ΕΛΛΑΔΑ

Αντιπαράθεση για το Νέο Μουσείο Ακρόπολης

Του Γ. A. Παπαθανασοπουλου

Μεταξύ αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων και ιστορικών συνεχίζεται έντονη, ενίοτε και με οξύτητα, η συζήτηση για τη θέση, το οικόπεδο Μακρυγιάννη, στην οποία πρόκειται να ανεγερθεί το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως. H «K» προσφέρει βήμα σε όλες τις απόψεις. Πριν από τρεις Κυριακές, φιλοξένησε εκτεταμένο άρθρο του καθηγητή Αρχαιολογίας και διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη, του κ. Αγγελου Δεληβοριά, ο οποίος είναι μέλος του Οργανισμού ανέγερσης του Μουσείου. Σήμερα, φιλοξενεί το άρθρο του αρχαιολόγου κ. Γ. Δ. Παπαθανασόπουλου που απαντά στον κ. Δεληβοριά.

Να διευκρινίσουμε ότι δύο είναι τα επίμαχα σημεία: κατά πόσο είναι επιστημονικά ορθό να ανεγερθεί το Νέο Μουσείο πάνω σε αποκαλυφθέντα αρχαιολογικό χώρο. Και δεύτερο κατά πόσο αλλοιώνεται το τοπίο με ένα ογκώδες σύγχρονο οικοδόμημα δίπλα στην Ακρόπολη και στον Παρθενώνα. Κατά τα άλλα, όλοι συμφωνούν για την ανάγκη ανέγερσης του νέου Μουσείου. Μάλλον ξεστρατίζει τη συζήτηση η ταύτιση της θέσης και της ανέγερσης, το δίλημμα ή εκεί ή πουθενά.

Το ορθό και το κανονικό θα ήταν αυτή η συζήτηση να προηγηθεί της επιλογής του οικοπέδου Μακρυγιάννη και να πάρει τη μορφή διαγωνισμού ή συνεδρίου. Παλαιότερα άρχισε κάποια συζήτηση, υπήρξαν προτάσεις εναλλακτικών λύσεων ενδιαφέρουσες αλλά δεν κατέληξαν σε απόφαση. H απόφαση για τη θέση Μακρυγιάννη είναι του υπουργείου Πολιτισμού και γι' αυτό χαρακτηρίζεται πολιτική.

Γιατί τέτοια εμμονή να ανεγερθεί το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης επάνω στα αρχαία του αρχαιολογικού χώρου του Μακρυγιάννη;

Θεωρώ ακατανόητη και απαράδεκτη τη συμπεριφορά των υπευθύνων που έτσι αφανίζουν τον αρχαιολογικό χώρο Μακρυγιάννη ως σύνολο, διαλύοντας ή καταχώνοντας αρχαίους τοίχους και θεμελιώσεις ή σχεδιάζοντας μερική δήθεν ανάδειξή τους κάτω από κρυστάλλινα δάπεδα του νέου μουσείου. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι ίδιοι, είναι γνωστό ότι, κατά κανόνα, με υπερβάλλοντα ζήλο εξαντλούν την αυστηρότητα του νόμου στον ανίσχυρο μικροϊδιοκτήτη, οδηγώντας τον να θεωρεί κατάρα την ύπαρξη αρχαίων στο οικόπεδό του. Και αν ο αντίλογος είναι ότι και εδώ, στου Μακρυγιάννη, τα αρχαία είναι «κατάρα», η διαφορά είναι ότι εδώ, ο ιδιοκτήτης είναι το κράτος. Με δύο μέτρα και δύο σταθμά δηλαδή εφαρμόζεται ο Αρχαιολογικός Νόμος για την προστασία της Εθνικής μας Κληρονομιάς; Στον άμεσο περίγυρο της Ακρόπολης και μάλιστα σε έκταση του Δημοσίου, επιτρέπονται τα «απαγορευμένα», ενώ για παράδειγμα απαγορεύεται η ανέγερση οποιουδήποτε είδους και μεγέθους κτίσματος στην A΄ Ζώνη, για παράδειγμα του Διρού, με Ζώνη απόλυτης προστασίας δεκάδες χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα γύρω από το σπήλαιο Αλεπότρυπα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, αρμόδιοι και ειδικοί που εμπλέκονται στο θέμα, παρότι έχουν πλήρη επίγνωση της σημασίας των αρχαίων του αρχαιολογικού χώρου Μακρυγιάννη, εν τούτοις αποδέχονται τη διάλυση ή την κατάχωσή τους. Μπροστά στα μάτια μας, στο «οικόπεδο» Μακρυγιάννη ακολουθείται μία πρωτοφανής στα αρχαιολογικά χρονικά πρακτική σταδιακής καταστροφής ή κατάχωσης, δηλαδή εξαφάνισης αρχαίων, τα οποία, πρέπει να τονιστεί, δεν βρίσκονται αποσπασματικά σε οικόπεδα που δεν έχουν συνοχή μεταξύ τους, όπως συμβαίνει στα οικόπεδα ιδιωτών, αλλά βρίσκονται σε ενιαία έκταση πολλών χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων.

«Συμπτώσεις αρχαιολατρίας(!) και ντροπής(;)»

Τη συνισταμένη των απόψεων για την ανέγερση του μουσείου στον αρχαιολογικό χώρο Μακρυγιάννη, την εκφράζει ο κ. A. Δεληβοριάς, μέλος του Δ.Σ. του OANMA* στο άρθρο του στην «Καθημερινή» της 27.10.2002, με τον βαρύγδουπο τίτλο «Συμπτώσεις αρχαιολατρίας και ντροπής. Οι λόγοι για τους οποίους ένα έργο οικουμενικής σημασίας όπως αυτό του Μουσείου Ακροπόλεως, δεν ολοκληρώνεται».

Με τη γενική παραδοχή κατά τον Α.Δ. ότι «το νέο μουσείο δεν θα έπρεπε να απέχει πολύ από την Ακρόπολη και τη γύρω αρχαιολογική ζώνη», δεν υπάρχει κανείς που να μη συμφωνεί. Αλλά τον αρχαιολογικό χώρο Μακρυγιάννη δεν τον εντάσσει ο A. Δ. στην αρχαιολογική ζώνη «γύρω από την Ακρόπολη»; Και δεν είναι αυτός ο χώρος, A΄ ζώνη προστασίας της Ακρόπολης, σύμφωνα με τον αρχαιολογικό νόμο που ισχύει για όλη την επικράτεια; O Α.Δ. δεν γνωρίζει προφανώς ότι ο χώρος Μακρυγιάννη επεβλήθη και δεν επελέγη. Αν είχε μελετήσει τις προδιαγραφές για τον διεθνή διαγωνισμό του 19891 θα διαπίστωνε καταρχήν ότι: οι τρεις θέσεις που προτάθηκαν -και οι τρεις ακατάλληλες κατά τη γνώμη μου- (τη θέση Μακρυγιάννη, μάλιστα, ο πρόεδρος κρίσεως της διεθνούς επιστημονικής επιτροπής, που όμως δεν παρευρέθη την ημέρα της κρίσεως λόγω ατυχήματος, τη θεωρεί εντελώς ακατάλληλη από όλες τις απόψεις), δεν προέκυψαν από εμπεριστατωμένη μελέτη ειδικών ή συνέδριο, όπως θα το επέβαλε η σοβαρότητα του θέματος. Στη συνέχεια, ο Α.Δ. θα αντιλαμβανόταν ότι για τον χώρο του κέντρου «Διόνυσος», επισημαίνεται στους μελετητές ότι «ο χώρος δεν έχει ερευνηθεί αρχαιολογικά, επομένως είναι πιθανή η ύπαρξη αρχαίων, γι' αυτό και δόθηκε η δέσμευση του περιορισμένου σε βάθος και έκταση υπογείου. Παράλληλα, για λόγους προστασίας του φυσικού τοπίου και του αρχαιολογικού χώρου, (ποιου αρχαιολογικού χώρου άραγε;) το κτίριο του νέου μουσείου δεν έπρεπε να υπερβαίνει σε ύψος τους δύο ορόφους (ισόγειο και όροφος) από τη στάθμη του δρόμου». Δηλαδή, στην πραγματικότητα προτείνεται μεν ο χώρος «Διόνυσος», αλλά αποθαρρύνονται και αποτρέπονται οι υποψήφιοι μελετητές. Αντίστοιχα αποθαρρύνονται και αυτοί που θα επέλεγαν τη λύση της Κοίλης, αφού «Στον χώρο της Κοίλης υπάρχουν εμφανή λαξεύματα στο φυσικό βράχο, δρόμων, σπιτιών και άλλων κτισμάτων που μαρτυρούν τη μακραίωνη ιστορία του χώρου. O μελετητής έπρεπε αυτά να τα σεβαστεί να τα αναδείξει και πιθανώς να τα εντάξει στον περιβάλλοντα χώρο του μουσείου… Λόγω της ιστορικής σημασίας του χώρου, η εκσκαφή σε βάθος για δημιουργία υπογείου, έπρεπε να είναι περιορισμένη, ενώ ως μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος δόθηκε αυτό των δύο ορόφων από τη στάθμη του περιφερειακού δρόμου».

Αντίθετα, η θέση Μακρυγιάννη κρίνεται στις προδιαγραφές ελεύθερη για δόμηση αφού «από αρχαιολογική άποψη ο χώρος θεωρήθηκε ότι έχει ερευνηθεί ανασκαφικά και επομένως δόθηκε ελεύθερος για δόμηση με μοναδική δέσμευση τη διατήρηση ενός αρχαιολογικού ευρήματος στη βορειοανατολική γωνία του τετραγώνου».2

Τόσο οι προδιαγραφές και οι όροι του A΄ διεθνούς διαγωνισμού του 1989, όσο και οι μεταγενέστερες (αλλά και προγενέστερες) σχετικές αποφάσεις, για το θέμα, χαρακτηρίζονται από παλινωδίες, αλλαγές και έλλειψη συγκεκριμένης πολιτικής και στόχων. Δεν μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό δηλαδή, πώς είναι δυνατόν για την έκθεση των ίδιων ακριβώς αρχαίων να προτάθηκαν θέσεις με τόσο διαφορετικά μεγέθη έκτασης η κάθε μία. Δηλαδή 5.895 τ.μ. για τη θέση «Διόνυσος» και 25.434 τ.μ. και 24.150 τ.μ. αντίστοιχα για τις θέσεις Κοίλη και Μακρυγιάννη. Επιπλέον, με ποια κριτήρια ορίζονται τα ύψη του μουσείου στο «Διόνυσο», δύο όροφοι «για την προστασία του φυσικού τοπίου και του αρχαιολογικού χώρου», όσο δηλαδή και στην Κοίλη, από όπου όμως το μουσείο δεν θα ήταν ορατό από την Ακρόπολη, ενώ στη θέση Μακρυγιάννη, ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη καμιά τέτοια προδιαγραφή δεν ισχύει, αφού στον διαγωνισμό το ύψος του μουσείου δεν θα υπερέβαινε το ύψος του κτιρίου Weiler, το οποίο σημειωτέον στο τωρινό πρόγραμμα το υπερβαίνει κατά πολύ;

Δεν ισχύει, βέβαια, αυτό που ισχυρίζεται ο Α.Δ., ότι και οι τέσσερις διαγωνισμοί συνέπεσαν στην τελική επιλογή της θέσεως (Μακρυγιάννη), διότι στους δύο πρώτους (1975 και 1979) και στον τελευταίο (2000) η θέση ήταν μόνο αυτή, ενώ στον τρίτο, τον διεθνή, παρά την εξόφθαλμη προτροπή των προδιαγραφών για αποφυγή των θέσεων Κοίλη και «Διόνυσος», τα δύο τρίτα των αρχιτεκτονικών γραφείων που συμμετείχαν στο διαγωνισμό δεν επέλεξαν το οικόπεδο Μακρυγιάννη.

Το γραφόμενο από τον Α.Δ. ότι «Υπέρ της θέσεως αυτής συνηγορούσε άλλωστε χωροταξικά αφενός η σχετική γειτνίαση της Ακροπόλεως και των μνημείων της νότιας κλιτύος, και αφετέρου η δυναμική του σχεδιαζόμενου δημόσιου οικοδομήματος για την, έστω και μελλοντική, σταδιακή αναβάθμιση της υποβαθμισμένης σήμερα πολυκατοικιοκρατούμενης περιοχής», είναι ο κομψός τρόπος για να επαναδιατυπωθούν, οι τουλάχιστον άστοχες, απόψεις που έχουν ακουστεί του τύπου: το νέο μουσείο στου Μακρυγιάννη «θα είναι αντάξιο του Παρθενώνα» ή ότι «το μουσείο θα συνομιλεί με το μνημείο». Κατά τη γνώμη μου η «πολυκατοικιοκρατούμενη και υποβαθμισμένη περιοχή» θα αναβαθμιστεί αν επιδειχθεί ο επιβεβλημένος σεβασμός στην αντιμετώπιση των αρχαιολογικών και ιστορικών αξιών που υπάρχουν στον χώρο. H δημιουργία οργανωμένου αρχαιολογικού πάρκου, η αφαίρεση των πολυκατοικιών και η ανάδειξη του διατηρητέου κτιρίου Weiler, δηλαδή ολόκληρου του οικοδομικού τετραγώνου, θα είναι μια μεγαλειώδης παρέμβαση της Πολιτείας στον περίγυρο της Ακρόπολης και συγχρόνως μια γενναία προσφορά στους επισκέπτες του Ιερού Βράχου, αλλά και κυρίως στους Αθηναίους και τους κατοίκους της περιοχής.

Αν και πιθανόν να υπήρχε μια καλύτερη λύση για τον σταθμό του Μετρό της Ακρόπολης (από άποψη ύπαρξης αρχαίων), εν τούτοις η υποχρεωτική καταστροφή των αρχαίων που βρέθηκαν στο ανατολικό τμήμα του αρχαιολογικού χώρου Μακρυγιάννη, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποτελεί πρόκριμα για την καταστροφή του κεντρικού και του δυτικού του τμήματος, ακόμη και αν δεν διατυπώθηκε διαμαρτυρία των «ανησυχούντων».

Ο αρχαιολογικός χώρος του Μακρυγιάννη περιλαμβάνει οικοδομικά αρχαία με «σαφήνεια των περιγραμμάτων τους» και με υψηλό συγκεκριμένο «δείκτη ιστορικού ενδιαφέροντος. Επιπλέον, όμως, τα αρχαία αυτά διατηρούν και τη σαφήνεια της οικιστικής ενότητας, με δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα, με δρόμους, αγωγούς κ.λπ., της οποίας ο Α.Δ. δέχεται τον επιλεκτικό κατακερματισμό: Πολλά καταστρέφονται, άλλα καταχώνονται, δηλαδή αφανίζονται και άλλα -ελάχιστα σε σχέση με το σύνολο- «προστατεύονται» και «αναδεικνύονται» κάτω από κρυστάλλινο δάπεδο, έχοντας ανάμεσά τους πλήθος από καταστρεπτικά υποστυλώματα που θα στηρίζουν το νέο μουσείο.

Προκειμένου, τέλος, για τα αρχαία που καταστράφηκαν στο ανατολικό τμήμα για τον σταθμό του Μετρό, το αναγραφόμενο του Α.Δ., «Κανένα όμως από τα ακίνητα ευρήματα δεν κρίθηκε διατηρητέο χωρίς αυτό να πλήξει την αρχαιολατρεία των «ανησυχούντων» για τη μοίρα της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, ίσως επειδή δεν έθιγε άμεσα κάποια ζωτικά συμφέροντα», χρειάζεται διευκρινίσεις. Διότι δεν θα έπρεπε για έναν τόσο σοβαρό ψόγο να γίνεται λόγος έτσι γενικά και αόριστα. Ποιους αρχιτέκτονες, γνωστούς ζωγράφους, διακεκριμένους νομικούς, δημοσιογράφους κ.λπ. εννοεί; και ποιο ατομικό (και όχι δημόσιο) συμφέρον εξυπηρετεί η ομόφωνη καταγγελία του Δ.Σ. του ICOMOS, (την παρέμβαση του οποίου αποσιωπά ο Α.Δ.) για το απαράδεκτο της ανέγερσης του νέου μουσείου Ακροπόλεως του χώρου Μακρυγιάννη;

Επειδή όπως θεωρεί και ο Α.Δ. το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης αφορά όλο τον πολιτισμένο κόσμο και είναι έργο εθνικό και οικουμενικής σημασίας, πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία και με κάθε κόστος ο «εθνικός διασυρμός» και η «ντροπή» που μοιραία θα ακοκλουθήσουν με το ότι φτιάχνουμε το αρχαιολογικό μουσείο Ακροπόλεως καταστρέφοντας τα αρχαία στον άμεσο περίγυρό της.

Σημείωση. Εύχομαι να μη θεωρηθώ για άλλη μια φορά ως «αντεθνικώς δρων» προστατεύοντας αρχαία, όπως είχε γίνει το 1969, τότε που με ανέκρινε με αυτή την κατηγορία ο στρατιωτικός διοικητής Ηλίας Αλκ. Καπένης, παρουσία του Στ. Παττακού, επειδή το συνεχιζόμενο υπό την διεύθυνσή μου ανασκαφικό έργο στην αρχαία Ηλιδα από όπου θα περνούσε η κεντρική διώρυγα του φράγματος του Πηνειού καθυστερούσε τα εγκαίνια του έργου που θα έκανε ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος, μια ανάκριση που τελικά οδήγησε στη μετάθεσή μου στη Σπάρτη, όπου όμως ο νομάρχης Λακωνίας συνταγματάρχης Σπήλιος Βανικιώτης, πάλι παρουσία του Στ. Πατακού, με ανέκρινε με την ίδια κατηγορία επειδή, λόγω ύπαρξης αρχαίων, διέκοψα εκσκαφές αγωγού, στα βόρεια κράσπεδα της ακρόπολης της Σπάρτης, που επιχειρήθηκαν χωρίς άδεια και χωρίς εποπτεία.

Ο Γ. A. Παπαθανασόπουλος, Επίτιμος Εφορος Αρχαιοτήτων, ισόβιος εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας και τακτικό μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου και τ. διευθυντής Ακροπόλεως είναι πρόεδρος της επιστημονικής Επιτροπής του Αρχαιολογικού, Μουσειακού και Ανασκαφικού, Εργου Σπηλαίων Διρού.

Υποσημειώσεις:

Οργανισμός Ανέγερσης του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως

1. Νέο Μουσείο Ακρόπολης. Διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός. Υπ. Πολιτισμού Αθήνα 1991, σ. 17

2. ό.π.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ