ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Οι αμέτρητοι, «άσημοι» ραψωδοί ενός έπους...

Του Παντελή Μπουκάλα

Δημήτριος Σωτ. Λουκάτος: «Οπλίτης στο Αλβανικό Μέτωπο. Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-41». Εκδόσεις «Ποταμός», 2001, σελ. 349. Τις τρώει ο στόμφος τις επετείους, τους υπεξαιρεί το μισό νόημα η εξιδανικευτική υπερβολή και η εκ των υστέρων τακτοποίηση της ιστορικής ύλης, που φαλκιδεύεται ή συμπιέζεται ώστε να προσαρμοστεί στα σχήματα που ετοιμάζει ο νους όχι τόσο για να ερμηνεύσει τα πράγματα όσο για να εξαγιάσει τα πρόσωπα. Στα σχήματα αυτά, που εδράζονται σε αριθμούς και τιμούν τους ηγήτορες, σπανιότατα χωράει ο άνθρωπος σαν μονάδα, ο άσημος άνθρωπος εννοείται, αυτός που η μόνη δόξα που του έχει κληρωθεί είναι η ζωούλα του κι όταν τη χάνει τη ζωή στο πεδίο της μάχης, γίνεται μια μικρή κουκκίδα στο φωτοστέφανο που προορίζεται για τον ηγήτορα και πάλι.

Το μέγα δράμα, όπως σκηνοθετείται και αναπαριστάνεται από την κανοναρχημένη συλλογική μνήμη, απορροφά τις μικρές τραγωδίες, αυτές που φανερώνουν την άλλη όψη του πολέμου, την αυθεντικότερη. Κι έρχονται κάποια στιγμή τα ημερολογιακά σημειώματα των ανωνύμων (τίποτε δεν αλλάζει αν εν τω μεταξύ έγιναν γνωστοί), για να μας θυμίσουν ότι ο πόλεμος αφορά ανθρώπους κι όχι μηχανές, και ότι ένα έπος έχει χιλιάδες, αμέτρητους ραψωδούς, εκτός από εκείνους που έσπευσαν να υπογράψουν και να ιδιοποιηθούν τη σύνθεσή του.

Με τα (πολεμικά ή μη) ενθυμήματα και απομνημονεύματα που γράφονται με κρύο αίμα, με πρώτη ύλη την ανάμνηση κι όχι το βίωμα, έχουμε πάντοτε να σκεφτούμε το σοβαρό ενδεχόμενο η ύστερη γραφή να είναι και κάμποσο υστερόβουλη η μνήμη, πότε από κόπωση και πότε από ιδεολογική εμμονή, αφήνει κενά ή αναδιευθετεί το μνημονικό υλικό, επιχειρώντας τον αναδρομικό καθαρισμό του, την εξομάλυνσή του.

Με τα ημερολόγια που γράφτηκαν εν θερμώ, ενόσω παίζονταν όλα, και δημοσιεύονται χρόνια και χρόνια έπειτα, ο αναγνώστης δεν μπορεί να αποφύγει την αμήχανη σκέψη ότι όλο και κάποια επεξεργασία (κι όχι μόνον αισθητικού τύπου) υπέστησαν με τον καιρό. Διαβάζει τότε ανάμεσα στις γραμμές, αναζητώντας τεκμήρια για να στηρίξει τις υπόνοιές του ή και για να τις αναιρέσει. Ενίοτε, για να απλουστεύσει τα πράγματα, αποφασίζει να εμπιστευτεί τον συγγραφέα (να εμπιστευτεί δηλαδή την αυθεντικότητα, τον πρωτογενή χαρακτήρα των κειμένων που εκδίδονται) ή να αποδεχτεί ότι και η «πλεκτάνη», είναι νόμιμο συστατικό της λογοτεχνίας, ενώ βέβαια δεν μπορεί να είναι της ιστοριογραφίας.

Οι «Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-41» του Δημητρίου Σωτ. Λουκάτου (γεν. στην Κεφαλονιά το 1908), του λαογράφου με το πλουσιότατο, αναγνωρισμένο έργο, λαγαρές και με ευθύ το στοχασμό τους, σε πείθουν να τις εμπιστευτείς. Στην Εισαγωγή του ο μνημονευματογράφος σημειώνει ότι τις «εσυμμάζεψε κι εκαταπιάστηκε να τις νοικοκυρέψει» όταν επέστρεψε από το Αλβανικό Μέτωπο στην Αθήνα, αρχές του 1941, ύστερα όμως τις ξέχασε για πολλά χρόνια. Στο νοικοκύρεμα αυτό προστέθηκαν κάποιες «συγγραφικές τακτοποιήσεις», με την ευκαιρία της έκδοσης πλέον των παλαιών καταγραφών. Η αίσθηση που αποκομίζει ο αναγνώστης είναι πως οι «τακτοποιήσεις» αυτές αφορούν το «πώς» της αφήγησης, κι όχι το «τι», δεν έχουμε δηλαδή εδώ αναδρομικό ενοφθαλμισμό ιδεολογίας ή μεταγενέστερη διόγκωση ενός αισθήματος που, άλλωστε, ήταν ήδη ιδιαίτερα διεγερμένο, αφού για πόλεμο μιλάμε.

Το τι και το πώς

Τριπλό το ενδιαφέρον του βιβλίου, απορρέει, πρώτον, από το πώς έζησε τον πόλεμο ένας μαχητής που δεν ανήκε στους «τοτούς» ή τους «κουραμπιέδες» (έτσι χαρακτηρίζονται, με τη δέουσα ειρωνεία, οι«φαντάροι πολυτελείας»), δεύτερον από το πώς τον είδε ενόσω τον ζούσε, ενόσω ξεπάγιαζε, πείναγε, κινδύνευε, πολεμούσε, συμπονούσε, και τρίτον από την ποιότητα της αφήγησής του και τον πρόδηλο ουμανιστικό χαρακτήρα της. Οι σημειώσεις (άλλοτε σύντομες κι άλλοτε ιδιαίτερα εκτεταμένες) καλύπτουν την περίοδο από την 21η Νοεμβρίου 1940 έως τις 29 Απριλίου του 1941. Το ήθος τους καταβάλλεται εξαρχής, μαζί με το ύφος τους, όπου η σποραδική λογιοσύνη δεν υπονομεύει τον άμεσο, λαϊκό τρόπο ιστόρησης. Ηδη στη δεύτερη εγγραφή του (22.9.1940) ο Δημήτριος Λουκάτος βάλλει με τις λέξεις του αφενός εναντίον των «πνευματικών ταγών» («ρητορείες φουσκωμένες, ενθουσιασμοί κατά παραγγελίαν, πόζες Πινδάρων, ψεύτικα πράματα») αφετέρου εναντίον όσων εφέδρων αξιωματικών «τη βολέψανε και μείνανε στα Εμπεδα. Θα εργαστούνε όμως με ζήλο για την εθνική υπόθεση, και θα μας στέλνουν όλους στο Μέτωπο!»

Ο σαρκασμός παρακολουθεί μέχρι τέλους τις πολεμικές σημειώσεις. Και στόχος του γίνονται πότε οι «κυρίες της Αθήνας», οι «μεγαλουσιάνοι» και ο φιλάρεσκος πατριωτισμός τους, πότε η γραφειοκρατία που αποδεικνύεται ανίκητη και στον πόλεμο («Εφεύγαμε 75 άνδρες για την πρώτη γραμμή, και μόνο οι 52 είχανε ξίφος. Τα τουφέκια επίσης, των μισών, δεν είχαν λουρί και τα δένανε στον ώμο με σπάγκους! Αυτή είναι λοιπόν η θαυμάσια προπαρασκευή, ο τέλειος εξοπλισμός, η φορολογία για την εθνική άμυνα;»), και πότε οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί, που, άφαντοι από το μέτωπο, έρχονται κάποια στιγμή μετά της κουστωδίας, παίρνουν την πολεμόχαρη πόζα τους για να απαγγείλουν το λογύδριό τους και βιάζονται να απολαύσουν το καλοψημένο γουρουνόπουλο, όταν στους φαντάρους μοιράζονται λιγοστά σύκα και δεν υπάρχει καν αλάτι για τα φασόλια τους.

Αρκεί και μόνο ο ακόλουθος διάλογος για να φανεί ότι και στα έπη υπάρχουν σκοτεινές στιγμές, και δεν δικαιούμαστε να τις αποκρύπτουμε, εφόσον εξακολουθούμε να δηλώνουμε αυτάρεσκα φανατικοί οπαδοί της σολωμικής εξίσωσης του εθνικού με το αληθές: «Ρωτάω έναν παλιό: Σώθηκε τ' αλάτι; Τι σώθηκε, μου λέει. Δέκα μέρες τώρα, έτσι τα τρώμε. Δεν φέρνουνε; Φέρνουνε κάτι λίγο, μα το πουλεί ο σιτιστής στους Αλβανούς». Μερικούς μήνες αργότερα ο μαυραγοριτισμός θα θησαυρίσει, εκμεταλλευόμενος ανελέητα τον λιμό των ανθρώπων. Και μερικά χρόνια αργότερα, ουκ ολίγοι μαυραγορίτες, επιτυχημένοι πλέον και καθαρισμένοι, θα γίνουν «στυλοβάτες του έθνους και της πατρίδας». Κι όσοι χαθήκανε στο μέτωπο γιατί έτσι το ένιωθαν, θα μείνουν ένα όνομα στην επιτάφια στήλη, στα κενοτάφια μιας πατρίδας που ακόμη και στον πόλεμο βρίσκει τόπο να ξεχωρίσει τα παιδιά της, κι ας είναι, λέει, όλα τους ισότιμα δάχτυλα του χεριού της όλα.

Οπως και άλλες αφηγήσεις μαχητών, και όπως βέβαια οι ώριμες αναλύσεις όσων ιστορικών αρνούνται να γράψουν με κύριο εργαλείο τη γομολάστιχα, που αναλαμβάνει να σβήσει τις γκρίζες περιοχές, η εξιστόρηση του Δημητρίου Λουκάτου, όμορφη και τίμια μαζί, δραματική αλλά και με σοφά μοιρασμένο το ανακουφιστικό χιούμορ, ξηλώνει πολλά από τα κοινόχρηστα πλην παντελώς αχρείαστα μυθεύματα το έπος το αδικούμε όταν το ψευτογυαλίζουμε για να θαμπωνόμαστε και να μην το μελετάμε όπως του αξίζει, κι όχι όταν αναδεικνύουμε τις αλήθειες του, όσο πικρές. Και για να έρθει αυθόρμητα στη μνήμη ο Αισχύλος και οι «Πέρσες» του, η τιμιότητα του αφηγητή σκέπει τρυφερά τους Ιταλούς αιχμαλώτους, αλλά και τους «διπλά κατακτημένους Αλβανούς», στους οποίους και αφιερώνει ορισμένες από τις πιο συγκινητικές και πιο στοχαστικές γραμμές του.

Έντυπη