ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Προς διαλεύκανση το μυστήριο της βασίλισσας του Σαβά

Κατά τη Βίβλο, όταν η βασίλισσα του Σαβά άκουσε για τη φήμη του Σολομώντα, επήγε να τον δοκιμάσει με δύσκολες ερωτήσεις. Εφτασε στην Ιερουσαλήμ με μεγάλη συνοδεία, με καμήλες που κουβαλούσαν καρυκεύματα, πολύ χρυσό και πολύτιμες πέτρες. Ο σκοπός της μπορεί να ήταν να τον δοκιμάσει, αλλά στη μνήμη είχε απομείνει ο μεγάλος έρωτάς τους. Αυτόν αποτύπωσαν η Παλαιά Διαθήκη και το Κοράνι, η επική ποίηση, τα χολιγουντιανά πανοράματα, ο Χέντελ και ο Γκουνό στη μουσική και σύμφωνα με την αιθιοπική παράδοση, μια δυναστεία που διήρκεσε μέχρι την εκθρόνιση του Χαϊλέ Σελασιέ το 1974. Εκείνο όμως που κανείς δεν ξέρει είναι εάν πράγματι η βασίλισσα υπήρξε. Οι Αραβες την ονόμασαν Μπιλκίς, οι Ελληνες Μαύρη Αθηνά και οι Αιθίοπες Μακέντα (κάτι σαν το Μεγαλειότητα), αλλά αυτά είναι μόνον τίτλοι, όχι στοιχεία. Το Σαβά ήταν ένα βασίλειο στην περιοχή της σημερινής Υεμένης, όπου βασίλεψε για ένα πλήθος χρόνια με αρχή το 950 π.Χ. Κι ενώ η Κλεοπάτρα κι άλλες καλλονές των βασιλικών οίκων της Μέσης Ανατολής αναφέρονται σε ιστορικά κείμενα της εποχής, η βασίλισσα του Σαβά εμφανίζεται μόνο σε θρησκευτικά που δεν είναι πάντα τα εγκυρότερα.

Αυτό το μυστήριο, καθώς γράφουν ο Μάικλ Λέμονικ και ο Αντρεα Ντόρφμαν στο «Τάιμ», φαίνεται σαν να πρόκειται τώρα να διαλευκανθεί. Μια διεθνής ομάδα αρχαιολόγων από τον Καναδά, τις ΗΠΑ, την Υεμένη, τη Βρετανία, τη Δυτική Οχθη, τη Γερμανία και την Αυστραλία, με τη συνεργασία ντόπιων Βεδουίνων, ψάχνουν από το 1988 να βρουν στοιχεία για την ύπαρξη της βασίλισσας. Η λύση του αινίγματος ίσως βρίσκεται στα ερείπια ενός ναϊκού συγκροτήματος ηλικίας τρεισήμισι χιλιάδων ετών, στη βόρεια Υεμένη.

Τα ερείπια αυτά γνωστά με την αραβική ονομασία Μάχραμ Μπιλκίς, «ο ιερός τόπος της βασίλισσας του Σαβά», βρίσκονται 80 μίλια ανατολικά της πρωτεύουσας της Υεμένης Σάναα και λίγα μίλια πέρα από την αρχαία πολίχνη Μαρίμπ, στην αρχή της κατάξερης Αραβικής Ερήμου.

Οι ειδικοί που πιστεύουν ότι τα πρώτα δείγματα πολιτισμού στην αραβική χερσόνησο χρονολογούνται το 700 π.Χ. διακόσια χρόνια μετά τη βασίλισσα του Σαβά, βρίσκουν τις θεωρίες των ερευνητών ανυπόστατες. Ομως, στη δεκαετία του 1980, πήλινα όστρακα από το Ουαντί αλ Τζουμπά, όχι μακριά από τη Μαρίμπ, βρέθηκαν να έχουν ηλικία τρεισήμισι χιλιάδων ετών. Αιφνίδια, μαζί με ένα σωρό άλλα παρόμοια ευρήματα, θρησκευτικά και κοσμικά, η ύπαρξη της βασίλισσας άρχισε να δείχνει πιθανή.

Οι Δυτικοί ψάχνουν τη βασίλισσα του Σαβά στο Μάχραμ Μπιλκίς από το 1843, όταν ο Γάλλος φαρμακοποιός Ζοζέφ Τομά Αρνό άρχισε να γυρεύει τα καρυκεύματα που εκόμισε στον Σολομώντα. Από τότε, οι έρευνες είχαν σταματήσει, άλλωστε, το θρησκευτικό συγκρότημα είχε σταματήσει να χρησιμοποιείται από τον 6ο αιώνα μ.Χ. και η έρημος είχε καλύψει το μεγαλύτερο μέρος του. Τις ξανάρχισε το 1950 ο Αμερικανός εξερευνητής Γουέντελ Φίλιπς έως ότου εκδιώχθηκε από τις πολιτικές αναταραχές στην Υεμένη.

Μετά το θάνατό του το 1975, συνέχισε τις εργασίες η αδελφή του Μέριλιν Φίλιπς Χόντγκεν, που τώρα ηγείται του Αμερικανικού Ιδρύματος για τη μελέτη του ανθρώπου, το οποίο χρηματοδότησε τη σημερινή αποστολή. Οταν η ομάδα έφθασε για πρώτη φορά στο Μάχραμ Μπιλκίς, τα περισσότερα ερείπια ήταν θαμμένα πολλά μέτρα κάτω από την άμμο. Μολονότι τα τείχη του δεν είναι εκείνα της βασίλισσας, η διαρρύθμιση όμως του ναού πιστεύεται ότι είναι η ίδια όπως στον καιρό της. Ομως θέλει τρόπο. Οι εκτιμήσεις λένε ότι για να αποκαλυφθούν όλα τα κτίρια του Μάχραμ Μπίλκις και οι παράπλευροι δρόμοι που οδηγούσαν σ' αυτό, θα χρειαστούν 10 με 15 χρόνια, και πάλι το μεγαλύτερο μέρος του συγκροτήματος θα παραμένει ανεξερεύνητο.

Το πρόβλημα με τέτοια βιβλία που καταπιάνονται με περιόδους πολύ μακρινές από τις δικές μας και που καλύπτουν, σαν αυτό, μεγάλες χρονικές κλίμακες είναι πρώτον, η ανεύρεση επιχειρημάτων που να στηρίζουν την κύρια θέση τους και δεύτερον, η επιλογή τους. Οι πηγές είναι δύο. Πρώτα τα ντοκουμέντα. Το πρόβλημα εκεί είναι το εξής: δυσκολότερα γνωρίζει κανείς την ανατροφή των φτωχόπαιδων από ό,τι των πλουσιόπαιδων, για λόγους ευνόητους. Για τους πλούσιους ήταν ευκολότερο να αφήσουν γραπτά ντοκουμέντα διαφόρων ειδών, από ό,τι για τους φτωχούς τον καιρό εκείνο της υψηλής παιδικής θνησιμότητας οι πλούσιοι πενθούντες γονείς μνημόνευαν τα παιδιά τους σε επιγραφές σε χαλκό ή πέτρα. Η άλλη πηγή είναι η λογοτεχνία. Ο Τόμας Ντελόνι στο βιβλίο του «Η ευγενής τέχνη» (1597), περιγράφει τα πράγματα και τα παιχνίδια που ήταν ανάμεσα στα μωρουδιακά ενός βρέφους. Η λίστα είναι εντυπωσιακή ακόμη και για εύπορες οικογένειες. Τι συνέβαινε όμως με τα πιο κακότυχα παιδιά, τα νόθα π.χ.; Τα νόθα είχαν ένα μειονέκτημα που ήταν και πλεονέκτημα το Μεσαίωνα (όπου τα εξώγαμα παρεμπιπτόντως ήταν τον 16ο αιώνα, μόνο το 4,5% του πληθυσμού). Το μειονέκτημα είναι ότι δεν μπορούσαν να κληρονομήσουν. Το πλεονέκτημα ότι γεννιούνταν ελεύθερα ακόμη και αν ήταν παιδιά σκλάβων, επειδή δεν κληρονομούσαν την κατάσταση των γονιών τους.

Έντυπη