Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ιστορίες νοθείας του λαϊκού λόγου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Μοδιάνο. Ζωγραφιά ανεξίτηλη στη μνήμη». Εκθεση του Φώτη Κλογέρη στις Βιτρίνες Τέχνης του ΟΤΕ, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ερμού 40 και Καρόλου Ντηλ. Εως 31 Μαΐου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ο φιλόλογος και κριτικός Γιάννης Αποστολάκης είναι απολύτως αρνητικός για τον Κάλβο, τον Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Κρυστάλλη. Μόνο τον Σολωμό επαινεί και τα δημοτικά τραγούδια, στα οποία αφιέρωσε τρία βιβλία, συν ένα τέταρτο για τη σχέση του Κρυστάλλη με αυτά.

Ο Αποστολάκης δεν είναι λαϊκός άνθρωπος. Και δεν προσποιείται πως είναι. Δεν μπορώ να εικάσω σε ποιον βαθμό θα αποδεχόταν ότι θα έβγαινε φιλολογικά ωφελημένος, αν μετείχε του τριαδικού δημοτικού σαν τριαδικός και αυτός, διαβάζοντας, ακούγοντας και χορεύοντας. Ο ίδιος πάντως, στην εισαγωγή του βιβλίου «Το κλέφτικο τραγούδι» ομολογεί ειλικρινά πως είναι ένας «απ’ έξω», ένας γνώστης μιας μόνο μορφής των δημοτικών, της γραπτής, δηλαδή της λιγότερο δημοτικής: «Το θέμα της μελέτης είναι τα τραγούδια του λαού, όπως τα γνωρίζω από τις συλλογές. Για γνωριμιά ζωής ούτε λόγος να γίνεται και η περίσταση έλειπε και η ανατροφή του σχολείου και της κοινωνίας μ’ αποξένωνε και τα πήγαινε μακριά μου. Κι αν ποτέ, σε πανηγύρι, τύχαινε ν’ ακουστεί δημοτικό τραγούδι, ούτε αυτιά είχα και το εσωτερικό μου ήταν αδιάφορο.

Αργά, πολύ αργά, όταν είχε πια ξυπνήσει η σκέψη κι άρχισα να λογαριάζω τα πλούτη ή τη φτώχεια της ζωής, κι εκείνης που ήτανε κληρονομιά κι εκείνης που ερχότανε απ’ έξω από τον κόσμο κι από μέσα από τα εσώτατα τού είναι, τότε μονάχα ανανοήθηκα πως τα δημοτικά τραγούδια ήτανε ζωή λαχταριστή, που την είχα στερηθεί για κακό δικό μου είχε πια ξεραθεί η πηγή με το γλυκύτερο νάμα του κόσμου, η πηγή από τα περασμένα».

Δεν τα αγαπάει σαν κειμήλιο τα δημοτικά ο Αποστολάκης. Τα μελετά για την τέχνη τους, την οποία και αναδεικνύει, για την απλότητα και τη στιβαρότητά τους, που τη θεμελιώνουν στην επιλογή του ουσιαστικού και του ρήματος και στην αποφυγή των επιθέτων. Τα υμνεί επειδή είναι συνταγμένα στη «φυσική γλώσσα», τη δημοτική. Γράφει στο βιβλίο «Τα δημοτικά τραγούδια, Μέρος Α΄: Οι συλλογές»:

«Ολοι εμείς, που μιλούμε για δημοτικά τραγούδια, δε ζούμε πια μ’ αυτά μαζί, παρά τα ξέρουμε από τις διάφορες συλλογές. Οι αφορμές είναι πολλές, που κάμανε τον άνθρωπο, όχι μονάχα εδώ παρά κι αλλού, ν’ αποξενωθεί από το δημοτικό τραγούδι. [...] Μονάχα για μια θα μιλήσω, γιατί δε βρίσκεται πουθενά αλλού στον κόσμο, παρά μονάχα εδώ‧ κι αυτή είναι η παράξενη απόφαση, που πήρανε οι πνευματικοί οδηγοί μας, ν’ αλλάξουν τη φυσική τη γλώσσα και να βάλουνε στη θέση της κάποιο φτωχό κατασκεύασμα του κεφαλιού τους, πράμα να γελάς και να κλαις.

[...] Σ’ αυτό λοιπόν το γενικό κατατρεγμό της φυσικής γλώσσας ποιος να νοιαστεί για τα δημοτικά τραγούδια; Αυτά θύμιζαν τη φυσική γλώσσα κι ο μορφωμένος είχε βάλει στο κεφάλι του να μην έχει απ’ αυτή κουτός περιορισμός της φύσης, που έμελλε αργά ή γρήγορα να ξεσπάσει».

Ο Αποστολάκης τιμά τα δημοτικά γι’ αυτό που όντως είναι. Αρνείται οποιαδήποτε νόθευσή τους, είτε τη γλωσσική μορφή αφορά είτε το περιεχόμενο. Αυτός είναι και ο στόχος των μελετημάτων του: να υποδείξει και να αποδείξει πού, γιατί και πώς ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, ο Παναγιώτης Αραβαντινός και ο Νικόλαος Πολίτης πείραξαν τραγούδια των συλλογών τους. Δεν πρόκειται για τη μονομανία ενός φιλολόγου που αρέσκεται να ξηλώνει καταλεπτολογώντας. Πρόκειται για στάση καθαρή και τίμια. Εφόσον τα δημοτικά προτείνονται, πρωτίστως από τους συλλογείς και εκδότες τους, σαν γνησιότατο κάτοπτρο της νοοτροπίας και των ηθών του ελληνικού λαού, πρέπει να εξετάσουμε αν το κάτοπτρο που παραδίδουν οι τυπωμένες συλλογές είναι όχι φθαρμένο από τον χρόνο, πράγμα λογικό, αλλά ηθελημένα ευπρεπισμένο, νοθευμένο, «εμπλουτισμένο» – πράγμα ιδεολογικό. Αυτό ακριβώς επιχειρεί ο Αποστολάκης, μεθοδικά και επίμονα. Εμμονικά; Εστω, εμμονικά. Αλλά δίχως αυτήν την παρακινητική εμμονή, θα είχαμε ακόμα όλοι την ψευδαίσθηση πως είναι αυθεντικά όλα όσα διαβάζουμε στις καθιερωμένες συλλογές, αυτές που δημιουργούν τώρα πια και την εικόνα μας για το δημοτικό. 

Ο Αποστολάκης διαβάζει το προοιμιακό σημείωμα του Ζαμπέλιου στη συλλογή των «Ασμάτων δημοτικών της Ελλάδος» (1852) και δεν το προσπερνάει: «Μεταξύ των δημοσιευομένων ασμάτων υπάρχουν πολλά πρωτοφανή, και έτερα συμπεπληρωμένα, τα οποία κρίνομεν εύλογον να μη διακρίνωμεν. Οταν κτήμα λαού επιστρέφη προς λαόν, εκδότου φιλαυτία δεν παρεμβάλλεται». Σε «φυσική γλώσσα», αυτό σημαίνει ότι ο Ζαμπέλιος συμπλήρωσε κάποια τραγούδια (μάλιστα, όπως παρατηρεί ο Αποστολάκης, ο Λευκαδίτης λόγιος «δεν πήγαινε με κανόνες και αρχές, παρά άλλαζε το τραγούδι κατά την όρεξή του»), για να μην κατηγορηθεί όμως σαν «φίλαυτος», δεν προσδιορίζει ποια και πόσα «συμπλήρωσε», ούτε το είδος και την έκταση της «συμπλήρωσής» τους. Μένει έτσι στον μελετητή η δύσκολη δουλειά της ανασκαφής, της σύγκρισης των παραλλαγών, της απόδειξης. Και ο Αποστολάκης την αναλαμβάνει με προθυμία και τη διεκπεραιώνει με αποκαλυπτική επιτυχία. Δύο παραδείγματα. Στα «Ασματα δημοτικά» το τραγούδι «Παραγγελία» αρχίζει ως εξής: «Ενα καπετανόπουλο τρανό και ξακουσμένο, / πόκοψε Αγάδωνε κορμιά και Μπέηδων κεφάλια, / πόκαψε Τούρκισσων καρδιές, στον πόλεμο λαβώθη». Ο Ζαμπέλιος, όπως παρατηρεί ο Αποστολάκης, άντλησε το τραγούδι από την ανέκδοτη συλλογή του Παύλου Λάμπρου, όπου όμως αντί τριών στίχων, με ανδραγαθήματα πολεμικά και ερωτικά, υπάρχει ένας μόνο στίχος, τιμητικότατα απλός: «Ενα καπετανόπουλο στον πόλεμο σκοτώθη». Τα υπόλοιπα είναι «κούφια και περιττά στολίδια» του Ζαμπέλιου.

Το περίφημο «κλέφτικο του Βασίλη» ο Ζαμπέλιος το τυπώνει με τον τίτλο «Το παλικάρι της αναγεννήσεως», χρησιμοποιώντας σαν πηγή την έκδοση του Νικολό Τομαζέο (1842), όπου διαβάζουμε: «“Βασίλη μ’, κάτζε φρόνιμα, να γίνεις νοικοκύρης / και ν’ αποκτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες”. / “Εγώ, μάνα, δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,  και να ’μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι των γερόντων”». Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Αποστολάκης, «το φιλότιμο του Ζαμπέλιου φαίνεται πειράχτηκε με το “γερόντων” της παραλλαγής του Θωμαζέου και το άλλαξε σε “σκυλιώνε” [και να ’μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι των σκυλιώνε]. Ετσι η βρισιά πάει και πάλι στους Τούρκους κι όχι στους προεστούς και δημογέροντες δεν πρόσεξε όμως πως οι Τούρκοι είχαν σκλάβους κι όχι κοπέλια απ’ αυτά είχαν μόνο οι προεστοί».

Με δύο πρόσθετους στίχους και την αντικατάσταση μιας και μόνης λέξης ξαναγράφεται αναδρομικά η ιστορία, εθνοπρεπώς ευπρεπιζόμενη. Οχι βέβαια η ιστορία του καπετανόπουλου, αλλά η ιστορία των δημοτικών μας τραγουδιών. Και η εθνική μας ιστορία. Σαν να μην ανεχόμαστε την πραγματικότητά τους. Αυτήν ακριβώς τη νοθευτική παρέμβαση ανέδειξε και έψεξε ο Αποστολάκης. Ακούγεται, λοιπόν, απολύτως δίκαιος ο έπαινος του Αλέξη Πολίτη, στο βιβλίο του «Το δημοτικό τραγούδι: Κλέφτικα» (Ερμής, 21981): «Και τα τρία βιβλία του Αποστολάκη αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη μελέτη και την κατανόηση των δημοτικών τραγουδιών».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ