ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εγκλωβισμένοι στη «φούσκα» των ταξί της Νέας Υόρκης

Λίγα χρόνια πριν, παράγοντες της αγοράς είχαν προειδοποιήσει τις αρμόδιες αρχές για τη δημιουργία μιας καταστροφικής «φούσκας». «Κανείς δεν ήθελε να ταράξει τα νερά. Κανείς δεν ήθελε να σκοτώσει τη χρυσή χήνα», σχολίασε ο Ντέιβιντ Κλαρ, ο οποίος είχε αναλάβει αρκετές διευθυντικές θέσεις στην επιτροπή ταξί και λιμουζινών της Νέας Υόρκης από το 2007 έως το 2016, η οποία εποπτεύει τα κίτρινα ταξί της μητρόπολης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το σκάσιμο της «φούσκας» των αδειών ταξί στις ΗΠΑ οδήγησε στην χρεοκοπία ή ακόμη και στην αυτοκτονία οδηγούς που, επιδιώκοντας να αποκτήσουν το δικό τους επαγγελματικό όχημα και να είναι αυτόνομοι, βρέθηκαν πνιγμένοι στα χρέη χωρίς να το συνειδητοποιήσουν καν. Εκτενής έρευνα της αμερικανικής εφημερίδας The New York Times αποκαλύπτει πως οι άδειες των ταξί στη Νέα Υόρκη, στο Αλμπανι και στην Ουάσιγκτον είχαν ξεπεράσει ακόμη και το ένα εκατομμύριο δολάρια. Μέχρι που τέλη του 2014 κατέρρευσε ξαφνικά η αξία τους, διαγράφοντας απότομα την περιουσία χιλιάδων οδηγών –μετανάστες στην πλειονότητά τους– σε μια εποχή που ο ανταγωνισμός γινόταν αδυσώπητος με την έλευση της Uber και της Lyft.

Λίγα χρόνια πριν, παράγοντες της αγοράς είχαν προειδοποιήσει τις αρμόδιες αρχές για τη δημιουργία μιας καταστροφικής φούσκας. «Κανείς δεν ήθελε να ταράξει τα νερά. Κανείς δεν ήθελε να σκοτώσει τη χρυσή χήνα», σχολίασε ο Ντέιβιντ Κλαρ, ο οποίος από το 2007 έως το 2016 είχε αναλάβει αρκετές διευθυντικές θέσεις στην Επιτροπή Ταξί και Λιμουζινών της Νέας Υόρκης, η οποία εποπτεύει τα κίτρινα ταξί της μητρόπολης. Η έρευνα των New York Times δεν στηρίζεται μόνο σε εμπιστευτικά έγγραφα, αλλά και στις μαρτυρίες τουλάχιστον 50 πρώην κυβερνητικών υπαλλήλων. «Παρά τα προειδοποιητικά σημάδια των προηγούμενων ετών, τουλάχιστον επτά υπηρεσίες έμειναν σχεδόν άπρακτες όσο κατέρρεε η αγορά», αναφέρει ο Μπράιν Ρόζενθαλ των New York Times. Περισσότεροι από 950 οδηγοί ταξί στη Νέα Υόρκη υπέβαλαν αίτηση προστασίας από τους πιστωτές τους και άλλοι πολλοί παλεύουν για να επιβιώσουν μέχρι σήμερα, αφού παγιδεύτηκαν σε χρέη που αδυνατούσαν να αποπληρώσουν.

Οι τιμές των αδειών κυμαίνονταν στα 200.000 δολάρια στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αλλά είχαν φθάσει τα 700.000 δολάρια έως το 2010. Το 2014 είχαν εκτοξευθεί στο ένα εκατομμύριο, αλλά μετά ακολούθησε το χάος, αφού έσκασε η φούσκα στα τέλη του έτους. «Μας πούλησαν άδειες γνωρίζοντας πως δεν άξιζαν τόσο. Γνώριζαν», λέει ο Γαέλ Γκομπράγιαλ, μετανάστης από την Αίγυπτο, που αγόρασε την άδειά του σε δημοπρασία των αρμόδιων δημοτικών αρχών έναντι 890.000 δολαρίων, όμως σήμερα δεν μπορεί να πληρώσει τις δόσεις του δανείου του και να καλύψει τις ανάγκες των τριών παιδιών του.

«Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, όπως συνέβη με την κρίση στην αμερικανική αγορά στεγαστικής πίστης, μια ομάδα ισχυρών παραγόντων στον κλάδο πλούτισαν με την τεχνητή αύξηση των τιμών των αδειών. Ενθάρρυναν τους αγοραστές να δανειστούν όσο το δυνατόν περισσότερα, τους οδήγησαν σε δάνεια με υψηλό κόστος αποπληρωμής και σε άλλες συμφωνίες που απαιτούσαν την καταβολή μεγάλων προμηθειών, αλλά και την εκχώρηση νομικών δικαιωμάτων τους», αναφέρει η εφημερίδα.

Σήμερα, ο ένας επιρρίπτει ευθύνες στον άλλον ή στις πλατφόρμες Uber και Lyft. Παραδείγματος χάριν, οι οικονομικές αρχές της Νέας Υόρκης δήλωσαν πως, αν και είχαν ελέγξει ορισμένες τράπεζες που χορηγούσαν δάνεια για άδειες ταξί, είχαν παραπέμψει άλλες περιπτώσεις σε ομοσπονδιακούς επιθεωρητές.

Η μεγάλη αύξηση των τιμών για τις άδειες των ταξί αποτέλεσαν σημαντική πηγή εσόδων για τις τοπικές κυβερνήσεις, δημιουργώντας κίνητρα για να μην καταπολεμηθεί η κερδοσκοπία από τη δημιουργία αυτής της φούσκας. Μόνον η Νέα Υόρκη εξασφάλισε έσοδα πάνω από 855 εκατ. δολάρια από το 2002 έως σήμερα από την αγορά των αδειών ταξί και την είσπραξη των φόρων από τις μεταβιβάσεις μεταξύ ιδιωτών.

Οι περισσότεροι οδηγοί που χρεώθηκαν υπερβολικά για την αγορά αδειών διανύουν την 5η ή 6η δεκαετία της ζωής τους. Λόγω των τεράστιων οικονομικών βαρών που επωμίσθηκαν λίγο πριν κατοχυρώσουν δικαίωμα σύνταξης, έξι επαγγελματίες οδηγοί αυτοκτόνησαν πέρυσι, σύμφωνα με τους New York Times. Σήμερα προωθούνται διάφορα νομοθετικά μέτρα που ανοίγουν τον δρόμο για τη δημιουργία ταμείου πρόνοιας των οδηγών ταξί ή και την παροχή οικονομικής στήριξης. Βέβαια, αυτά τα μέτρα δεν απευθύνονται στους ισχυρούς παράγοντες της αγοράς, όπως είναι ο Μάικλ Κοέν –πρώην δικηγόρος του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ–, ο οποίος κατέχει μαζί με τη σύζυγό του πάνω από 30 άδειες ταξί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ