ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

H ουσία της φιλοσοφίας

O Γερμανός φιλόσοφος Χανς Γκέοργκ-Γκάνταμερ έζησε περισσότερο από έναν αιώνα και για τουλάχιστον σχεδόν μισό αιώνα, από το 1960 και μετά, απολάμβανε μία εξέχουσα θέση στη σύγχρονη φιλοσοφία. Εως το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στα πανεπιστήμια της Κρακοβίας και του Μαγδεμβούργου, είχε αναλάβει τα μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας, όπως του είχαν προσφέρει οι πιο παραδοσιακές γερμανικές σχολές: πολύς Πλάτωνας, πολύς Αριστοτέλης, πολύς Καντ και πολύς γερμανικός 18ος αιώνας.

Με τον Χάιντεγκερ

Αλλά στις αρχές της δεκαετίας του '20 ο Γκάνταμερ ανακάλυψε τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο οποίος είχε αναπτύξει μία πολύ διαφορετική σχέση με την κλασική φιλοσοφία σε σχέση με τους νεοκαντιανούς. Από το 1923 έως και το 1928 υπήρξε βοηθός του Χάιντεγκερ, υπό τη διεύθυνση του οποίου υποστήριξε το 1929 την διατριβή του με θέμα «H διαλεκτική ηθική του Πλάτωνος». H σχέση τους, όμως, άρχισε να τραυματίζεται όταν ο Χάιντεγκερ έδειχνε έτοιμος να υιοθετήσει τη ναζιστική ιδεολογία.

Ο Γκάνταμερ δεν τον ακολούθηκε χωρίς μεγάλο κόστος: το 1939, αν και δέχθηκε να γίνει μέλος του ναζιστικού κόμματος, διορίσθηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Την ίδια στιγμή αρνούταν να προσχωρήσει και στο άλλο στρατόπεδο, αυτό των φιλελεύθερων που εκπροσωπούσε η Γιάσπερς και Βέμπερ στην Χαϊδελβέργη. H ίδια η προσωπικότητα του Γκάνταμερ αντιπαθούσε τις ρήξεις και μία ήσυχη ακαδημαϊκή καριέρα στη Λειψία δεν ηχούσε καθόλου άσχημα στα αυτιά του. H σοβιετική κατοχή θα τον βρει στη Λειψία. Σύντομα ακολούθησε η προαγωγή του σε πρύτανη (1946-47). O Γκάνταμερ είχε την πεποίθηση ότι θα μπορούσε να κρατήσει απέναντι στο νέο καθεστώς την ίδια ουδέτερη στάση, όπως είχε συμβεί λίγα χρόνια πριν με τους φασίστες. Αλλά οι κομμουνιστές δεν περιφρονούσαν την φιλοσοφία όπως οι ναζιστές: γι' αυτούς ο μαρξισμός ήταν μία πολύ σοβαρή υπόθεση. Ετσι, η επιστοφή στην Δύση, το 1949, ήταν ο μόνος δρόμος. Αρχισε να διδάσκει στην Φρανκφούρτη αλλά σε δύο χρόνια διαδέχθηκε τον Καρλ Γιάσπερς στην έδρα του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, όπου και παρέμεινε έως την ημέρα της συνταξιοδότησης του, το 1968. Επιχειρώντας να αποσαφηνίσει το ιδίωμά του, τη φιλοσοφική ερμηνευτική, υποστήριζε ότι «οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι δεν βρίσκουμε ποτέ κατάλληλες λέξεις για να εκφράσουμε κάτι το οριστικό. Αφήνουμε επομένως πάντοτε ανοιχτή τη συνέχεια που θα έπρεπε να δώσουμε στα λόγια μας. Εδώ βρίσκεται η ουσία του διαλόγου».

Έντυπη