ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μέρβιν Κινγκ στην «Κ»: Ανησυχώ ότι δεν έχουμε κάνει αρκετά

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

«Αν υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο διαπρέπουν οι πολιτικοί, είναι να αποφεύγουν τις ευθύνες τους», λέει ο λόρδος Μέρβιν Κινγκ. ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Μέρβιν Κινγκ ήταν εκεί όταν ο Μάριο Ντράγκι είπε τις διάσημες πλέον φράσεις που σηματοδότησαν την αρχή του τέλους της ευρωκρίσης. Ως διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας είχε προσκαλέσει τον πρόεδρο της ΕΚΤ –κατόπιν παραίνεσης του πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον– να συμμετάσχει σε συνέδριο στο Λονδίνο παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων.. 

«Στεκόμουν δίπλα του όταν εκφώνησε την ομιλία του», λέει στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ», στα κεντρικά γραφεία της Τραπέζης της Ελλάδος, ο λόρδος Κινγκ. «Παρατήρησα ότι δεν είχε μπροστά του κείμενο – κάτι πολύ σπάνιο για κεντρικό τραπεζίτη. Είχε απλά λίγες λέξεις σε ένα κομμάτι χαρτί. Είπε λοιπόν τη γνωστή φράση, “θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί για να διασώσουμε το ευρώ”, και το κοινό τον κοίταζε με σκεπτικισμό. Αντιδρώντας σε αυτό, είπε το δεύτερο μέρος, εντελώς αυθόρμητα: “Και πιστέψτε με, θα είναι αρκετό”». Οπως θυμάται ο Κινγκ, μετά ο επικεφαλής της ευρωτράπεζας «ήταν αβέβαιος, θα έλεγα αγωνιούσε» για τον αντίκτυπο που θα είχαν τα λόγια του. «Το σημείο καμπής, και ο λόγος που ο Ντράγκι εμφανίστηκε χαμογελαστός την επόμενη μέρα στην τελετή έναρξης, ήταν ότι εν τω μεταξύ η Αγκελα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολάντ είχαν εκφράσει δημοσίως και ενθέρμως τη στήριξή τους σε αυτόν. Αυτό έστειλε στις αγορές το μήνυμα ότι η δέσμευση να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για το ευρώ δεν ήταν μόνο της ΕΚΤ, αλλά και των δύο ισχυρότερων κυβερνήσεων της Ευρωζώνης».

Σύμφωνα με τον πρώην κεντρικό τραπεζίτη του Ηνωμένου Βασιλείου, το πρόγραμμα OMT, το οποίο αποτέλεσε την ενσάρκωση της δέσμευσης Ντράγκι, «ξεκάθαρα αντιβαίνει στη Συνθήκη της Ε.Ε. Αν υπάρξει νέα κρίση κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη, τα λόγια δεν θα αρκέσουν· θα χρειαστεί να γίνουν οι αγορές ομολόγων που προβλέπει το πρόγραμμα.

Αυτό θα είναι νομικά αμφιλεγόμενο και δεν είναι σαφές ότι θα μπορέσει να γίνει με την αναγκαία ταχύτητα. Η ΕΚΤ παράλληλα έχει εξαντλήσει όλα τα άλλα της εργαλεία. Γι’ αυτό και ο Ντράγκι και τα υπόλοιπα κορυφαία στελέχη της τράπεζας μιλούν επιτακτικά για την ανάγκη να αναλάβουν τις ευθύνες τους οι πολιτικοί και να κινηθεί η Ευρωζώνη προς μία δημοσιονομική ένωση. Αλλά αν υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο διαπρέπουν οι πολιτικοί, είναι να αποφεύγουν τις ευθύνες τους».

Ο λόρδος Κινγκ είναι δριμύς στην αποτίμηση της διαχείρισης της ελληνικής κρίσης. «Αυτό που είναι αδιανόητο είναι ότι η συλλογική προσπάθεια των Ευρωπαίων οδήγησε σε απώλεια ΑΕΠ στην Ελλάδα μεγαλύτερη από αυτήν των ΗΠΑ στα χρόνια της Μεγάλης Υφεσης – και σε ακόμα μεγαλύτερη πτώση εισοδημάτων. Οταν ήμουν φοιτητής στα τέλη της δεκαετίας του ’60 θεωρούσαμε ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ ξανά. Ανεξαρτήτως αν έγινε εσκεμμένα ή όχι, είναι φρικτό αυτό που συνέβη στην Ελλάδα».

Υπέρ του Brexit

O πρώην κεντρικός τραπεζίτης –και νυν καθηγητής Οικονομικών στο New York University– προκάλεσε αναταράξεις προ διμήνου όταν τάχθηκε υπέρ της αποχώρησης της Βρετανίας από την Ε.Ε. χωρίς συμφωνία μετά μία εξάμηνη περίοδο προετοιμασίας. Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, σημειώνει στην «Κ», ήταν «οριακό αλλά ήταν σαφές». Το Κοινοβούλιο, όμως, «παρότι ψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία υπέρ της προκήρυξης του δημοψηφίσματος, στη συνέχεια ανακάλυψε ότι κατά πλειοψηφία διαφωνεί με το αποτέλεσμα αυτό και έτσι μπλόκαρε την εφαρμογή του».

Ο λόρδος Κινγκ είναι εξίσου επικριτικός απέναντι στην Τερέζα Μέι και στη συμφωνία που διαπραγματεύθηκε. «Η συμφωνία αυτή ήταν o χειρότερος δυνατός συνδυασμός: οδηγούσε στην απώλεια των οφελών συμμετοχής στην Ε.Ε. χωρίς την ανάκτηση κυριαρχίας. Η κ. Μέι άλλαξε τη θέση της από την άποψη ότι μία κακή συμφωνία είναι χειρότερη από την έξοδο χωρίς συμφωνία στην άποψη ότι είναι προτιμητέα η μη συμφωνία από το no deal. Κατάφερε έτσι κάτι που θεωρούσα ανέφικτο: ένωσε τα στρατόπεδα του Leave και του Remain. Δυστυχώς για εκείνη, τα ένωσε εναντίον της δικής της συμφωνίας».

Προσθέτει ότι η κυβέρνηση Μέι έπρεπε να είχε προωθήσει το «φιλοευρωπαϊκό» επιχείρημα υπέρ του Brexit. «Οι Βρετανοί αγαπούν την Ευρώπη. Δεν αγαπούν την πολιτική δομή της Ε.Ε. Για πολλές χώρες που βρέθηκαν υπό κατοχή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή υπό στρατιωτική δικτατορία μεταπολεμικά, η προσχώρηση στην Ε.Ε. ήταν εχέγγυο δημοκρατίας. Η Βρετανία βρέθηκε τελευταία φορά υπό ξένη κατοχή το 1066».

Η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές, θεωρεί, μπορεί να δώσει τη λύση, υπό τον όρο τα δύο μεγάλα κόμματα να προσέλθουν στην κάλπη με συγκεκριμένες, ξεκάθαρες και αντίθετες απόψεις σχετικά με το Brexit και ένα εξ αυτών να κατακτήσει την αυτοδυναμία. «Αυτή τη στιγμή, με την υπάρχουσα σύνθεση του Κοινοβουλίου, δεν υπάρχει πλειοψηφία για καμία από τις εναλλακτικές επιλογές». Αντιθέτως, δεν θεωρεί ότι η διέξοδος μπορεί να προκύψει από ένα δεύτερο δημοψήφισμα, μεταξύ άλλων, γιατί «θα υπάρχει μεγάλη δυσκολία με τη διατύπωση, δεν θα μπορέσουν τα δύο κόμματα να συμφωνήσουν επ’ αυτού, γιατί υπάρχουν πολύ περισσότερες από δύο επιλογές».

Οπως τόνισε, πάντως, και στη διάλεξή του στην Τράπεζα της Ελλάδος τη Δευτέρα, ο λόρδος Κινγκ δεν ανησυχεί για τις μακροπρόθεσμες οικονομικές συνέπειες του Brexit για τη βρετανική οικονομία. «Οι ειδικοί σε θέματα διεθνούς εμπορίου θεωρούν ότι είναι υπερβολές τα περί δραματικών συνεπειών στην παραγωγικότητα και στην ανάπτυξη από την επιβολή περιορισμών στο ελεύθερο εμπόριο. Ο μέσος δασμός που θα καταβάλλαμε αν το εμπόριο με την Ε.Ε. γινόταν με όρους ΠΟΕ θα ήταν 3%. Αυτό θα ήταν αμελητέο σε σύγκριση με τα επίπεδα για τα οποία μιλάει ο Τραμπ. Τα περισσότερα θέματα που έχουν αναδειχθεί ως λόγοι αποφυγής της εξόδου χωρίς συμφωνία θα μπορούν να ξεπεραστούν με σωστή διαχείριση από τη δημόσια διοίκηση – αρκεί να είχε υπάρξει επαρκής προετοιμασία. Γι’ αυτό και ασκώ έντονη κριτική στη βρετανική κυβέρνηση που δεν έχει αφιερώσει καθόλου χρόνο και έχει δαπανήσει ελάχιστα χρήματα για να προετοιμαστεί για τη μη συμφωνία». 

Αυτό που ανησυχεί περισσότερο τις βρετανικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τον πρώην διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας, είναι «η αβεβαιότητα που γεννά η αδυναμία του Κοινοβουλίου να καταλήξει σε μία απόφαση, η οποία έχει οικονομικό κόστος, οι κίνδυνοι που κάποιοι βλέπουν στο ενδεχόμενο να αναλάβει την πρωθυπουργία ο Τζέρεμι Κόρμπιν».

Εκείνον τον ανησυχεί αυτό; «Είναι σαφές ότι υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με τον βαθμό στον οποίο θα αυξηθούν οι φόροι, την εμβέλεια ενός πιθανού προγράμματος κρατικοποιήσεων. Η οικονομική πολιτική θα ήταν πολύ διαφορετική. Προσθέστε σε αυτό το γεγονός ότι οι περισσότεροι βουλευτές των Εργατικών έχουν εκφράσει σε κάποια φάση των τελευταίων ετών τη μη εμπιστοσύνη τους στον Κόρμπιν. Αυτό επιτείνει την πολιτική αστάθεια».

Η μόχλευση και η «φούσκα»

Ο Κινγκ έχει επικριθεί έντονα για ανεπαρκή μέτρα διαχείρισης της «φούσκας» που οδήγησε στη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Δηλώνει στην «Κ» ότι είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους της υπερβολικής μόχλευσης, ειδικά σε ομιλία του στο Mansion House το καλοκαίρι του 2007 κατά την οποία, θυμάται, αποδοκιμάστηκε από τα παριστάμενα στελέχη του City. Παραδέχεται, ωστόσο, ότι «υπήρξε μία αποτυχία στο επίπεδο της φαντασίας ανά τον δυτικό κόσμο» και μία αδικαιολόγητη πίστη στην ιδέα «ότι ο μηχανισμός της αγοράς αυτορρυθμίζεται».

Εχουν γίνει αρκετά έκτοτε για να σταθεροποιήσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα; Είναι επαρκείς οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλουν στις τράπεζες; «Ανησυχώ ότι δεν έχουμε κάνει αρκετά. Κατ’ αρχάς, εξακολουθούμε να βασιζόμαστε σε μεθόδους στάθμισης κινδύνων που επιτρέπουν στις τράπεζες να επινοούν τους αριθμούς που τις βολεύουν. Δεν έχουμε ιδέα πώς να σταθμίσουμε τον κίνδυνο που συνεπάγεται η κάθε κατηγορία περιουσιακών στοιχείων σε μία μελλοντική κρίση – και αυτό είναι μόνο που έχει σημασία. Σκεφθείτε τα κρατικά ομόλογα – πριν από την κρίση τα θεωρούσαμε απολύτως ασφαλή. Αποδείχθηκε ότι είχαμε τελείως άδικο. Αρα εγώ θα επέλεγα απλά έναν αυστηρότερο δείκτη μόχλευσης από αυτόν που ισχύει σήμερα. Επιπλέον, θα ήθελα να δω τις τράπεζες να θέτουν στην άκρη περιουσιακά στοιχεία ως ενέχυρα, ώστε σε περίπτωση κρίσης να γνωρίζουν οι αγορές και οι καταθέτες ότι υπάρχουν και άρα η κεντρική τράπεζα μπορεί να τις δανείσει χωρίς δεύτερη κουβέντα».

Ως επικεφαλής της Τράπεζας της Αγγλίας, ο Κινγκ είχε κατηγορηθεί για πολιτικές παρεμβάσεις, ειδικά υπέρ του προγράμματος λιτότητας της κυβέρνησης συνασπισμού Συντηρητικών - Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Στην Ελλάδα, ο νυν διοικητής της ΤτΕ έχει επικριθεί επανειλημμένως και σφόδρα ότι μιλάει πέραν των αρμοδιοτήτων του· η μομφή κατά του προκατόχου του, αντιθέτως, ήταν ότι δεν είχε προειδοποιήσει με τoν αναγκαίo ζήλο για την καταστροφή που ερχόταν. Πόσο δύσκολο είναι για έναν κεντρικό τραπεζίτη να διακρίνει τα όρια του τι πρέπει και τι δεν πρέπει να πει; Τι κριτήρια χρησιμοποίησε ο ίδιος;

«Εγώ έδινα σπάνια συνεντεύξεις ως διοικητής, και θεωρώ λανθασμένη την πρακτική να κάνουν οι κεντρικοί τραπεζίτες προβλέψεις για την πορεία που θα ακολουθήσουν τα επιτόκια. Σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα το ζήτημα είναι πιο πολύπλοκο – και εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το αν οι αρμοδιότητες της κεντρικής τράπεζας περιλαμβάνουν τη ρύθμιση των τραπεζών».

Σχετικά με τα δημόσια οικονομικά; Οφείλει ο κεντρικός τραπεζίτης να σημάνει συναγερμό αν κρίνει ότι η δημοσιονομική πολιτική οδηγεί τη χώρα προς τον γκρεμό; «Ναι και όχι. Προφανώς δεν αρέσει στους υπουργούς Οικονομικών όταν οι κεντρικοί τραπεζίτες μιλούν για δημόσια οικονομικά· αλλά οι περισσότεροι κεντρικοί τραπεζίτες το κάνουν. Η δυσκολία είναι ότι πρέπει να φανεί ότι σχολιάζει με έναν ουδέτερο τρόπο, χωρίς σκοπό να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ