Ένας φέρελπις νεαρός μουσικός ονόματι Ρέτζι Ντουάιτ, σχετικά ντροπαλός και ενστικτωδώς ευγενής, περιφέρεται στους δρόμους του Λονδίνου στο τέλος της δεκαετίας του ’60, παίζοντας σε μικρά κλαμπ και κυνηγώντας αγγελίες για πιανίστες. Έχει εμφανέστατο ταλέντο στα πλήκτρα, με επιρροές τόσο από την τζαζ και τη σόουλ όσο και από το rock ’n’ roll, και έχει επίσης μια γλυκιά και βαθιά φωνή, που δεν περνάει απαρατήρητη. Αυτό που χρειαζόταν να κάνει για να βρει τη θέση του στη μουσική βιομηχανία ήταν να αλλάξει τον εαυτό του, να ξεχάσει ποιος ήταν, να επανεφεύρει την προσωπικότητά του. Και το έκανε ξεκινώντας από το όνομά του, το οποίο άλλαξε πολύ επιτυχημένα σε  Έλτον Τζον.

Στη βιογραφική ταινία «Rocketman» –προβάλλεται εδώ και λίγες μέρες στις ελληνικές αίθουσες σε διανομή της Odeon– παρακολουθούμε τη γέννηση του μετέπειτα σερ της ποπ μουσικής, από τα παιδικά του χρόνια και τα πρώτα του δειλά χτυπήματα στο πιάνο της γιαγιάς του μέχρι την εφηβεία του και το όνειρο μιας μουσικής καριέρας, που τελικά έγινε πραγματικότητα με την ξαφνική του εκτόξευση. «Η επιτυχία μου δεν έγινε σε καμία περίπτωση μέσα σ’ ένα βράδυ», λέει ο ίδιος ο Έλτον Τζον σε κείμενό του στον Guardian, την περασμένη εβδομάδα, όπου σχολίαζε την εμπειρία τού να βλέπει τη ζωή του στο σινεμά. «Δούλεψα σκληρά, παίζοντας σε κλαμπ, φτιάχνοντας δίσκους, γράφοντας τραγούδια με τον Μπέρνι (σ.σ. Μπέρνι Τάουπιν, ο στιχουργός με τον οποίο συνεργάστηκε σε όλη του την καριέρα), που προσπαθούσαμε να τα πουλήσουμε σε ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονταν, και πέρασαν τέσσερα ή πέντε χρόνια μέχρι να αρχίσει οτιδήποτε να συμβαίνει. Αλλά όταν συνέβη, η καριέρα μου εκτοξεύτηκε σαν πύραυλος».

Ο 72χρονος μουσικός υπήρξε για χρόνια επιφυλακτικός στο να δώσει την έγκρισή του για τα γυρίσματα μιας βιογραφικής ταινίας, αλλά τελικά πείστηκε, παρακολουθώντας την παραγωγή διακριτικά – συναντήθηκε κάποιες φορές με τον Τάρον  Έγκερτον (τον ηθοποιό που τον υποδύεται) και έδωσε τις συμβουλές του για το σενάριο, ώστε να αποτυπωθεί η πραγματικότητα όσο το δυνατόν πιστότερα. Αυτό σημαίνει ότι είχε δώσει το πράσινο φως και για όλες τις σκηνές που δεν τον κολακεύουν, τις στιγμές που φαίνεται αδύναμος, εξαρτημένος από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, προδομένος από την οικογένεια και τους φίλους του, ένας άνθρωπος μόνος, ντυμένος με φανταχτερές στολές σε βίλες εκατομμυρίων.

 


©David Appleby/ Paramount Pictures

 

Η αλήθεια μιας βιογραφίας

Στη σκηνοθεσία βρίσκεται ο Ντέξτερ Φλέτσερ, Βρετανός ηθοποιός δεύτερων κυρίως ρόλων, ο οποίος, ως σκηνοθέτης πλέον, φαίνεται να ενδιαφέρεται πρωτίστως για βιογραφίες: υπέγραψε το (πολύ συμπαθητικό) «Eddie the Eagle» για τη ζωή του Βρετανού σκιέρ Έντι Έντουαρντς (πάλι με τον Τάρον  Έγκερτον) και πέρυσι ανέλαβε να ολοκληρώσει τα γυρίσματα (μετά την απομάκρυνση του Μπράιαν Σίνγκερ) του «Bohemian Rhapsody», της βιογραφίας του Φρέντι Μέρκιουρι των Queen. Οι δύο ταινίες έχουν ομοιότητες προφανώς, παρουσιάζοντας τις ζωές δύο μουσικών θρύλων, οι οποίες παρεμπιπτόντως έχουν πολλές ομοιότητες και μεταξύ τους: ο Μέρκιουρι και ο Έλτον Τζον γεννήθηκαν με διαφορά λίγων μηνών σε μικροαστικά σπίτια σε γειτονικά προάστια του Λονδίνου, άλλαξαν τα ονόματά τους και φόρεσαν φανταχτερές στολές για να δημιουργήσουν περσόνες επί σκηνής, κλήθηκαν να διαχειριστούν τη σεξουαλικότητά τους σε μια κοινωνία επικριτική και φυσικά δοξάστηκαν και πλούτισαν, άφησαν το στίγμα τους στην ποπ και στη ροκ μουσική, δοκιμάζοντας παράλληλα το τίμημα της επιτυχίας τους. Υπήρξαν επίσης φίλοι και τραγούδησαν με διαφορά λίγης ώρας στο θρυλικό Live Aid του 1985.

Μετά τον Μέρκιουρι, λοιπόν, έχει και ο Έλτον Τζον τη δική του ταινία και, όπως φαίνεται, σιγά σιγά ο ένας μετά τον άλλον οι μεγάλοι σταρ του παρελθόντος αποκτούν τη δική τους κινηματογραφική βιογραφία. Είναι λογικό. Από τότε που η μουσική άρχισε να γεννά είδωλα παγκόσμιας εμβέλειας, δημιουργήθηκε μια γοητευτική και ανεξάντλητη μυθολογία, που πάντα αγαπάμε να μαθαίνουμε ή να θυμόμαστε. Την τελευταία δεκαπενταετία είδαμε μια ταινία για τον Μπράιαν Γουίλσον και τους Beach Boys («Love & Mercy», 2015), ένα εξαιρετικό προφίλ της ζωής του Τζόνι Κας («Walk the line», 2005) και ένα κάπως άνισο του Τζίμι Χέντριξ («Jimi: All is by my side», 2013), δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις στις ζωές των αυτόχειρων Ίαν Κέρτις («Control», 2007) και Κερτ Κομπέιν («Last Days», 2005), δύο σχετικά πλήρεις βιογραφίες του Ρέι Τσαρλς («Ray», 2004) και του Τζέιμς Μπράουν («Get on up», 2014), ρίξαμε μια ματιά στα εφηβικά χρόνια του Τζον Λένον («Nowhere Boy», 2009) και του Μόρισεϊ («England is Mine», 2017), γνωρίσαμε τα πολλά πρόσωπα του Μπομπ Ντίλαν («I’m not there», 2007) και τη συγκινητική ιστορία της Εντίθ Πιαφ («La Vie en Rose», 2007), μάθαμε για τον ράπερ Κρίστοφερ Γουάλας («Notorious», 2009) και τους N.W.A. («Straight Outta Compton», 2015), αλλά και για τις γοητευτικές φιγούρες της κάντρι, Χανκ Γουίλιαμς
(«I Saw the Light», 2015) και Μπλέιζ Φόλεϊ («Blaze», 2018).

Το πρόβλημα με αυτές τις ταινίες είναι ότι συχνά σκεπάζουν την πραγματικότητα με μυθοπλαστικές επινοήσεις· η ταινία όμως δεν είναι ντοκιμαντέρ, τυπικά δεν μας οφείλει την αλήθεια. Ο Έλτον Τζον, για παράδειγμα, δεν πήρε το επώνυμό του από τον Τζον Λένον, όπως υπονοείται στο «Rocketman», αλλά από τον τραγουδιστή Λονγκ Τζον Μπάλντρι, με τον οποίο βρέθηκε στην ίδια μπάντα στα νεανικά του χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, όπως λέει και ο ίδιος, «το νόημα ήταν να γυριστεί μια ταινία που να έμοιαζε στην πραγματική μου ζωή: χαοτική, αστεία, τρελή, φρικτή, υπέροχη και σκοτεινή. Προφανώς δεν είναι όλα αληθινά, αλλά η ταινία αποτυπώνει την αλήθεια». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ