής τεχνολογίας Huawei να πουλάει εξοπλισμό σε αμερικανικές επιχειρήσεις και να προμηθεύεται από αυτές.

Το Πεκίνο σπεύδει, βέβαια, να τονίσει ότι θα υπερασπιστεί τις βιομηχανίες του, ενώ η ίδια η Huawei δηλώνει έτοιμη να θέσει σε εφαρμογή το εναλλακτικό σχέδιό της και να επιβιώσει. Είναι, ωστόσο, σε τέτοιο βαθμό αλληλένδετη η λειτουργία της με τη λειτουργία των αμερικανικών βιομηχανιών τηλεπικοινωνιών, ώστε στη χειρότερη περίπτωση ο αποκλεισμός της Huawei από την αμερικανική αγορά θα μπορούσε να την οδηγήσει σε χρεοκοπία. Την ίδια στιγμή, όμως, θα δεχθούν καίριο πλήγμα οι αμερικανικές βιομηχανίες, καθώς θα χάσουν ίσως τον σημαντικότερο πελάτη τους.

Εξάμηνη παράταση από ΗΠΑ στην ανακωχή με την Ε.Ε.

Η κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο έχει προς το παρόν ένα παρεπόμενο όφελος για την Ε.Ε., αν και δεν παύει να εγκυμονεί κινδύνους. Προς το παρόν, της προσφέρει πίστωση χρόνου έξι μηνών ώστε να προετοιμάσει καλύτερα τη γραμμή άμυνάς της και πιθανώς την αντεπίθεσή της, αν ο Ντόναλντ Τραμπ αποφασίσει τελικά να επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές ευρωπαϊκών αυτοκινήτων. Εστιάζοντας στον κύριο αντίπαλό του, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέβαλε για έξι μήνες τη σχετική απόφαση που επρόκειτο να λάβει χθες, παρατείνοντας ατύπως την ανακωχή που συνήψε πριν από 10 μήνες με τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ.


Μετά την κλιμάκωση των τελευταίων ημερών, η συνάντηση των προέδρων Τραμπ - Σι στο περιθώριο του G20, τον Ιούνιο, είναι κάτι παραπάνω από κρίσιμη.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, η επίτροπος Εμπορίου Σεσίλια Μάλμστρομ είχε προβλέψει πως ο Αμερικανός πρόεδρος θα αποφύγει την κλιμάκωση της έντασης και με την Ε.Ε., καθώς έχει επικεντρωθεί στο μέτωπο της Κίνας. Στο μεταξύ, πάντως, η Κομισιόν έχει ήδη ετοιμάσει κατάλογο των αμερικανικών προϊόντων που είναι υποψήφια για αυξημένους δασμούς. Θα τους επιβληθούν ως αντίποινα σε αντίστοιχη κίνηση της Ουάσιγκτον. Αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης αλλά και δύο αξιωματούχοι τρίτης χώρας έσπευσαν μέσα στην εβδομάδα να επιβεβαιώσουν την πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να αναβάλει την απόφαση αυτή για έξι μήνες. Πρόκειται για το πλέον ακανθώδες θέμα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στις Βρυξέλλες, αν και κατά κύριο λόγο αφορά το Βερολίνο και τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες: τα περισσότερα αυτοκίνητα που εισάγονται στην αμερικανική αγορά παράγονται από γερμανικούς κολοσσούς, όπως η BMW και η Volkswagen. 

Προκειμένου να αποφύγει τους επιζήμιους δασμούς που θα πλήξουν τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, τον Ιούλιο του περασμένου έτους η Ε.Ε. συμφώνησε να αυξήσει τις εισαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και αμερικανικής σόγιας. Το αμερικανικό LNG είναι εκ των πραγμάτων σαφώς ακριβότερο από το ρωσικό φυσικό αέριο, για παράδειγμα, δεδομένης της απόστασης που διανύεται για τη μεταφορά του. Αντιλαμβάνεται, έτσι, κανείς το μέγεθος του διακυβεύματος για την Ε.Ε. και ειδικότερα για την ατμομηχανή της οικονομίας της, τη Γερμανία. Σύμφωνα με σχετική ανάλυση του οίκου Moody’s, αν η Ουάσιγκτον επιβάλει δασμούς 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, θα μειωθούν τα έσοδα αλλά και το ΑΕΠ της Γερμανίας από 0,2 έως 0,3 εκατοστιαίες μονάδες. Κι αυτό γιατί η αμερικανική αγορά απορροφάει το 13% των εξαγωγών γερμανικών αυτοκινήτων. Εν ολίγοις, για τις βιομηχανίες διακυβεύονται έσοδα της τάξης των 45,3 δισ. δολαρίων από τις πωλήσεις στις ΗΠΑ.

Τον περασμένο μήνα, βέβαια, ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε να επιβάλει δασμούς σε εκατοντάδες ευρωπαϊκά προϊόντα που καλύπτουν ευρύτατο φάσμα, από τυριά μέχρι στολές για σκι, και είναι συνολικής αξίας 11 δισ. δολαρίων. Ο αντίκτυπος στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εταιρείες θα ήταν βαρύτατος, δεδομένου ότι ήδη επιβραδύνεται η οικονομική ανάπτυξη, ενώ ορισμένες χώρες, όπως η Ιταλία, αγωνίζονται να τιθασεύσουν το διαρκώς διευρυνόμενο δημοσιονομικό έλλειμμά τους.

Η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου κόστισε στη Wall Street 1,16 τρισ. δολάρια

Τόσο ο Αμερικανός πρόεδρος όσο και ο υπ’ αριθμόν ένα οικονομικός σύμβουλός του, Λάρι Κάντλοου, έχουν επανειλημμένως τονίσει πως οι συνέπειες του εμπορικού πολέμου θα είναι πολύ μικρές για την αμερικανική οικονομία. Επιμένουν, έτσι, πως αξίζει τον κόπο να τις υποστεί η υπερδύναμη, για να περιφρουρήσει τα συμφέροντά της. Μέχρι στιγμής, πάντως, μάλλον διαψεύδονται, αν σκεφτεί κανείς το εύρος των επιπτώσεων που έχουν ήδη καταγραφεί ενώ δεν έχουν καν υλοποιηθεί ακόμη όλες οι εκατέρωθεν απειλές. Το τελευταίο κύμα των δασμών από πλευράς του Πεκίνου αναμένεται από την 1η Ιουνίου, ενώ οι δασμοί στο σύνολο των κινεζικών προϊόντων παραμένουν επίσης ακόμη στο επίπεδο της απειλής.

Αρκούσε, όμως, η κλιμάκωση που σημειώθηκε τις τελευταίες ημέρες στην ένταση ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο για να προκληθούν κραδασμοί στα χρηματιστήρια Ευρώπης, Ασίας και Αμερικής, και να χάσει η Wall Street 1,16 τρισ. δολάρια. Πρόκειται για ποσό αντίστοιχο με περίπου τα 2/3 της κεφαλαιοποίησης του δείκτη CAC 40 του Παρισιού και ήταν η μείωση που υπέστη η κεφαλαιοποίηση του δείκτη S&P 500 το δεκαήμερο από τις 3 έως τις 13 Μαΐου. Εν ολίγοις, αυτό συνέβη στη διάρκεια των ημερών που μεσολάβησαν ανάμεσα στην ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι ήταν αποφασισμένος να επιβάλει στις 9 Μαΐου δασμούς 25% σε κινεζικά προϊόντα αξίας 200 δισ. δολαρίων και στις νέες κατευναστικές δηλώσεις των δύο προέδρων, όπως και την ανακοίνωση από πλευράς στελεχών της αμερικανικής κυβέρνησης πως επίκειται συνάντηση Τραμπ - Σι στο περιθώριο της συνόδου του G20 τον Ιούνιο.

Στη διάρκεια της εβδομάδας, άλλωστε, δόθηκαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία του Απριλίου, που φέρουν τις λιανικές πωλήσεις και τη βιομηχανική παραγωγή να επιβραδύνεται τόσο στην Κίνα όσο και στις ΗΠΑ. Και ο προφανής λόγος είναι η μειωμένη ζήτηση, αλλά και η υποχώρηση της εμπιστοσύνης που προκαλεί ο εμπορικός πόλεμος. Εχει, άλλωστε, πληγεί ήδη η αυτοκινητοβιομηχανία των  ΗΠΑ από τους δασμούς που επέβαλε πέρυσι η Κίνα στα αμερικανικά αυτοκίνητα, και οι εκτιμήσεις των βιομηχανιών του κλάδου είναι ιδιαίτερα απαισιόδοξες εν αναμονή των νέων δασμών. Ο κολοσσός General Motors έχει ήδη δημοσιοποιήσει την εκτίμηση πως το κόστος της φέτος θα αυξηθεί συνολικά κατά ένα δισ. δολάρια εξαιτίας των δασμών. Η εμβληματική βιομηχανία Harley-Davidson, άλλωστε, προβλέπει πως φέτος το κόστος θα εκτιναχθεί στα 100 εκατ. δολάρια από τα 23,7 εκατ. δολάρια στα οποία ανήλθε το 2018.

Κάτι ανάλογο ισχύει και για τις βιομηχανίες εξοπλισμού όπως η Caterpillar, που υπολογίζει πως φέτος το κόστος των δασμών θα κυμανθεί από 250 έως 350 εκατ. δολάρια, και η Deere & Co, που εκτιμά πως το κόστος των δασμών στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων θα της κοστίσει φέτος περίπου 100 εκατ. δολάρια. Και βέβαια, την ίδια στιγμή δεν σταματούν οι προειδοποιήσεις με τελευταία κρούση από τις αμερικανικές βιομηχανίες παρασκευής εξοπλισμού που προεξοφλεί την απώλεια 400.000 θέσεων εργασίας στον κλάδο σε διάστημα 10 ετών. Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, διακυβεύονται τουλάχιστον τα έσοδα ύψους 1,2 τρισ. ευρώ, που αναμένεται να αντλήσουν φέτος από τις ΗΠΑ οι ευρωπαϊκές εισηγμένες εταιρείες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική ανάπτυξη της Γηραιάς Ηπείρου. Οπως αναφέρει η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, η Amundi Asset Management, οι πωλήσεις στις ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν κατά μέσον όρο περίπου το 20% του συνολικού κύκλου εργασιών που έχουν αθροιστικά οι ευρωπαϊκές εταιρείες του δείκτη MSCI Europe. Γι’ αυτό και ο εμπορικός πόλεμος μπορεί να προκαλέσει στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια ζημίες ανάλογες εκείνων που κατέγραψε η Wall Street. Αναλυτές της Axioma, εκτιμούν ότι σε περίπτωση που η Ουάσιγκτον επιβάλει δασμούς  25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, ο δείκτης Xetra DAX του χρηματιστηρίου της Φρανκφούρτης θα υποχωρήσει έως και κατά 6%. Και ειδικότερα ο κλάδος των αυτοκινητοβιομηχανιών θα σημειώσει πτώση 12% μέσα σε διάστημα τριών έως δέκα ημερών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ