ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Αδάμ Μπουσδούκος: «Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι είναι ίδιοι»

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ο Αδάμ Μπουσδούκος στα γυρίσματα της ταινίας, που κυκλοφορεί αυτήν την εβδομάδα στις αίθουσες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Από τότε που τον είδα να πρωταγωνιστεί στο «Soul Kitchen» του Φατίχ Ακίν, σκέφτηκα πως αυτόν τον τύπο θέλω να τον γνωρίσω. Είναι που ο Αδάμ Μπουσδούκος μοιάζει στις περισσότερες ταινίες να παίζει λίγο πολύ τον εαυτό του – η ερμηνεία του βγαίνει αυθεντικά και (φαινομενικά) δίχως προσπάθεια. Κάτι τέτοιο κάνει και στο «Αναζητώντας τον Χέντριξ», το νέο φιλμ του Μάριου Πιπερίδη, που κυκλοφορεί από αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες. Εκεί υποδύεται τον Γιάννη, έναν χρεωμένο μέχρι τον λαιμό μουσικό, ο οποίος ετοιμάζεται να αφήσει την Κύπρο και να μεταναστεύσει στη Βόρεια Ευρώπη, παρέα με τον σκύλο του τον Τζίμι. Ο τελευταίος, ωστόσο, πάνω στην ώρα το σκάει προς τα Κατεχόμενα και ο Γιάννης βρίσκεται να τον ψάχνει κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής της Λευκωσίας.

«Πάντα με ενδιέφερε πολύ το Κυπριακό. Μπορεί να γεννήθηκα και να μεγάλωσα στη Γερμανία, όμως το γνώριζα από μικρός, όπως και όλη την ιστορία της περιοχής. Βέβαια, από κοντά το είδα και το ένιωσα όταν πήγα στο νησί το 2010 για το “Soul Kitchen”. Κατάλαβα πώς είναι να τελειώνει ο δρόμος στη μέση της πόλης, είχα πάει και σε κάποια κατεχόμενα χωριά», μου λέει ο Μπουσδούκος, ο οποίος βρέθηκε στην Αθήνα για την πρεμιέρα της ταινίας. Από την ομιλία αλλά και τις γνώσεις του είναι φανερό πως μεγάλωσε σε μια οικογένεια μεταναστών η οποία προσπάθησε σκληρά για να μην λησμονήσει την ελληνική του ταυτότητα.

«Με ενδιαφέρει η ιστορία όλης αυτής της περιοχής, της Νοτιοανατολικής Μεσογείου γενικότερα. Είναι η ιστορία των προγόνων μου και χαίρομαι όταν έρχεται κοντά μου μέσω του σινεμά. Πρέπει να ξέρεις τον εαυτό σου, ώστε να μπορείς να τον αλλάξεις. Το έχω δει και στους Γερμανούς αυτό: έπρεπε να δουλέψουν πάνω στα προβλήματά τους, στο σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας τους. Τώρα βέβαια το έχουν βαρεθεί πια, όμως κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται να ξεχαστεί. Βλέπουμε τι γίνεται τα τελευταία χρόνια με την άνοδο της Ακροδεξιάς».

Η ταινία του Πιπερίδη, από την άλλη, μεταχειρίζεται ένα πολύ φορτισμένο ζήτημα με αρκετά πρωτότυπη ελαφράδα, χωρίς παράλληλα να το γελοιοποιεί. «Και τα δύο στυλ, κωμωδία και δράμα, ταιριάζουν στο θέμα – η ταινία, άλλωστε, κινείται κάπου στη μέση. Το σινεμά είναι ελευθερία, μπορείς να μιλήσεις για ένα σοβαρό ή ευαίσθητο θέμα και με τρόπο κωμικό. Ούτως ή άλλως, στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει το παράλογο του πράγματος και είναι ωραίο να το δείξεις μέσα από την ιστορία του σκύλου· ενός ζώου, δηλαδή, που δεν αναγνωρίζει την έννοια του συνόρου», λέει σχετικά ο Ελληνας ηθοποιός.

Το πιο θετικό, πάντως, με το «Αναζητώντας τον Χέντριξ» είναι πως διαβαίνει ακριβώς αυτό το σύνορο προκειμένου να δείξει και την άλλη, πολλές φορές δαιμονοποιημένη πλευρά. «Στα γυρίσματα της ταινίας γνώρισα Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους και είδα πως είναι οι ίδιοι άνθρωποι: έχουν το ίδιο δέρμα, τα ίδια μαλλιά, τα ίδια γένια. Και διαφέρουν, για παράδειγμα, από τους κατοίκους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Είμαι βέβαιος ότι μπορούν να ζήσουν καλά μαζί. Από την άλλη, υπάρχουν και οι έποικοι. Ανθρωποι που πλέον είναι επίσης γεννημένοι στην Κύπρο και δεν ξέρουν άλλη πατρίδα. Χαίρομαι που στο φιλμ υπάρχει και έχει φωνή ένας έποικος – δεν το βλέπεις συχνά στο σινεμά», καταλήγει ο Αδάμ Μπουσδούκος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ