ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ τραυματίστηκε σοβαρά ως τραυματιοφορέας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάλυψε ως ανταποκριτής την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Ανατολική Θράκη το 1922, ενώ συμμετείχε ως εθελοντής, στο πλευρό των Δημοκρατικών, στον ισπανικό εμφύλιο. Κοινώς, δεν νοούνταν πόλεμος χωρίς τον «Χεμ».

Για όλα αυτά, άφησε μερικά από τα κορυφαία του λογοτεχνικά έργα. Παραδόξως, ο Χέμινγουεϊ δεν βιάστηκε να βρεθεί στα πολεμικά μέτωπα της περιόδου 1939-1945, καθώς επίσης δεν άφησε κάποιο διάσημο λογοτεχνικό έργο εμπνευσμένο από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν εξαιρέσει κανείς τη «δράση» του στον Ατλαντικό, με το ψαράδικό του, με το οποίο υποτίθεται ότι καταδίωκε γερμανικά υποβρύχια, ο Χέμινγουεϊ, σαραντάρης πλέον, άργησε πολύ να εμπλακεί στο μεγαλύτερο πολεμικό δράμα του 20ού αιώνα. Μάλιστα, έως τον Μάιο του 1944, βρισκόταν ακόμα μακριά από την Ευρώπη. Τελικά όμως, μετά τις επαναλαμβανόμενες ικεσίες της Μάρθα Γκέλχορν, της γυναίκας του και δεινής πολεμικής ανταποκρίτριας (δεν έλειψε ο ανταγωνισμός μεταξύ τους), πείστηκε να μεταβεί στο Λονδίνο για να βρεθεί στην ακτή Ομαχα την 6η Ιουνίου του 1944 και από εκεί στην απελευθέρωση του Παρισιού έως το «άλμα» των Αμερικανών στον Ρήνο και το τελικό χτύπημα στη Γερμανία.

Αυτό ακριβώς το συναρπαστικό μέρος της ζωής του μετέπειτα Αμερικανού νομπελίστα, καλύπτει στο βιβλίο του «Ο πόλεμος του Ερνεστ Χέμινγουεϊ» (μτφρ. Γ. Λαμπράκος, εκδ. Πατάκη) ο Αμερικανός συγγραφέας και βετεράνος στρατιωτικός Τέρι Μορτ. Μαζί του είχαμε μια πυκνή ηλεκτρονική αλληλογραφία σχετικά με την τόσο γλαφυρή αφήγησή του.


Το εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

– Πόσο χρήσιμες ή επικίνδυνες ήταν αυτές οι αποστολές εντοπισμού υποβρυχίων στις οποίες επιδόθηκε ο Χέμινγουεϊ; Αυτό είναι το σημείο αφετηρίας του βιβλίου σας;
– Ο Χέμινγουεϊ πέρασε το 1942 και το 1943 ψάχνοντας γερμανικά υποβρύχια στον Κόλπο του Μεξικού. Ηταν χρήσιμο αυτό διότι οι Γερμανοί βύθιζαν συνεχώς συμμαχικά πλοία στον Κόλπο και στην Καραϊβική. Η ανθυποβρυχιακή δράση στην αρχή του πολέμου βασιζόταν πολύ στην παρατήρηση. Δεν υπήρχαν ακόμα εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα εντοπισμού. Συνεπώς, χρειάζονταν πολλά ζευγάρια μάτια για να ειδοποιούν συμμαχικά αεροπλάνα και πλοία και να καταδιώκουν τα γερμανικά υποβρύχια. Ο Χέμινγουεϊ το έκανε αυτό μαζί με φίλους του, με το σκάφος του, το «Πίλαρ». Δυνητικά ήταν επικίνδυνες αποστολές. Ενα υποβρύχιο μπορούσε να επιτεθεί ανά πάσα στιγμή. Οποτε δεν ξόδευαν τορπίλη για αυτά τα μικρά σκάφη, αναδύονταν στην επιφάνεια και έβαλλαν εναντίον τους με πολυβόλα. Στις αρχές του 1944, ωστόσο, το ναυτικό και ο στρατός των ΗΠΑ είχαν αναπτύξει κάποια συστήματα και τακτικές που κατέστησαν αυτές τις παρακολουθήσεις περιττές. Τότε ο Χέμινγουεϊ άρχισε να αναρωτιέται τι να κάνει μετά. Αυτό είναι το σημείο αφετηρίας του δικού μου βιβλίου.

– Γιατί ήταν τόσο διστακτικός να καλύψει δημοσιογραφικά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;
– Διότι σε αυτό το σημείο της ζωής του, ο Χέμινγουεϊ δεν ενδιαφερόταν πια για τη δημοσιογραφία. Μονάχα η μυθοπλασία τον ενδιέφερε. Επίσης, αντιπαθούσε τους δημοσιογραφικούς οργανισμούς, τη στρατιωτική λογοκρισία, τη γραφειοκρατία, τους ρεπόρτερ που προσπαθούσαν να γίνουν διάσημοι. Δεν του άρεσε να του λένε πού να πάει και πού όχι, με ποιον να μιλήσει ή να γράψει κ.λπ. Κατανοούσε την αναγκαιότητα της λογοκρισίας, αλλά δεν ανεχόταν κάποιον αξιωματικό δημοσίων σχέσεων να επιμελείται τα κείμενά του.

– Τον επηρέασε η γυναίκα του, η Μάρθα Γκέλχορν;
– Το 1944, ο Χέμινγουεϊ δεν είχε βιβλίο στα σκαριά. Η Μάρθα ήθελε απεγνωσμένα να πάει στην Ευρώπη και για κάμποσους μήνες τον άφησε μόνο του στην Κούβα και πήγε στο Λονδίνο. Αυτός βαρέθηκε, τον έπιασε μοναξιά. Επίσης, τον ενδιέφερε πολύ το ευρωπαϊκό μέτωπο. Οπότε πήρε την απόφαση. Συμφώνησε με το περιοδικό «Κόλιερς» και έφυγε για το Λονδίνο.

– Συμφωνείτε με την άποψη που θέλει τον Χέμινγουεϊ να μη γράφει κάποιο μεγάλο βιβλίο εμπνευσμένο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;
– Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι όσα έγραψε μετά το 1945 δεν είναι αντάξια της προπολεμικής του περιόδου. Ακόμα και το «Ο γέρος και η θάλασσα» έχει τους επικριτές του. Η πιο απλή εξήγηση είναι ότι άρχισε να μιμείται τον εαυτό του. Το μυθιστόρημα που βγήκε μέσα από τον Β΄ Παγκόσμιο ήταν το «Μέσα απ' το ποτάμι και τα δέντρα», το οποίο οι περισσότεροι κριτικοί αντιπάθησαν σφοδρά. Ο ίδιος πίστευε ότι ήταν το καλύτερό του βιβλίο. Ισχυριζόταν πως όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν ένα έμφυτο αισθητήριο που εντοπίζει τη σκαρταδούρα, είναι όμως φανερό ότι, στην περίπτωσή του, πλέον δεν λειτουργούσε πολύ καλά. Επειδή όμως ήταν παγκοσμίως διάσημος, ουδείς τολμούσε να του πει ευθέως. Εξάλλου, τα βιβλία του πωλούσαν, παρά τις κακές κριτικές, τις οποίες κατάπινε μόνος. Οσα βιβλία του κυκλοφόρησαν μεταθανάτια ουσιαστικά είναι κατώτερου επιπέδου. Η «Κινητή γιορτή» έχει κάτι από το παλιό του ύφος όπως και τα «Νησιά της Καραϊβικής». Ολα τα άλλα καλό θα ήταν να παραμείνουν στα συρτάρια. Αλλά εκδόσεις σημαίνει μπίζνες, και ο Χέμινγουεϊ πωλούσε.


Ο βετεράνος στρατιωτικός Τέρι Μορτ ερεύνησε σχολαστικά την πορεία του Χέμινγουεϊ ως πολεμικού ανταποκριτή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

– Είχε να κάνει και με μια σωματική κατάρρευση όλο αυτό;
– Νομίζω πως ναι. Είχε τραυματιστεί σοβαρά στην Ιταλία το 1918. Και παρότι ήταν ατρόμητος τύπος, είχε μια τάση να τραυματίζεται. Κάμποσα αυτοκινητιστικά ατυχήματα, δύο αεροπορικά στην Αφρική, με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, χώρια το σοκ που υπέστη όντας εκτεθειμένος στη φρίκη του πολέμου για μεγάλα διαστήματα.

Επίσης ήταν υπερτασικός, έπαιρνε φάρμακα αλλά έπινε πολύ. Μην ξεχνάτε επίσης, το τραύμα από την αυτοκτονία του πατέρα του και την κατάθλιψη που επιδεινωνόταν σταθερά μέσα του. Ο άνθρωπος βρισκόταν σε συνεχή σωματικό και ψυχικό πόνο από ένα σημείο κι έπειτα. Πώς να μην επηρεαστεί η δημιουργική πλευρά του;

Ισχυριζόταν πως είχε σκοτώσει 122 Γερμανούς στο πεδίο της μάχης

– Τι μπορούμε να πούμε για την ποιότητα των ανταποκρίσεών του στον Β' Παγκόσμιο; Tης Γκέλχορν ξεχώρισαν περισσότερο;
– Η Μάρθα έπαιρνε τη δουλειά της στα σοβαρά. Ηταν γενναία, έβρισκε πηγές, δούλευε σκληρά. Ο Χέμινγουεϊ ήθελε να δουλεύει τόσο όσο χρειαζόταν για να μην τον στείλουν σπίτι. Εγραψε μόνον έξι κομμάτια στα γρήγορα, τα οποία κανένας δεν θυμάται. Το χειρότερο ήταν όμως ότι σε αυτές τις ανταποκρίσεις είχε τη μανία να βάζει τον εαυτό του στο επίκεντρο της ιστορίας. Το κομμάτι του για την απόβαση στη Νορμανδία είναι καλό παράδειγμα: παρότι είναι γλαφυρό, αποτυπώνει τον εαυτό του να οδηγεί την επιχείρηση δίνοντας εντολές στον αξιωματικό του ναυτικού. Οσο διάσημος κι αν ήταν, ένας πολίτης δεν μπορούσε να διατάξει αξιωματικό· ο τελευταίος, επιφορτισμένος με τις ζωές των ανδρών του, δεν θα επέτρεπε κάτι τέτοιο.

– Μπορούμε να συγκρίνουμε τον ανταποκριτή Χέμινγουεϊ με άλλους της περιόδου, όπως τον Ερνι Πάιλ;
– Ολοι αγαπούσαν τον Ερνι Πάιλ. Εγραφε για τον απλό στρατιώτη. Αυτοί ήταν οι πρωταγωνιστές, όχι ο εαυτός του. Μπορεί να ήταν κάπως συναισθηματικό το γράψιμό του αλλά ταίριαζε στην εποχή.

– Ο Χέμινγουεϊ κόμπαζε για τους Γερμανούς που είχε ο ίδιος σκοτώσει. Ισχύει;
– Ο Χέμινγουεϊ ισχυριζόταν πως είχε σκοτώσει 122 Γερμανούς στο πεδίο της μάχης. Χωρίς αμφιβολία, αυτό δεν στέκει. Μάλλον δεν σκότωσε ποτέ κανέναν, μολονότι στην πορεία για την απελευθέρωση του Παρισιού και στη φρίκη της εκστρατείας στο δάσος του Χέρτγκεν, είχε όπλο και το χρησιμοποίησε. Αλλο πυροβολώ, όμως, και άλλο σκοτώνω. Στον δρόμο για το Παρίσι, ένας Γάλλος αντιστασιακός τού είπε ότι κάμποσοι Γερμανοί κρύβονταν σε ένα κελάρι. Ο Χέμινγουεϊ τους ζήτησε να παραδοθούν, αυτοί δεν απάντησαν κι έριξε μέσα τρεις χειροβομβίδες, αλλά ποτέ δεν έλεγξε αν και πόσοι σκοτώθηκαν. Το δίχως άλλο, κάμποσες από τις αφηγήσεις του ήταν επινοημένες. Σε αυτές τις υπερβολές έπαιξε ρόλο και το αλκοόλ. Καθώς μεγάλωνε, τις πίστευε και ο ίδιος.

– Τι προσπαθούσε να αποδείξει με όλες αυτές τις ιστορίες ανδρισμού;
– Ενα από τα χειρότερα πράγματα που έχουν ειπωθεί για τον Χέμινγουεϊ ήταν ότι επικάλυπτε προσωπικές φοβίες με όλη αυτή τη ρητορική περί θάρρους και «αξιοπρέπειας υπό πίεση». Οι περισσότεροι από αυτούς τους κριτικούς έχουν απλώς τη δική τους ατζέντα, αλλά ο ίδιος ήταν εύκολος στόχος λόγω της πληθωρικής του προσωπικότητας και της εξοργιστικής του συμπεριφοράς, εξαιτίας και του αλκοόλ. Ο στρατηγός Μάρσαλ, που ήταν μαζί του στον δρόμο για το Παρίσι, έλεγε ότι ο Ερνεστ είχε «το κουράγιο ενός άγριου βοδιού». Ο συνταγματάρχης Λάνχαμ, διοικητής του 122ου Συντάγματος στο Χέρτγκεν, έγραψε στη γυναίκα του ότι «ο Χέμινγουεϊ είναι ο πιο γενναίος άνδρας που έχω γνωρίσει».

– Πώς μπορούμε να τον διαβάσουμε στην εποχή του MeToo;
– Νομίζω ότι θα κατανοούσε απολύτως αυτό το κίνημα. Ηταν ένας ρομαντικός και όταν ερωτευόταν παντρευόταν. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές αλλά δεν έπαιζε με τις γυναίκες. Δεν τις θεωρούσε λεία του. Εκτιμούσε το θάρρος και την ατομικότητα όχι μόνον στους άνδρες αλλά και στις γυναίκες. Νομίζω θαύμαζε γυναίκες που δεν ανέχονταν την ανάρμοστη συμπεριφορά. Η Μάρθα Γκέλχορν ήταν μία από αυτές.

– Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες του βιβλίου σας είναι η τραγική εκστρατεία στο δάσος του Χέρτγκεν, στα σύνορα Βελγίου - Γερμανίας, τον Δεκέμβριο του 1944. Θα λέγατε ότι αυτή ήταν μια από τις πιο τραυματικές πολεμικές εμπειρίες του Χέμινγουεϊ, στον βαθμό τού να είχε πάθει μετατραυματικό σύνδρομο άγχους;

– Αμφιβάλλω ότι έπασχε από μετατραυματικό σύνδρομο άγχους (ΜΣΑ). Ακόμα κι αν υπέφερε από αυτό, θα το διέψευδε. Οπως και ο στρατηγός Πάτον, ο Χέμινγουεϊ δεν αποδεχόταν καταστάσεις όπως «ψυχική κόπωση μάχης» κ.λπ. Μια φορά τσακώθηκε με έναν στρατιωτικό ψυχίατρο πάνω σε αυτό το θέμα. Παραλίγο να έρθουν στα χέρια. Στο δάσος του Χέρτγκεν είδε φίλους και συντρόφους να σκοτώνονται σε μια ανώφελη εκστρατεία ενάντια σε έναν καλά οχυρωμένο εχθρό, μέσα στο καταχείμωνο, σε ένα πυκνό δάσος που απαγόρευε τη χρήση αρμάτων μάχης και καθιστούσε τη χρήση της αεροπορίας περιττή. Είδε διοικητές να εκδίδουν ανούσιες διαταγές από τα μετόπισθεν και είδε αξιωματικούς και στρατιώτες να υπακούουν μόνο και μόνο για να γίνουν κομμάτια. Ηταν μια τραγωδία υπαρξιακού επιπέδου. Ο Λάνχαμ συνόψισε την αντίδραση του Χέμινγουεϊ και τη δική του απέναντι σε αυτό το σφαγείο: «Η αγωνία μου ήταν απερίγραπτη. Οι άνδρες αυτοί είχαν κάνει θαύματα... ο θαυμασμός μου και ο σεβασμός μου γι' αυτούς ήταν... υπερβατικός». Συγκριτικά με αυτό, το ΜΣΑ είναι μάλλον χλιαρό. Ηταν πολύ χειρότερη η κατάσταση εκεί. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ