ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Πάνω απ’ όλα αίσθημα και φως...

Της Βασιλίκας Σαριλάκη*

Αφροδίτη Κούρια-Μιχάλης Οικονόμου-Εκδ. Αδάμ

Φθινοπωρινές ώχρες, ταπεινά κεραμιδιά, κίτρινα καδμίου, χρυσαφιά και ρόδινα? μια θέρμη απομεσήμερου θάλλει στα γλυκοκοίμητα τοπία του Μιχάλη Οικονόμου... Ψαρόσπιτα, ξωκλήσια με παραστάτες - κυπαρίσσια, παλιόμυλοι και διακοφτά... Ολα απιθωμένα στον καμβά ως «θεοφανερώματα», διυλισμένα σ' ένα καταλυτικό φως, σε μια ωκεάνεια μέθεξη μορφής κι ουσίας. Τα τοπία αυτά -τόσο απλά στην όψη- επικαλούνται την ακαθόριστη παιδική όραση που θαμπώνει το βλέμμα, εστιάζοντας στα χρεώδη: Το σπίτι - μήτρα, το χώμα, το νερό, την μάνα. Μ' αυτά τα αρχέτυπα ο καλλιτέχνης ασκεί μια ενδόμυχη απολογία, φυλλομετρώντας με εμμονή τις ίδιες περίπου εικόνες, ξανά και ξανά...

Ο Μιχάλης Οικονόμου (1884-1933) κατάφερε να μεταδώσει το μεταφυσικό ρίγος του Μπέκλιν («Το νησί των νεκρών», 1880) διυλισμένο στο γενναιόδωρο χρώμα του Μονέ, την πυρκαγιά της εξαχνωμένης θάλασσας του Τέρνερ («The Parlement's fire», 1835) με το ιερό και ταπεινό συνάμα παπαδιαμαντικό τοπίο... Μοιάζει λοιπόν με απροσδόκητη κληρονομιά, το πρόσφατο αυτό βιβλίο των εκδόσεων Αδάμ, που επιμελήθηκε άξια η ιστορικός τέχνης Αφροδίτη Κούρια. Οι 180 και πλέον εικόνες έργων του Οικονόμου, άριστα τυπωμένες, όχι μόνον συγκεντρώνουν για πρώτη φορά δημόσια το έργο του καλλιτέχνη σ' ένα σώμα, αλλά τον κατοχυρώνουν ως έναν από τους σημαντικότερους ανανεωτές της ελληνικής ζωγραφικής.

Η πρώτη αυτή μονογραφία για τον Οικονόμου έρχεται όχι μόνον να καλύψει ένα κενό στη βιβλιογραφία αλλά να στέρξει στην αποκατάσταση του ίδιου του βλέμματος της Ιστορίας... Η Ιστορία, ως γνωστόν, κρατά κάποτε για χρόνια στην αφάνεια ορισμένους καλλιτέχνες, ανασύροντάς τους κατά το δοκούν... Ο Ζορζ ντε Λα Τουρ, λ.χ., έμεινε στ' αζήτητα για αιώνες κι επανέκαμψε δριμύς στις αρχές του 20ού αιώνα... Ο εξπρεσιονιστής Φράνσις Μπέικον, πάλι, ήταν στα ψιλά στους καταλόγους της Tate Gallery το '63 κι ύστερα έγινε το πρώτο όνομα.

Αυτό που συνέβη, ωστόσο, με τον Οικονόμου φαίνεται σήμερα παράξενο. Είναι ένας αφαιρετικός, μεταφυσικός τοπιογράφος με όραμα κι έντονη προσωπική γραφή. Λαμπρές σπουδές στην Ελλάδα και εικοσάχρονη καριέρα στο Παρίσι. Πολλά από τα ιμπρεσσιονιστικά του έργα δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις θημωνιές του Κλοντ Μονέ (σε ατμόσφαιρα, αφαίρεση και ποιητικό χρώμα), ούτε κι από το ύφος των ημιπαραστατικών τοπίων του Καντίνσκι στην Τυνησία. Τι συνέβη λοιπόν;

Το μετέωρο βήμα της Ιστορίας

Σύμφωνα με τον ιστορικό τέχνης Αντώνη Κωτίδη, ο Οικονόμου «έμεινε για πάρα πολλά χρόνια στην αφάνεια γιατί δεν φόρτισε το έργο του με τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της Ελληνικότητας» (Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, τόμ. 3, λήμμα Μ. Οικονόμου, εκδ. Μέλισσα) που ήταν το ζητούμενο άλλων ζωγράφων της εποχής (Παρθένη, Κόντογλου, κλπ), ενώ και «οι τεχνοκριτικοί του μεσοπολέμου δεν τον ανέδειξαν όσο του άξιζε». Αρκετά διαφορετική είναι η άποψη της κας Κούρια που υπογραμμίζει στο βιβλίο τις εγκωμιαστικές κριτικές που έλαβε ο καλλιτέχνης στις πέντε ατομικές του εκθέσεις (1926-1931) όταν επέστρεψε στην Ελλάδα.

Η αλήθεια είναι πως ο Οικονόμου, ως ιμπρεσιονιστής με σοβαρή παρισινή θητεία (σαν τον Σπύρο Παπαλουκά), μπορούσε θεωρητικά να έχει κάπως καλύτερη τύχη στην Ελλάδα. Ωστόσο, όπως αναφέρει η τεχνοκριτικός Ελένη Βακαλό, το κλίμα στη δεκαετία του '20-'30 χαρακτηρίζεται από «έναν κοσμοπολιτισμό, έναν πεσιμισμό νεορομαντικής φύσης και μια στροφή στην τοποθέτηση της ρίζας του ρωμαίικου στο Βυζάντιο. Η έμφαση σ' αυτήν την τελευταία κατεύθυνση -προσθέτει- καθώς φτάνει ειδικά από τον Κόντογλου ως την μισαλλοδοξία, εκφράζει τον θυμό του ρωμαίικου για την ευθύνη της Ευρώπης στην συμφορά της Μικράς Ασίας» (Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα, Ο μύθος της Ελληνικότητας, εκδ. Κέδρος).

Στο πλαίσιο αυτό, αντιλαμβανόμαστε μια εσωστρέφεια και μια εύλογη καχυποψία απέναντι στους ευρωπαϊκούς νεωτερισμούς. Καχυποψία που είχε άλλωστε ως αποδέκτη τον εξπρεσιονισμό του Γιώργου Μπουζιάνη ή του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη. Κι αν σήμερα έχει αποκατασταθεί το έργο του Μπουζιάνη, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις προσπάθειες του συλλόγου «Οι φίλοι του Μπουζιάνη» από την ίδρυσή του, το 1960, και μετά, κάτι που δεν συνέβη με τον Οικονόμου.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, ο Οικονόμου κατάφερε αμέσως μετά τον επαναπατρισμό του (1926) να κάνει πέντε ατομικές εκθέσεις μέσα σε πέντε χρόνια. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη επιτυχία αν λάβουμε υπόψη μας το κλίμα που μεταφέρει η αξιόπιστη μαρτυρία του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα (του οποίου μάλιστα η παραμονή στο Παρίσι συνέπεσε με του Οικονόμου): «Τότε στην Αθήνα (1928), πρόθυμη να εκθέσει έργα μοντέρνα, μία και μόνον ιδιωτική αίθουσα, ατελής και μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας υπήρχε... Εκεί λοιπόν εκάναμε την πρώτη εκθεσή μας μετά την επιστροφή μας από το Παρίσι, ο Μιχάλης Τόμπρος κι εγώ. Κι έγινε μεν πάταγος κι εγράφησαν κατεβατά, χωρίς κανένας τότε να έχει ακούσει για Μάλεβιτς ή για Νόλντε... Αλλά κι άλλα πολύ πιο γνωστά ονόματα της σύγχρονης τέχνης ή της παλαιότερης δεν είχαν ταξιδέψει ως εδώ... Υπήρχε σ' αυτά τα θέματα μια μακαρία άγνοια... Η Αθήνα είχε την γεύση μιας ερήμου» (Ενώπιον άλλων, Ομιλία στον Ροταριανό Ομιλο,1976, εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη).

Οι μικρές, θετικές κριτικές, που πήρε σ' αυτές τις εκθέσεις ο Οικονόμου, σίγουρα δεν συγκρίνονται με εκείνες του εξωτερικού (συμμετοχές στο Saloτου Grand Palais, σε άλλα salons, ατομικές στο Παρίσι, Λονδίνο κ.λπ.) με χαρακτηριστικότερη την κριτική της λονδρέζικης εφημερίδας «The Daily Graphic» το 1920: «Μ' αυτούς τους πίνακες θα μπορούσε να περάσει, κανείς, την υπόλοιπη ζωή του...» ή μία άλλη της ίδιας εφημερίδας που τον χαρακτηρίζει ως έναν «Εpsteiτης ζωγραφικής».

Τα 20 χρόνια στο Παρίσι

Είναι κρίμα, πάντως, που δεν στάθηκε δυνατόν, να βρεθούν αρκετά στοιχεία για την 20χρονη δραστηριότητα του Οικονόμου στο Παρίσι, δεδομένου ότι σ' αυτήν την περίοδο βρίσκεται ο κύριος κορμός της καλλιτεχνικής του δράσης. Κι είναι κρίμα, γιατί αν ήταν δυνατόν να χρονολογηθούν αρκετά σημαντικά έργα της παρισινής περιόδου θα μπορούσαμε να αξιολογήσουμε την πραγματική θέση του Οικονόμου, όχι μόνον στο ελλαδικό στερέωμα αλλά και στο διεθνές, εφόσον μάλιστα είχε ζήσει στο Παρίσι τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα που ήταν κι οι σημαντικότερες για την σύγχρονη τέχνη.

Το 1910 π. χ. ο Καντίνσκι έκανε την πρώτη του αφαιρετική ακουαρέλα ιδρύοντας την αφαίρεση, ενώ την ίδια χρονιά ο Τσέχος Φράντισεκ Κούπκα έκανε τα «plans par couleurs» του με τα ίδια χρώματα ακριβώς που χρησιμοποιεί ο Οικονόμου σε αρκετά αφαιρετικά του έργα. Είναι τυχαίο; Από το 1910 απογειώνεται η αφαίρεση στην Ευρώπη (Καντίνσκι, Ντελονέ, Μοντριάν, Μάλεβιτς) κι ακολουθεί ο κυβισμός (Πικάσο, Μπρακ), η μεταφυσική ζωγραφική (Ντε Κίρικο), ο Ντισάν, ο Ερνστ κλπ., που αποτελούν την πρωτοπορία ως το 1926 που ο Οικονόμου αποχωρεί. Ποια είναι η σχέση του με τα ρεύματα εκείνης της εποχής; Συμφωνούσε με τις απόψεις του φίλου του Χουάν Γκρις, που ηταν θεωρητικός της αφαίρεσης; Ποια έργα έκανε τότε; Τα σημαντικά αυτά ερωτήματα ίσως να μην απαντηθούν ποτέ... Και τα στοιχεία, όσο περνάει ο καιρός, εκλείπουν... Οπως δεν θα μάθουμε και για την πιθανή εξέλιξη του έργου του Οικονόμου αν δεν πέθαινε τόσο νέος, μόλις 49 ετών, στο Δρομοκαΐτειο...

Επιρροές και τεχνικές

Μένει, πάντως, η ενδελεχής πλαστική ανάλυση των έργων του καλλιτέχνη από την μελετήτρια κ. Κούρια, που προσπαθεί ν' ανιχνεύσει τις επιρροές και να διασαφηνίσει τις τεχνικές και τη μυστική οργάνωση του ζωγραφικού χώρου του καλλιτέχνη.

Πάνω απ' όλα, αυτό που παραμένει αναλλοίωτο είναι το άρρητον της εικόνας, η υπόγεια πνοή του έργου, η ενέργεια της ψυχής του ζωγράφου που πάλλει στο φως του δειλινού ή του όρθρου, οι παράξενες φωταύγειες και η αφαιρετική του τόλμη. «Να δώσω αίσθημα, πάνω απ' όλα αίσθημα...» επιζητούσε. Σήμερα, είναι προφανώς η καλύτερη στιγμή για να συναντήσει κανείς με πλήρη ανεξιθρησκεία το βλέμμα του Οικονόμου. Κι ευτυχώς που η Ιστορία ξέρει κάποτε να επανορθώνει. Η ώρα, λοιπόν, του Οικονόμου, ίσως να ήρθε μόλις τώρα...

* H κ. Βασιλίκα Σαριλάκη είναι ιστορικός τέχνης.

Έντυπη