ΘΕΑΤΡΟ

Ενας πρίγκιπας στον Νέο Κόσμο

Στη νέα διασκευή για έξι ηθοποιούς ο σκηνοθέτης Εκτορας Λυγίζος εστίασε ιδιαίτερα στο θέμα της εμπιστοσύνης και της προδοσίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η επέμβαση στα κλασικά κείμενα για τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Εκτορα Λυγίζο, δεν είναι επιλογή αλλά υποχρέωση. Αυτά τα κείμενα, λέει με αφορμή την παράσταση «Η τραγική ιστορία του Αμλετ, ενός πρίγκιπα της Δανίας» που ανέβηκε πρόσφατα στο θέατρο του Νέου Κόσμου, «ήταν γραμμένα σε περιόδους που ήταν διαφορετική η θεατρική γλώσσα, το είδος της αναπαράστασης και η αντίληψη του κοινού. Περιέχουν ένα βαθμό λεπτομέρειας και ανάπτυξης που δεν συνάδει με τη σημερινή αντίληψη. Για παράδειγμα, στη σαιξπηρική σκηνή δεν υπήρχαν σκηνικά αλλά μια μεγάλη χρήση της εισόδου και εξόδου σε μια άδεια σκηνή. Τα έργα παίζονταν μέρα, σε φασαρία. Δεν υπήρχε η συγκέντρωση που έχουμε σήμερα παρακολουθώντας μια παράσταση. Αναγκαστικά οι συγγραφείς της εποχής κατέφευγαν σε μεγάλη επανάληψη ώστε αν κάποιος έβγαινε για λίγο από τον χώρο, επιστρέφοντας να κατανοούσε ό,τι έχασε. Αυτή την επανάληψη πρέπει να αντιμετωπίσει σήμερα μια νέα ομάδα».

Πώς είναι ο «Αμλετ» του Εκτορα Λυγίζου και της ομάδας Grasshopper;  «Αφαιρέθηκαν κάποια σημεία, διότι θεωρώ ότι βάραιναν παρά θα αφορούσαν το κείμενο». Στη νέα διασκευή για έξι ηθοποιούς του πιο αινιγματικού έργου του Σαίξπηρ, τον ενδιέφερε το θέμα της εμπιστοσύνης και της προδοσίας. «Προσπάθησα να αναγνωρίσω διάφορα μοτίβα στο έργο, διάφορους τρόπους που οι σκηνές επαναλαμβάνονταν και ξανάρχονταν σαν λούπες με άλλες μορφές. Με ενδιέφερε πώς καθρεφτίζει ο Σαίξπηρ τον κεντρικό ήρωά του σε άλλα πρόσωπα. Στο μυαλό μου όλα τα πρόσωπα είναι κάποιες εκδοχές του “Αμλετ” και έχουν ένα αντίστοιχο δίλημμα, είναι διχασμένοι απέναντι σε δύο κατευθύνσεις και δεν ξέρουν προς τα πού να πάνε».

Στις διασκευές του αξιοποιεί την ιδιότητά του ως φιλόλογου. Ξεκινάει πάντα από το πρωτότυπο και συνεχίζει με τα σχόλια. Εδώ χρησιμοποίησε τρεις μεταφράσεις, των Γιώργου Χειμωνά, Διονύση Καψάλη, Ιάκωβου Πολυλά. Του άρεσε ο τρόπος που πυκνώνουν τον λόγο. «Μια συνομιλία δημιουργική». Μετά την έρευνα και τη μελέτη, ακολούθησε η μελέτη της ομάδας του. Αλλωστε, δουλεύει με ένα συγκεκριμένο σύστημα τονισμών με τους ηθοποιούς του, με όρους μουσικούς.
Θεραπευτικός θεσμός

Οταν η συζήτηση στρέφεται στο θεατρικό τοπίο είναι απαισιόδοξος. «Το θέατρο είναι δύσκολο να είναι μια ανταποδοτική τέχνη όπως το σινεμά. Νομίζω ότι είναι ένας εκπαιδευτικός και θεραπευτικός θεσμός που κανονικά πρέπει να προστατεύεται». Θεωρεί πως η κατάργηση πριν από μερικά χρόνια των επιχορηγήσεων, μεταμόρφωσε το τοπίο.  «Οι επιπτώσεις αφορούν κυρίως  τον χρόνο προετοιμασίας μιας παράστασης. Oταν αυτό επηρεάζεται, χαλάει κάτι πολύ πυρηνικό σε σχέση με το θέατρο. Eνα άλλο πρόβλημα είναι ότι έχει εξαλειφθεί σχεδόν το κομμάτι της σκηνογραφίας μιας παράστασης. Το βάρος πια δίνεται περισσότερο στη διαφήμιση παρά στην ουσία  της». Το εξωτερικό  τον ενδιαφέρει, άλλωστε το δοκίμασε, αλλά δεν δείχνει να το κυνηγά. «Υπάρχουν πολλοί λόγοι που αποθαρρύνεται ο δημιουργός στην Ελλάδα. Θεωρούν ότι το θέατρο είναι χόμπι κι όχι επάγγελμα».

Στο μεταξύ δουλεύει ήδη το «Μουσικό θέατρο της πρωτοπορίας και αρχαίοι μύθοι» που σκηνοθετεί για τη Μικρή Επίδαυρο (28-29 Ιουνίου), παράσταση της Εναλλακτικής Σκηνής της Λυρικής που παρουσιάζει τρία εμβληματικά  έργα Ελλήνων συνθετών της πρωτοπορίας:  «Κασσάνδρα» του Ιάννη Ξενάκη, «Αναπαράστασις Ι: Ο βαρύτονος» του Γιάννη Χρήστου και «Εσσεται ήμαρ...» του Γιώργου Κουμεντάκη.

Ο 43χρονος σκηνοθέτης που έκανε το ντεμπούτο του το 2002 με τη μικρού μήκους «Εσωτερικό σπιτιού με γυναίκα που καθαρίζει μήλα», συνέχισε με τα «Αγνά νιάτα» και τον προσέξαμε περισσότερο στο βραβευμένο «Αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» το 2012, άφησε για λίγο το σινεμά. «Στον κινηματογράφο μπαίνω κάθε φορά που νιώθω έντονα την ανάγκη να αφηγηθώ κάτι με την κάμερα.  Είναι μεγάλη περιπέτεια και χρειάζεται περισσότερα μέσα». Εχει έτοιμο ένα σενάριο, «αλλά επειδή είναι δύσκολο και ακριβό, δουλεύω μια μικρότερη ιδέα».

Παίζουν οι: Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Κωνσταντίνος Ζωγράφος, Εκτορας Λυγίζος, Αρης Μπαλής, Ηρώ Μπέζου, Αινείας Τσαμάτης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ