ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ενα θεώρημα για την ομαδικότητα

Εθνικός Υμνος - Σκηνοθ.: Μιχαήλ Μαρμαρινός - Θέατρο Θησείο

Πριν από μερικά χρόνια είδα μία παράσταση στον Περλεπέ -σε σκηνοθεσία Λιούμπισα Γκεοργκίεφσκι- όπου οι θεατές παρακολουθούσαν τη δράση καθισμένοι σε τραπέζια γύρω-γύρω. Καλή ώρα σαν τώρα στον «Εθνικό Υμνο», όπως προσπαθεί να τον αποκρυπτογραφήσει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός (Ιδέα- Δημιουργία-Σκηνοθεσία, δικά του, αναφέρει το πρόγραμμα).

Ακόμα περισσότερα χρόνια πίσω, στο Βερολίνο -στην τριλογία των Ατρείδων συγκεκριμένα, σε σκηνοθεσία του Πέτερ Στάϊν -η Σάουμπινε σέρβιρε στους θεατές της σούπα από μπιζέλια. Στο θέατρο Θησείο η ρεβιθάδα που προσφέρεται μαζί με το Αγιωργίτικο κρασί του Μπουτάρη αποτελούν κι αυτά ουσιαστικό μέρος της παράστασης. (Η συνταγή της ρεβιθάδας δημοσιεύεται σ' ένα μονόφυλλο στο πρόγραμμα).

Ανανεωτικός πειραματισμός

Ασφαλώς πρέπει να υπάρχουν ένα σωρό ακόμα -άγνωστές μου- περιπτώσεις όπου οι σκηνοθετικές εμπνεύσεις συμπίπτουν ή κι αντιγράφονται ακόμα. Ομως, αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Το κυνηγητό της πρωτοτυπίας δεν συνεπάγεται αναγκαστικά με την οποιαδήποτε ποιότητα. Ας πάρουμε το παράδειγμα αυτού του κατά Μαρμαρινόν «Εθνικού Υμνου». Πρόκειται για μια λίαν ενδιαφέρουσα, μία πάλλουσα από ζωή παράσταση, για έναν γνήσια ανανεωτικό πειραματισμό, για μια αλήθεια. Κι ας εμπεριέχει, ολόκληρο το πόνημα, επαναλήψεις, «αντιγραφές», δυσκολονόητα μηνύματα μέχρι και περίπλοκες ακροβατικές ασκήσεις υπερβατικών διαλογισμών. Τα θετικά στοιχεία υπερτερούν στη ζυγαριά, και είναι: μία πολύ δεμένη και πολύ ειλικρινής ομάδα η οποία κατορθώνει να μεταδώσει στο κοινό της περισσότερο κάποιες ανυψωτικές διαθέσεις -οι οποίες δύσκολα περιγράφονται συγκεκριμενοποιημένες- παρά τα πασίγνωστα ιστοριογραφημένα μηνύματα με αρχή, μέση και τέλος.

Στη δύσκολη παγκοσμιοποιημένη εποχή που ζούμε ανακαλύπτει κανείς, όχι και τόσο ξαφνικά, ότι έχοντας περάσει από τα μύρια κύματα όπου τα πάντα έχουν ειπωθεί και φθαρεί στους αλλεπάλληλους πειραματισμούς τους, το θέατρο -ακόμα πιο συγκεκριμένα το μεταμοντέρνο θέατρο- δικαιώνεται κάπως πιο διαφορετικά από πριν. Οχι πλέον μέσα από τις νεωτερίζουσες φόρμες, ούτε από την πρόκληση συναισθημάτων ώστε να γαργαλιστεί καρδιά κι εγκέφαλος. Ο πληθωρισμός στα θεάματα και η πληθώρα των κεντρισμάτων έχουν στομώσει πολλές από τις ευαισθησίες των προηγούμενων αθωοτέρων εποχών.

Ιεραποστολικό πάθος

Τώρα πια στους «υποψιασμένους», στους «ψαγμένους» θεατές -σαν κι αυτούς περίπου που, συνήθως, πηγαίνουν στο θέατρο Θησείο- η εμπιστοσύνη εκμαιεύεται από την προσφερόμενη ειλικρίνεια. Σε κάθε έναν θεατή του ξεχωριστά. Προσωπικά είχα μέχρι σήμερα ενδοιασμούς για την αλήθεια που υπήρχε στη δημιουργία του Μιχάλη Μαρμαρινού. Ομως σε τούτη τη συγκεκριμένη περίπτωση ένιωσα για πρώτη φορά πως υπάρχει ένα είδος ιεραποστολικού, ας το πω, πάθους κάτω από τη μέχρι ενοχλητικά μοντερνίζουσα επιφάνεια. Μπορεί να ήταν και το -ένα μόνο ποτηράκι- Αγιωργίτικο, ποιος ξέρει...

Ομως ένιωσα την εκπομπή μιας φρέσκιας αύρας από νέους και ταλαντούχους ηθοποιούς (Αγγελική Παπούλια, Γιώργος Βαλαής) που έδειχναν να μην έχουν ακόμα υποστεί τις βλαβερές συνέπειες κάποιων δραματικών σχολών. Γεύτηκα το αψύ κοκτέιλ πάθους, απόγνωσης και υστερίας που προσέφεραν ο Βασίλης Καραμπούλας, η Σάσα Κρίτση, η Ρένα Ανδρεαδάκη μέχρι και η συνάδελφος δημοσιογράφος Ελένη Πετάση. Μέχρι που και οι Δήμητρα Παπαχρήστου, Ηλέκτρα Νικολούζου και Γιάννα Βιδάλη στους πιο προσγειωμένους και περιγραφικούς ρόλους τους διέθεταν ένα είδος φωτοστέφανου που συνήθως εμφανίζεται στους «φευγάτους» και τους περιθωριακούς.

Προσωπική αίσθηση

Τώρα το έργο: Εννοείται πως δεν υπάρχει κανένας Εθνικός Υμνος. Τουλάχιστον όχι έτσι όπως τον ψευτογνωρίζουμε από τα κάκιστα σχολεία μας, τις εθνικές γιορτές και το στρατό. Η γνώμη μου είναι πως ο Μιχάλης Μαρμαρινός, ο οποίος είναι ο καπετάνιος μίας εμφανώς συλλογικής δουλειάς, συμπίπτει εδώ με την παραληρηματική άποψη περί του «Υμνου της Ελευθερίας» του Κωστή Παλαμά.

Ιδού πώς περιγράφει ο μεγάλος διανοητής το ποίημα του συναδέλφου του Διονυσίου Σολωμού πριν από κάποιες επτά δεκαετίες:

«Ιδέα και λεκτικόν, σχήματα και γλώσσα ολοζώντανα, προσωποποιίαι, εικόνες, μεταφοραί, αποστροφαί, η επική πλατυρρημοσύνη, ο λυρικός οίστρος, η εύγλωττος ρητορεία, αχώριστος από τον ποιητήν, το έντονον της γνωμολογίας, το βαθύ της συγκινήσεως, το ύψος της εποπτείας, το χριστοπουλικόν παίγνιον του βραχυσυλλάβου τροχαίου, μεταβαλλόμενον εις πινδαρικάς πτέρυγας, το βάδισμα, τα άλματα του ρυθμού και του χορού, το πυρρίχιον, ο ύμνος».

Κάπως έτσι, μέσα σ' ένα είδος οίστρου και πυρετού, μεταφέρεται στα καθ' ημάς από τον Μιχάλη Μαρμαρινό και ο Εθνικός Υμνος. Εννοείται ότι θα πρέπει να ξεχάσει κανείς όλες τις συγκεκριμένες εικόνες που περιγράφονται στο μακροσκελέστατο ποίημα. Αυτός εδώ ο Εθνικός Υμνος είναι η πολύ προσωπική, η κριτική αίσθηση που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που κουβαλά τις εμπειρίες του 20ού αιώνα για ένα εθνικό σύμβολο. Μία σίγουρα τολμηρή μεταφορά, ενώ βαδίζουμε στις αρχές του 21ου αιώνα, η οποία διαθέτει το ειλικρινές πάθος, τη φλόγα, κι ακόμα και αρκετή από την επαναστατική διάθεση που φώλιαζε -τότε- στον «Υμνο στην Ελευθερία».

Έντυπη