ΜΟΥΣΙΚΗ

Μότσαρτ που κόβει την ανάσα, από την Αννε-Ζοφί Μούτερ

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Στην απόλυτη ακμή της, με εξαιρετική τεχνική αλλά και μεγάλη εμπειρία, η Μούτερ έδωσε συναρπαστικές ερμηνείες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Την (παιδική) πρώτη Συμφωνία και τρία Κοντσέρτα για βιολί του Μότσαρτ, το δεύτερο (Κ.211), το τρίτο (Κ.216) και το πέμπτο (Κ.219), απέδωσε στις 20 Μαΐου στην πρώην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» η «Ορχήστρα Δωματίου Βιέννη - Βερολίνο» με σολίστ την Αννε-Ζοφί Μούτερ. Η βραδιά υπήρξε από κάθε άποψη ένα μάθημα για το πώς χιλιοπαιγμένα έργα μπορούν ακόμη να ηχούν απίστευτα συναρπαστικά, χάρη στη φαντασία, στη μουσικότητα και στο καλό γούστο των ερμηνευτών, χάρη στη γνώση γύρω από το συγκεκριμένο ρεπερτόριο και στη μακρά εξοικείωση με αυτό.

Μετά τέσσερις δεκαετίες στην κορυφή, η Μούτερ εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους ωραιότερους ήχους στον χώρο, γεμάτο, θερμό, μεγάλο, μυώδη και παλλόμενο σε όλες τις θέσεις, είτε παίζει χαμηλόφωνα είτε δυνατά, είτε οι φράσεις είναι επιθετικές είτε λυρικά διάφανες. Δεν οφείλεται στο όργανο – και άλλοι συνάδελφοί της παίζουν σε εξίσου καλά βιολιά: είναι η ίδια η βιολονίστρια εκείνη η οποία έχει καλλιεργήσει αυτή την απαράμιλλη ποιότητα, την οποία επιπλέον αξιοποιεί με τον πιο επιτυχημένο τρόπο. Διότι, φυσικά, κυρίως ζητούμενο δεν είναι τόσο ένας αισθητικά ωραίος όσο ένας εκφραστικός ήχος. Εδώ υπεισέρχονται οι παράγοντες της εμπειρίας, της ευφυΐας και του προσωπικού γούστου. Ενδεικτικές ήταν οι «καντέντσες» που διαμόρφωσε η Μούτερ, δηλαδή τα μέρη ελεύθερης δεξιοτεχνίας για καθένα από τα μέρη των τριών Κοντσέρτων: ενώ ήταν εγγεγραμμένα στην αισθητική της μουσικής του Μότσαρτ, φανέρωναν ταυτόχρονα τη διαδρομή της βιολονίστριας σε ένα ανεξάντλητο ρεπερτόριο από το μπαρόκ έως έργα απολύτως σύγχρονα. Αντιμετώπισε, δηλαδή, την πρόκληση από τη σκοπιά μιας ερμηνεύτριας του 21ου αιώνα, η οποία στρέφεται με δημιουργικό τρόπο στην παράδοση.

Συνολικά οι ερμηνείες της Μούτερ ήταν διαποτισμένες από σύγχρονη ματιά, η οποία πατούσε γερά στην εξοικείωση με τη μουσική του Μότσαρτ. Ενώ, όμως, οι ερμηνευτικές επιλογές της είχαν σαφές προσωπικό στίγμα, σε κανένα σημείο δεν είχε κανείς την αίσθηση πως η ερμηνεύτρια επιβαλλόταν στο έργο ή ότι η μουσική αποτελούσε πρόσχημα για την προβολή μιας προσωπικής άποψης. Οι εκφραστικές αυξομειώσεις της ταχύτητας, οι πεντακάθαρα αρθρωμένες κλίμακες που συχνά πήγαζαν από έξοχα ελεγχόμενες νευρικές τρίλιες, οι χαρακτηριστικοί τονισμοί φθόγγων, όλα είχαν στόχο να δοθεί σαφές περίγραμμα σε κάθε μουσική παράγραφο και να αποδοθεί το πνεύμα αυτής της μουσικής, που ισορροπεί μοναδικά ανάμεσα στο συναίσθημα και στη λογική, ερεθίζοντας το ένα μέσα από το άλλο.

Οι μόλις δεκαεπτά μουσικοί που πλαισίωναν τη Μούτερ μοιράζονταν μαζί της τις ίδιες αξίες. Προερχόμενοι από δύο κορυφαία ευρωπαϊκά σύνολα, τις φιλαρμονικές ορχήστρες της Βιέννης και του Βερολίνου, και καθοδηγούμενοι από τον έμπειρο Ράινερ Χόνεκ, γέμισαν την αίθουσα με τον θερμό, ευέλικτο και εξαιρετικά εστιασμένο ήχο τους. Στήριζαν εξίσου τη νευρώδη ερμηνεία της Μούτερ στα ζωηρά μέρη όσο και τον λυρισμό της στα αργά. Και απέδωσαν την πρώτη Συμφωνία, που ο συνθέτης έγραψε στα οκτώ του χρόνια, υπογραμμίζοντας τα στοιχεία που προσδιόρισαν την ωριμότητά του. Μια ξεχωριστή βραδιά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ