ΕΛΛΑΔΑ

«Παύλος Μελάς»: πάρκο μνήμης και θυσίας

Των Σταύρου Τζίμα - Θανάση Τσίγγανα

Στρατόπεδο Παύλου Μελά, στη βορειοδυτική Θεσσαλονίκη. Μεταξύ Σταυρούπολης, Πολίχνης και Νεάπολης. Μια έκταση 383 στρεμμάτων, στην καρδιά τής πιο υποβαθμισμένης οικιστικά, και όχι μόνο, περιοχής της Θεσσαλονίκης η οποία πρόκειται να αποδοθεί στην τοπική κοινωνία για να γίνει χώρος πρασίνου, αναψυχής και πολιτισμού.

Με άλλα λόγια, το στρατόπεδο Παύλου Μελά, σε λίγο θα πάψει να υπάρχει έπειτα από έναν και πλέον αιώνα λειτουργίας του.

Είναι και άλλα στρατόπεδα σε όλη την Ελλάδα που θα κλείσουν μετά την απόφαση του υπουργείου Εθνικής Αμυνας για αναδιάρθρωση της δομής του στρατεύματος - οι εκτάσεις τους θα παραχωρηθούν στους δήμους και τις κοινότητες.

Ομως αυτό του Παύλου Μελά, κρύβει πίσω από τα συρματοπλέγματα, τον μαντρότοιχό του και τα οθωμανικά κτίρια, έναν εφιάλτη για χιλιάδες ανθρώπους που πέρασαν δεσμώτες την πύλη του στην κατοχή. Εξ αυτών κάποιοι επέζησαν, άλλοι εκτελέστηκαν.

Χώρος εξόντωσης

Διότι το στρατόπεδο Παύλου Μελά χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς, στο διάστημα 1941-1944, ως χώρος συγκέντρωσης, φυλάκισης και στη συνέχεια εξόντωσης Ελλήνων και ξένων -Γιουγκοσλάβων, Αλβανών, Βρετανών, Πολωνών, Ρώσων, κ.ά.- αντιστασιακών, αλλά και ανύποπτων Θεσσαλονικέων, που συλλαμβάνονταν σε μπλόκα στο πλαίσιο των μαζικών αντιποίνων στα οποία επιδίδονταν οι ναζιστικές δυνάμεις κατοχής.

Υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τους 800 εκείνοι που εκτελέστηκαν, ενώ ο αριθμός όσων φυλακίστηκαν πλησιάζει τους 5.000. Οι Ελληνες φυλακίζονταν σε δύο μεγάλα κτίρια του στρατοπέδου, στο ένα όσοι επρόκειτο να εκτίσουν κάποιες ποινές, εκτός της θανατικής, που τους είχε επιβάλει το γερμανικό στρατοδικείο και στο άλλο οι υπόδικοι και οι όμηροι. Αυτοί οι τελευταίοι, ήταν συνήθως, που κατέληγαν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Μόλις οι αντιστασιακές οργανώσεις κατάφερναν κάποιο χτύπημα στις κατοχικές δυνάμεις της περιοχής, οι Γερμανοί έπαιρναν από το κτίριο των ομήρων και των υποδίκων κάμποσους και τους εκτελούσαν, σε μια τούμπα έξω από το στρατόπεδο, στο Επταπύργιο, την περιοχή του αεροδρομίου της Μίκρας, το Κόκκινο Σπίτι στον συνοικισμό Δόξας, στην πλινθοποιία Παπαγεωργίου, στα Σφαγεία, στο Δερβάνι και την κοίτη του Γαλλικού ποταμού, κοντά στο Δερβένι. Το στρατόπεδο Παύλου Μελά, ήταν ένα από τα 36 συνολικά στρατόπεδα συγκέντρωσης που ίδρυσαν οι Γερμανοί στην κατοχή στην Ελλάδα και στα οποία εκτελέστηκαν 48.000 άνθρωποι, ενώ περισσότεροι από 100.000 φυλακίστηκαν. Μαζί με αυτά του Χαϊδαρίου και του Χατζηκώστα στη Λάρισα, περιγράφονται ως τα πιο φοβερά.

Οσοι πέρασαν από εκεί και στάθηκαν τυχεροί, δεν εκτελέστηκαν δηλαδή, ομιλούν περί μιας «ανεξάντλητης δεξαμενής αίματος», «προθαλάμου θανάτου», «χώρου λειτουργίας ενός τυφλού μηχανισμού μαρτυρίων και θανάτου», κ.ά.

Πενήντα οχτώ χρόνια αφότου το «σύμβολο καταισχύνης», έκλεισε και μετατράπηκε σε στρατόπεδο των ενόπλων δυνάμεων, ένας από τους τότε κρατουμένους, ο 77χρονος καθηγητής Γιώργος Ωραιόπουλος, πέρασε πριν από λίγες ημέρες και πάλι την πύλη του «Παύλου Μελά», αυτή τη φορά όχι ως υποψήφιος για εκτέλεση, αλλά για να ξετυλίξει στη μνήμη του τον εφιάλτη που έζησε στους εννέα μήνες κράτησής του.

Μαζί του, ένας άλλος τακτικός «επισκέπτης» του στρατοπέδου εκείνη την εποχή, ο φυσικός Στέφανος Μπαλής, που πηγαινοερχόταν μεταφέροντας τρόφιμα στον έγκλειστο αδερφό του, τον οποίο όμως αντίκρισε μια φορά, την ώρα που τον έβγαζαν από το στρατόπεδο για να τον εκτελέσουν!

Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να θυμηθεί χώρους και γεγονότα ο Γιώργος Ωραιόπουλος, μόλις έφτασε στο κτίριο στο οποίο στεγάζεται σήμερα η 9η Ταξιαρχία Υποστηρίξεως.

Οι μελλοθάνατοι

«Εδώ ήταν η έδρα της γερμανικής διοικήσεως του στρατοπέδου, εδώ παίρνονταν οι αποφάσεις για την τύχη μας», μας είπε. «Δίπλα ακριβώς στο μεγάλο κτίριο ήταν οι καταδικασμένοι για διάφορα αδικήματα, κυρίως για συμμετοχή σε αντιστασιακές δραστηριότητες και μερικοί για ποινικά αδικήματα», πρόσθεσε.

Οταν αντίκρισε το διπλανό κτίριο όμως, σιώπησε για κάμποσα λεπτά και μετά είπε: «Οποιος έμπαινε εδώ μέσα ήταν μελλοθάνατος. Εδώ ήταν οι υπόδικοι και οι όμηροι. Οι Γερμανοί όταν επρόκειτο να κάνουν εκτελέσεις έρχονταν τα χαράματα με τον κατάλογο και έπαιρναν όσους είχαν προαποφασίσει».

Η αγωνία για το προσκλητήριο του θανάτου κορυφωνόταν μόλις ο Γερμανός αξιωματικός άρχιζε να διαβάζει ονόματα. Οταν η εκφώνηση της λίστας τέλειωνε, όσοι δεν άκουγαν το όνομά τους έπαιρναν μια βαθιά ανάσα.

Το μαρτύριό τους όμως δεν τέλειωνε. Ο συνήθης τόπος εκτέλεσης, η γειτονική Τούμπα της Σταυρούπολης δηλαδή, ήταν ορατός από το κτίριο και οι κρατούμενοι, από την προετοιμασία των τάφων την οποία εκτελούσαν άλλοι κατάδικοι ή εργάτες του δήμου ήξεραν τι θα συμβεί, μολονότι πολλές φορές οι Γερμανοί, προκειμένου να αποφύγουν αναστατώσεις δήλωναν ότι πρόκειται να τους μεταφέρουν σε άλλες φυλακές ή να τους αφήσουν ελεύθερους.

Επί δύο περίπου ώρες ο Στέφανος Μπαλής και ο Γιώργος Ωραιόπουλος, συνοδευόμενοι από τον ταξίαρχο Δημήτρη Δαβάκη, περπάτησαν στους χώρους του στρατοπέδου που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημάδεψε τη ζωή τους.

Περισσότερο έβλεπαν, θυμούνταν και λιγότερο μιλούσαν.

Φεύγοντας βγήκαν και οι δύο τους αμίλητοι από την πύλη.

Βαδίζοντας προς τον θάνατο

Ο Στέφανος Μπαλής, δεκάχρονο παιδάκι τότε, πήγαινε για ένα μεγάλο διάστημα καθημερινά από την Τούμπα στο Παύλου Μελά, με την ελπίδα ότι θα μπορέσει να συναντήσει τον δεκαοχτάχρονο αδερφό του Νίκο που είχε συλληφθεί και φυλακιστεί για συμμετοχή στην ΕΠΟΝ.

«Κουβαλούσα ένα διχτάκι με τρόφιμα για να του το δώσω, αλλά δεν μου επέτρεπαν να τον δω και συνήθως το έδινα σε κάποιον άλλο κρατούμενο για να του το μεταφέρει. Μια μέρα όμως εκεί που περίμενα στο συρματόπλεγμα είδα να βγαίνουν από μέσα κρατούμενοι δεμένοι ανά δύο και μεταξύ αυτών ήταν και ο αδερφός μου. Τρέχω και περνώντας κάτω από τα πόδια ενός γκεσταπίτη πρόλαβα και του έδωσα το φαγητό, πιστεύοντας ότι τον μεταφέρουν σε κάποια άλλη φυλακή. Ετρεξα στη συνέχεια και χαρούμενος το είπα στη μητέρα μου. Οταν της περιέγραψα τον τρόπο μεταγωγής, αυτή κατάλαβε ότι δεν θα ξαναβλέπαμε πλέον τον Νίκο, όπως και έγινε».

Μια μαζική εκτέλεση

Να πώς περιέγραψε ο Γ. Ωραιόπουλος στην «Κ» τις προετοιμασίες μιας μαζικής εκτέλεσης 101 κρατουμένων, στις 5 Ιουνίου 1944:

«Η κίνηση ήταν ασυνήθιστη στο στρατόπεδο, εκείνο το απόγευμα. Ξεχώρισαν περίπου εκατό ομήρους και υποδίκους και τους διέταξαν να πάρουν μαζί τα ατομικά τους είδη. Κυκλοφόρησε η φήμη ότι θα τους πήγαιναν να εργαστούν στο Δομοκό. Μεταφέρθηκαν από το κτίριο των υποδίκων στον αυλόγυρο του χώρου των καταδίκων. Ηταν μια φεγγαρόλουστη βραδιά. Τους καλοτυχίζαμε που θα γλίτωναν από το κολαστήριο του Παύλου Μελά.

Κατά τις 5 το πρωί ξυπνήσαμε από τον θόρυβο που έκαναν οι 101 κρατούμενοι για να συνταχθούν σε φάλαγγα με τα υπάρχοντά τους. Οι Γερμανοί στρατιώτες με προτεταμένα τα όπλα περικύκλωσαν τη φάλαγγα. Παρακολουθούσα από το καγκελόφραχτο παράθυρο τη μετακινούμενη μάζα. Ποτέ δεν είχαν πάρει για εκτέλεση τόσους πολλούς και μάλιστα αποβραδίς και με τα ατομικά τους είδη. Ακόμα ελπίζαμε. Η αμφιβολία όμως δεν άργησε να διαλυθεί. Δόθηκε η διαταγή να αφήσουν όλα τους τα είδη στο έδαφος και να κάνουν μερικά βήματα μπροστά. Ηταν σίγουρο ότι πήγαιναν για εκτέλεση. Τότε οι μελλοθάνατοι άρχισαν να τραγουδούν το «έχε γεια καημένε κόσμε», τον Εθνικό Υμνο, ενώ οι Γερμανοί κραύγαζαν «λος, λος» και τους χτυπούσαν με τον υποκόπανο. Λίγη ώρα αργότερα τα πολυβόλα κροτάλισαν στον γνωστό τόπο των εκτελέσεων».

Ο ίδιος ο Γιώργος Ωραιόπουλος, έμεινε εννέα μήνες στο στρατόπεδο Παύλου Μελά για συμμετοχή σε διαδήλωση εναντίον της πολιτικής επιστράτευσης και αντιστασιακή δράση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ. Μια μέρα που μαζί με άλλους κρατούμενους είχαν πάει για ψώνια, συνοδεία Γερμανών φρουρών, κατάφερε να δραπετεύσει και έτσι σώθηκε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ