ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι πιο συνηθισμένες ερωτήσεις που απευθύνουν στον Διονύση Π. Σιμόπουλο οι δημοσιογράφοι είναι, π.χ., πόσους επισκέπτες δέχεται μηνιαίως το Νέο Ψηφιακό Πλανητάριο του Ιδρύματος Ευγενίδου, ποιες τεχνολογικές καινοτομίες φέρνει και, βέβαια, τις τελευταίες εξελίξεις στην αστροφυσική και στην κοσμολογία.

Εμείς τον επισκεφθήκαμε, με τον φωτογράφο Νίκο Κοκκαλιά, στο σπίτι του στον Γέρακα και δεν τον ρωτήσαμε τίποτε απ' όλα αυτά. Αντιθέτως, δοκιμάσαμε μια γενναία κατάδυση στο παρελθόν – στη ζωή του: ποιος ήταν ο Διονύσης Σιμόπουλος προτού γίνει ο πλέον αγαπητός, ο απόλυτος εκλαϊκευτής της επιστήμης στη χώρα μας; Πάνω απ' όλα, πώς και από που ξεκίνησε για να κάνει επί σειρά ετών αυτή την απίστευτη προσφορά στην Ελλάδα, εμπνέοντας πολλές γενιές Ελληνόπουλων, είτε να ασχοληθούν με την αστρονομία και την επιστήμη γενικότερα είτε να εντρυφήσουν στις σπάνιες απολαύσεις της ζωντανής, γλαφυρής αφήγησης – του παραμυθιού αλλά όχι του παραμυθιάσματος;

Ο κ. Σιμόπουλος περνάει τον τελευταίο καιρό μια σοβαρή περιπέτεια με την υγεία του· όχι μόνον τη μοιράστηκε αλλά διατήρησε το ηθικό του ακμαιότατο δίχως τίποτα να κάμψει τον δημιουργικό του οίστρο.


Στις 20 Ιουλίου 1969, στο Κέιπ Κανάβεραλ, ανταποκριτής της «Βραδυνής», με τον πύραυλο του «Απόλλων 11» πίσω του, λίγες ώρες πριν από την εκτόξευση. 

Εκείνο το πρωινό της Παρασκευής, παραμονές μιας σοβαρής εγχείρισης, τον απολαύσαμε να ξετυλίγει το νήμα μιας ζωής που ξεκίνησε κάπου στην Πάτρα για να φθάσει στη Λουιζιάνα των ΗΠΑ και από εκεί να εκτοξευθεί στα άστρα.

Το νέο του βιβλίο

Περιμέναμε λίγο μέχρι να δημοσιεύσουμε αυτό τον «ποταμό», καθώς σε λίγες ημέρες κυκλοφορεί το νέο του βιβλίο «Από τα Ψηλαλώνια στο Φεγγάρι. Η περιπέτεια της κατάκτησης του Διαστήματος» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (στις 30 Μαΐου). Ουσιαστικά, η σημερινή συνέντευξη είναι μια πρόγευση της αυτοβιογραφικής εξιστόρησης στο βιβλίο. Ο λόγος, λοιπόν, ανήκει τώρα αποκλειστικά σε εκείνον:

Κατάγομαι από το χωριό Γρύλλος της Ηλείας, αλλά μεγάλωσα στην Πάτρα. Οπου και να πάω, φυτεύω ένα γιασεμί για να θυμάμαι το άρωμα του γιασεμιού της Πάτρας.

Μικρός διάβαζα πολύ. Μέχρι και Κερτ Βόνεγκατ είχα διαβάσει! Πήγαινα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Πάτρας, αλλά δεν μας επιτρεπόταν να πηγαίνουμε εμείς στα βιβλία. Επρεπε να πούμε στον υπάλληλο ποιο βιβλίο θέλαμε. Δεν υπήρχαν βιβλία στα σπίτια τότε, και δεν ξέραμε τι να ζητήσουμε. Υπήρξε όμως ένα «αντίδοτο»: η Αμερικανική Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (USIS) στην πλατεία Ολγας. Είχε ό,τι βιβλίο μπορεί να φανταστεί κανείς: από εκεί βρήκα το Barron’s με πληροφορίες για όλα τα αμερικανικά πανεπιστήμια και έκανα την αίτησή μου. Είχε και μια πολύ ωραία συλλογή περιοδικών. Στο Collier’s διάβασα για πρώτη φορά και για το Διάστημα. Ετσι ξεκίνησα να διαβάζω επιστημονική φαντασία.

Στους προσκόπους

Κατάλαβα ότι με μαγεύει ο νυχτερινός ουρανός όταν, με τους πρoσκόπους, πηγαίναμε εκδρομές. Μία από τις δραστηριότητές μας ήταν η αναγνώριση διαφόρων αστερισμών. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τον ουρανό. Το 1960, γιορτάζονταν τα 50 χρόνια προσκοπισμού στην Ελλάδα με μια μεγάλη κατασκήνωση στην Αμφίκλεια. Είχαν στείλει αντιπροσωπείες αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ.

Μπορείτε να φανταστείτε πώς ήταν οι δικές τους σκηνές και ο εξοπλισμός και πώς τα δικά μας… Μαζί με τις σκηνές τους είχαν στήσει και τρία τηλεσκόπια. Εμείς τηλεσκόπιο ούτε σε φωτογραφία δεν είχαμε δει. Θέλαμε να δούμε μέσα από αυτά αλλά ντρεπόμασταν. Τελικά σκέφτηκα:

«Η μισή ντροπή δική μας κι μισή ντροπή δική τους». Αυτή είναι μια φράση που με ακολουθεί εδώ και 76 χρόνια. Πήγα λοιπόν και τους ρώτησα, και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν ο Γαλαξίας σε όλο του το μεγαλείο. Εκείνο όμως που με εντυπωσίασε πραγματικά ήταν το Φεγγάρι.

Ενα χρόνο προτού πετάξει ο Γκαγκάριν, εγώ είχα γίνει κυβερνήτης του Διαστήματος. Ωστόσο, οι περισσότεροι καθηγητές μου πίστευαν ότι θα ακολουθούσα κλασικές σπουδές. Οταν ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο, ο πατέρας μου με είχε ρωτήσει τι «με τρώει», τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Ηθελα να γίνω μηχανολόγος. Τελικά πέτυχα στο Φυσικό· από τα 600 άτομα είχα το μοναδικό 10 στην Εκθεση. Ομως ένα σύγγραμμα Φυσικής κόστιζε όσο δύο μισθοί του πατέρα μου (δασονόμος ήταν).

Τότε άρχισα να σκέφτομαι το ενδεχόμενο να φύγω στην Αμερική. Μετέφρασα μόνος μου τα χαρτιά του απολυτηρίου μου και τους βαθμούς μου. Το φθηνότερο πανεπιστήμιο ήταν εκείνο της Λουιζιάνα. Επίσης, το είχα ταυτίσει με το «Οσα παίρνει ο άνεμος», το οποίο είχα διαβάσει τέσσερις φορές.

Η θυσία

Τελικά, έφυγα με 250 δολάρια στην τσέπη μου. Ο πατέρας μου μάζεψε ό,τι μπορούσε για το εισιτήριο του πλοίου, το οποίο έφευγε από την Πάτρα. Σχεδόν ένα ετήσιο εισόδημα της οικογένειάς μου πήγε στο ταξίδι μου. Τότε δεν είχα καταλάβει το μέγεθος της θυσίας εκείνης…

Αρχικά, πέρασα ένα εξάμηνο σε θείους της μητέρας μου στο Πίτσμπουργκ της Πενσιλβάνια. Ημουν άφραγκος. Ηταν μια πολύ δύσκολη περίοδος. Τελικά γράφτηκα στο πανεπιστήμιο καθυστερώντας την αποπληρωμή της εγγραφής. Κάποιος μακρινός συγγενής κατάφερε και συγκέντρωσε 250 δολάρια, τα οποία του επέστρεψα το 1968. Από την ανιψιά του, που ήταν μπροστά όταν άνοιγε τον φάκελο με το ευχαριστήριο γράμμα και τα χρήματα, έμαθα ότι συγκινήθηκε και δάκρυσε – ήμουν ο πρώτος που του επέστρεφε δανεικά χρήματα.

Ανταποκριτής της «Βραδυνής» για τις αποστολές της NASA στη Σελήνη

 Τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο μπλέχτηκα στις διάφορες επιτροπές κι άρχισα να γίνομαι γνωστός. Είχα πάρει ως μάθημα επιλογής την πολιτική θεωρία. Μπαίνοντας στην ομάδα debate του πανεπιστημίου, άρχισε να μου αρέσει το αντικείμενο και αποφάσισα να σπουδάσω Πολιτική Επικοινωνία. Ηθελα με τον τρόπο μου να γίνω κάτι για να προσφέρω κάποτε στην Ελλάδα.

Ολα όμως τα μαθήματα επιλογής που έπαιρνα ήταν Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία (που όλοι απέφευγαν). Πήρα ένα μάθημα Αστροφυσικής με τον καθηγητή που ήταν υπεύθυνος για το μικρό πλανητάριο του πανεπιστημίου. Ετσι έκανα αίτηση για τη θέση του επιστάτη στο πλανητάριο. Αργότερα, ο καθηγητής μου έγινε σύμβουλος του νεόδμητου πλανηταρίου της Λουιζιάνας και με πρότεινε για βοηθό. Οι φίλοι μου τότε μου έλεγαν ότι η δουλειά αυτή θα με απομάκρυνε λόγω του καλού της μισθού από τα πράγματα με τα οποία έλεγα ότι ήθελα να ασχοληθώ. Ετσι έγινε, αλλά δεν το μετάνιωσα ποτέ.


Με τα τρία παιδιά του Μάικλ Κόλινς, ενός από τους τρεις αστροναύτες της ιστορικής αποστολής.

Τότε γνώρισα και τη μετέπειτα σύζυγό μου, την Κάρεν. Εγώ άλλαζα συχνά κοπέλες τότε, και είχα μάλιστα μερικές ατάκες που επαναλάμβανα για να τις φλερτάρω. Οταν χωρίζαμε, εκείνες έκαναν τα παράπονά τους η μία στην άλλη και έτσι γνωστοποιήθηκαν τα μυστικά μου!

Οταν προσπάθησα να φλερτάρω την Κάρεν, εκείνη δεν εντυπωσιάστηκε. Οταν παντρευτήκαμε έναν χρόνο αργότερα, όλη η διοίκηση του πανεπιστημίου θεωρούσε ότι ο γάμος θα διαρκούσε έξι μήνες το πολύ. Τους διαψεύσαμε! Η Κάρεν άφησε πίσω της μια πολύ σημαντική καριέρα για να με ακολουθήσει.

Το φθινόπωρο του 1968 ξεκινά το διαστημικό πρόγραμμα «Απόλλων», και τότε μου ήρθε η ιδέα: Ημουν γραφιάς, κι έκανα παρουσιάσεις για το Διάστημα σε σχολεία (έλεγα μάλιστα στα πιτσιρίκια ότι είμαι από τον Αρη, για να δικαιολογήσω την ξενική προφορά μου). Πήρα δύο μαθήματα δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο και σκέφθηκα να ξεκινήσω να στέλνω ανταποκρίσεις. Είχα ζητήσει αντί για χρήματα να μου στέλνουν την εφημερίδα αεροπορικώς. Η «Βραδυνή» ήταν η μόνη εφημερίδα που έκανε αντιπολίτευση τότε στη χούντα. Εκεί έγραφα, και κάλυψα όλες τις αποστολές της προσσελήνωσης. Στο «Apollo 11» ήμουν ο μοναδικός Ελληνας ανταποκριτής. Υπολόγισα ότι ο ήχος έφτασε σε εμάς 14 δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευση, και τον νιώσαμε να μας χτυπά στο στήθος – δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την αίσθηση.

Το Ιδρυμα Ευγενίδου

Τα άρθρα μου στη «Βραδυνή» διάβασαν οι υπεύθυνοι του Ιδρύματος Ευγενίδου. Η πρώτη συνάντηση με την κ. Σίμου, την αδελφή του Ευγενίδη, δεν πήγε πολύ καλά. Τα έκανα όλα λάθος. Πρόσεξα, ωστόσο, ότι το πλανητάριο του Ιδρύματος ήταν σε νηπιακή κατάσταση.

Απογοητεύθηκα με την εικόνα που αντίκρισα. Είχα την εμπειρία που χρειαζόταν, αλλά δεν είχα πάρει ακόμα ούτε πτυχίο. Δεν μου πέρασε καν από το μυαλό ότι θα μπορούσα να αντικαταστήσω τον καθηγητή Κωτσάκη στα 29 μου.

Πριν φύγουμε, η Σίμου μου είπε ότι τελικά εμείς οι Ελληνες του εξωτερικού ρίχνουμε μαύρη πέτρα πίσω μας, και δεν ενδιαφερόμαστε πια για την πατρίδα. Της απάντησα ότι πάντα ενδιαφέρομαι για την Ελλάδα, και ότι θα βρίσκομαι ένα τηλεφώνημα μακριά της. Αυτή μου η κουβέντα πρέπει να ήταν που την κέρδισε. Στο μεταξύ, πήρα πτυχίο, έγινα και διευθυντής του πλανηταρίου της Λουιζιάνας, διότι ο τότε διευθυντής του αποφάσισε να γίνει... παιδί των λουλουδιών!


Το εξώφυλλο του βιβλίου του Διονύση Σιμόπουλου που θα κυκλοφορήσει στις 30 Μαΐου.

Αργότερα η Σίμου ζήτησε πάλι να με δει. Μέσα σε δέκα λεπτά είχαμε συμφωνήσει. Ετσι το Ευγενίδειο έγινε το σπίτι μου, εκεί κοιμόμουν. Θυμάμαι, με έναν από τους διευθυντές του Ιδρύματος συγκρουόμασταν σε καθημερινή βάση. Σε μια σύσκεψη είχαμε κυριολεκτικά σκοτωθεί μπροστά σε Ελληνες και Αμερικανούς. Και πάνω στην έξαψη της στιγμής είπα ότι παραιτούμαι. Κατευθείαν πήρε ένα μειλίχιο ύφος και μου είπε: «Ξέρεις, Διονύση, οι παραιτήσεις ενίοτε γίνονται δεκτές».

Με ρωτάτε αν έχω συναίσθηση της προσφοράς μου στη χώρα. Οχι, δεν έχω. Θα σας πω κάτι, και μην το πάρετε ως ένδειξη μετριοφροσύνης. Εγώ ήμουν ο πρώτος ανάμεσα σε εκατοντάδες εργαζομένους που πέρασαν από το Ιδρυμα, αλλά ήμουν πολυλογάς και στους δημοσιογράφους άρεσε η απλότητα με την οποία εξηγούσα δύσκολες έννοιες. Φαινόμουν χαρισματικός, αλλά εγώ θεωρώ τον εαυτό μου τη γλάστρα που ποτίζεται μαζί με τον βασιλικό. Πάντοτε άκουγα τους συνεργάτες μου, και πρέπει να τονίσω ότι είχαμε τους πόρους για να πραγματοποιήσουμε αυτά που θέλαμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ