ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

O Ρασίντ Ταχά σχολιάζει... μετά μουσικής

Γιουλη Επτακοιλη

Αλγερινός ρόκερ. Αν ο τίτλος ξαφνιάζει, στην περίπτωση του 44χρονου τραγουδοποιού Ρασίντ Ταχά, είναι πέρα ως πέρα αληθινός. Οσοι τον είδατε στο φεστιβάλ Womad του περασμένου καλοκαιριού θα συμφωνήσετε. Οι υπόλοιποι, μπορείτε να το διαπιστώσετε σήμερα το βράδυ, στη συναυλία που θα δώσει στο club Gagari(Λιοσίων 205). O Ταχά είναι ένας ιδιαίτερος μουσικός, για δύο σημαντικούς λόγους: είναι από τους ελάχιστους τραγουδοποιούς που αναμιγνύουν στη μουσική τους βορειοαφρικανικούς παραδοσιακούς ρυθμούς και δυνατή ροκ μουσική -είναι επηρεασμένος κυρίως από τους Clash και τους Led Zeppelin- αλλά και ένας έντονα πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης.

Εν μέσω των συναυλιών που δίνει αυτές τις μέρες στην Ευρώπη -με μεγάλη επιτυχία- καταφέραμε να μιλήσουμε για λίγο μαζί του, μετά τη συναυλία του στο Λονδίνο. Το BBC αναφέρθηκε με πολύ κολακευτικά λόγια στην εμφάνισή του αυτή,σχολιάζοντας το δίλημμα που έθετε ο Ταχά στο κοινό κατά τη διάρκεια της συναυλίας: «Θέλετε πόλεμο στο Ιράκ ή περισσότερη μουσική;»!

Αν και οι στίχοι των τραγουδιών του είναι στην πλειοψηφία τους στα αραβικά και λίγοι στα γαλλικά, η μουσική του είναι πολύ οικεία στο ελληνικό κοινό. O Ταχά έχει εξήγηση γι' αυτό: «H βορειοαφρικανική μουσική παράδοση, είναι βαθιά εμπνευσμένη από την ελληνική, κι αυτή η σχέση αναγνωρίζεται από τους Ελληνες στα τραγούδια μου. Αλλωστε η μουσική δεν χρειάζεται μετάφραση». H καλύτερη απόδειξη της ερμηνείας που δίνει είναι το τραγούδι του «Ya Rayah», που παρουσίασε στην ελληνική εκδοχή του ο Γιώργος Νταλάρας σε συνεργασία με τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς, το πολύ επιτυχημένο «Κι αν σε θέλω». Κακά τα ψέματα όμως. Μπορεί τα εναλλακτικά είδη μουσικής να συγκινούν μια μερίδα του κοινού, η πραγματικότητα όμως είναι ότι ζούμε στην αυτοκρατορία της ποπ. «Δεν θα είναι ποτέ αρκετή η βοήθεια που παρέχει στους εναλλακτικούς συνθέτες η μουσική βιομηχανία. Ομως δεν είναι και απαραίτητο όλοι οι δρόμοι να οδηγούν στη Ρώμη», μας λέει ο Ταχά.

Ο δικός του δρόμος, πάντως, δεν ήταν ποτέ στρωμένος με ροδοπέταλα. Οταν η οικογένειά του μετανάστευσε από το Αλγέρι στη Γαλλία για ένα καλύτερο μέλλον, ήταν τότε 17 χρόνων, δούλευε σε εργοστάσιο και στον ελεύθερο χρόνο του έγραφε τραγούδια με οξύ πολιτικό στίχο, και αναφορές στις συνθήκες ζωής των μεταναστών. Στο πρώτο του συγκρότημα έδωσε το όνομα Carte de Sejour (άδεια παραμονής) ενώ η ειρωνική εκτέλεση του γαλλικού πατριωτικού τραγουδιού «Douce France» (Γλυκιά Γαλλία) έκανε πολλούς Γάλλους να εξοργισθούν και το τραγούδι να απαγορευθεί από το ραδιόφωνο. Το γκρουπ δεν κατάφερε να έχει εμπορική επιτυχία και αργότερα ο Ταχά αποφάσισε να ακολουθήσει σόλο πορεία. Το 1991 του έγινε πρόσκληση να δουλέψει στο Λος Αντζελες, αλλά τελικά δεν ήταν αυτή η μεγάλη του ευκαιρία για διεθνή καριέρα, αφού οι ΗΠΑ δεν ήταν το κατάλληλο έδαφος για την αραβική μουσική την εποχή του πολέμου στον Περσικό.

Παρόλο που μετά την 11η Σεπτεμβρίου, βρισκόμαστε πάλι σε μια περίοδο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «δύσκολη» για την αραβική μουσική, «παραδόξως το ενδιαφέρον του κόσμου για την αραβική και μουσουλμανική μουσική παράδοση ολοένα και αυξάνεται. Φαίνεται πως η αισιοδοξία υπερισχύει της απαισιοδοξίας», πιστεύει ο Ταχά. Μετά τα «πέτρινα χρόνια» της ζωής του και της καριέρας του, οι συνθήκες έχουν αλλάξει, η δουλειά του έχει απήχηση. Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι ότι συνεχίζει να χρησιμοποιεί τη μουσική ως μέσο κοινωνικού σχολιασμού και να πιστεύει πως «κάθε πολίτης είναι ικανός ν' αλλάξει τον κόσμο».

Έντυπη