ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

H «λοξοδρομία» και το πείσμα...

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: 1) «Τα ποιήματα του μανδαρίνου», σελ. 38. 2) «O Κάντιος και τα Βαλκάνια. Ασκήσεις λογικής», σελ. 56. Εκδόσεις «ύψιλον/βιβλία», 2002.

Του Παντελη Μπουκαλα

Καμιά φορά, η επίμονη δημόσια παρουσία ενός στοχαστή, ενός διανοουμένου, απειλεί να θέσει εκτός προσκηνίου -και ανάγνωσης- τον άλλο του εαυτό, τον ποιητή. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις λογίων οι οποίοι δεν παρεμβαίνουν παρεμπιπτόντως στην αγορά των ιδεών με άρθρα, σχόλια και δοκίμια πολιτικού χαρακτήρα, αλλά το πράττουν με συνέπεια και συστηματικότητα και με διάρκεια στο χρόνο, ενώ με την ίδια συνέπεια «κρούουν την λύραν». Οι ίδιοι βέβαια δεν θεωρούν διχασμένο τον εαυτό τους -εδώθε με την πρόζα, εκείθε με το στίχο- ούτε και κρίνουν σαν πάρεργο τη μία ή την άλλη εκδοχή της δημόσιας γραφής τους, αλλά τις υπηρετούν και τις δύο, σαν σιαμαίες αδελφές, και με την ίδια πίστη και σοβαρότητα.

Δεν είναι πολλοί αυτοί οι φαινομενικά «διπλοί» αλλά κατά βάθος αδιάσπαστοι γραφιάδες, δεν είναι δηλαδή πολλοί οι λογοτέχνες που δεν διστάζουν να εκτεθούν, να ενοχλήσουν? περισσότεροι είναι οι κάπως αριστοκρατίζοντες της λογοτεχνίας που προτιμούν να μη «λερωθούν» από τα «χαμηλά» κοινά, να μην «ανακατευτούν με τα πίτουρα της πολιτικής», να μη διακινδυνεύσουν. Ενας από τους λίγους πάντως, κι από τους αξιότερους, τους ανθεκτικότερους και τους ενοχλητικότερους, είναι ο ποιητής, δοκιμιογράφος και σχολιογράφος Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος (γεν. το 1936), μέλος της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, με πάνω από δέκα βιβλία στο ενεργητικό του, ποιητικά ή εν γένει κριτικά, και με μεταφράσεις πολλών έργων, θεωρητικού κυρίως περιεχομένου. Και ίσως πρέπει να δούμε την απόφασή του να εκδώσει σχεδόν ταυτόχρονα δύο βιβλία του, ένα με ποιήματα και ένα με σχόλιά του (τον Οκτώβριο του 2002 το πρώτο, τον Δεκέμβριο το δεύτερο), σαν μια χειρονομία που σκοπό έχει να υποδηλώσει το ενιαίο της γραφής του, η οποία αποτυπώνει, και με τις δύο μορφές της, τον Λυκιαρδόπουλο-πολίτη. Αν θα αναζητούσαμε έναν δίαυλο που θα μας οδηγούσε από τον στιχουργημένο λόγο στον πεζό, πέρα από το ίδιο ήθος και την ίδια ευθύτητα που τους σκέπει, θα τον εντοπίζαμε σε ένα «θραύσμα» του Σολωμού, μια «προσθήκη» στη «Γυναίκα της Ζάκυθος», που φιλοξενείται και αξιοποιείται και στα δύο βιβλία: Στα «Ποιήματα του μανδαρίνου» η σολωμική φράση «έτσι πάει το έθνος» αποτελεί το στίχο με τον οποίο τελειώνει το ποίημα «υπαρκτή Κεφαλονιά». Στο βιβλίο «O Κάντιος και τα Βαλκάνια. Ασκήσεις λογικής», ως μότο και ως άξονας στο σχόλιο «H «ένοχη σιωπή των διανοουμένων»» χρησιμοποιείται ένα μεγαλύτερο μέρος του ίδιου σκληρού σολωμικού αποσπάσματος («Είδες να μαδάνε την κότα και ο άνεμος να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Ετσι πάει το έθνος»), το οποίο σε εκτενέστερη μορφή έχει ως εξής: ««Πώς πάει το έθνος; Πώς πάνε οι δουλειές;» Και άφησε το κουπί του και με το χέρι εσυχνόκοβε τον αέρα orizzontalmente. «Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Ετσι πάει το έθνος»».

Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, θα έλεγαν οι γραμματολόγοι, ανήκει στη χορεία των ελασσόνων ποιητών, άρα λοιπόν έχει να υπηρετήσει μια πάρα πολύ σπουδαία υπόθεση: την ποίηση. Αυτός είναι ο δρόμος του, η «λοξοδρομία» του, περίπου πενήντα χρόνια τώρα, από το 1954 δηλαδή, οπότε πρωτοδημοσίευσε ποίημά του στη «Νέα Εστία». Κι είναι δρόμος διακριτός αλλ΄ όχι μοναχικός, μιας και τις ιδέες του και τη στάση του τα μοιράζεται με τους λογίους και ποιητές με τους οποίους συνεκδίδει μαχητικά περιοδικά, τις «Μαρτυρίες» και τις «Προτάσεις» παλαιότερα, τις «Σημειώσεις» από το 1973 και μέχρι τώρα. O στίχος «O δρόμος μας ετούτος είναι, δεν το μετανιώσαμε», δεν προσδιορίζει μόνο τον Βύρωνα Λεοντάρη που τον έγραψε.

Ακριβώς στις «Σημειώσεις» πρωτοδημοσιεύτηκαν οι τρεις ενότητες που απαρτίζουν το τωρινό ποιητικό του βιβλίο: η ενότητα «Τσε» το 1993, «Τα ποιήματα του μανδαρίνου» το 1997, η «Λοξοδρομία» το 2002. Με τους όρους της αγοράς, στους οποίους μαθαίνει να υποτάσσεται και η τέχνη, είκοσι ποιήματα μέσα σε μια δεκαετία είναι ελάχιστα κι ίσως να μην επαρκούν να συντηρήσουν τη διαβόητη «αναγνωρισιμότητα» του δημιουργού τους, αν βέβαια είναι αυτός ο -αστείος και αλλοτριωτικός ταυτόχρονα- στόχος του. Ομως ο Λυκιαρδόπουλος δεν γράφει με την επιπόλαιη μνήμη των δακτύλων και με τα τρυκ της ρητορικής. Γράφει όταν νιώθει πως έχει κάτι να πει. Δεν γράφει για να μη λησμονηθεί από την αγορά αλλά για να μη λησμονήσει ο ίδιος. «Σκαρφάλωσε τις δεκαετίες στίχο στίχο. Εμαθε όλα τα τεχνάσματα της ποίησης αλλά έμεινε έντιμος - κατά το δυνατόν» γράφει στο ποίημα που τιτλοφορείται «σονέτο '97» παρότι δεν είναι διαμορφωμένο σαν σονέτο (ας σημειωθεί ότι δεν λείπουν, και σε τούτο το βιβλίο του Λυκιαρδόπουλου, τα έμμετρα και ομοιοκατάληκτα ποιήματα).

Πάνω στο χαρτί δεν έχει απομείνει ούτε σταγόνα λίπος. Παιδεμένοι οι στίχοι, με την αυστηρότητα και την ευθύτητά τους, εξακολουθούν να μιλούν ακόμη -όχι πάντοτε αλλά αρκετά συχνά, σε εναλλαγή με την πρωτοπρόσωπη σύνταξη- σε ένα πρώτο πληθυντικό πρόσωπο με το οποίο δεν αισθάνεται άνετα η νέα ποίηση. Τυπικό ως προς αυτό, εκτός από τον γνωμικής απλότητας στίχο «Κι αν έτριζε η ψυχή μας δεν λασκάρισε» (ακόμη κι αν «στο πουθενά γυρίζει πάντα η πλώρη μας», όπως έλεγε ένας παλαιότερος στίχος τού εξοικειωμένου με τη θάλασσα ποιητή), είναι το ποίημα με την επιγραφή «από την παιδική ηλικία του E.C.G.»: «Ερχόμαστε από στέπες αμετάφραστες / παίζοντας με δίψα την ψυχή μας / και χάνοντας μονότονα σ' όλα τα χρώματα [...] Δεν μεγαλώσαμε εύκολα / καπνίζαμε τσιγάρα στούκας και διαβάζαμε τον Ζαρατούστρα / ξορκίζαμε το κατηχητικό στα υπόγεια του Γκόρκυ και του Ζορρό / υπόγεια δικά μας προαιώνια ελληνικά / - δεν μεγαλώσαμε εύκολα / φοράμε πάντα ρούχα κατοχικά / κρυώνει ακόμα η ψυχή μας / καπνίζουμε εφημερίδες μεθάμε με μελάνι / μας πνίγουν οι καπνοί κι οι λέξεις μάς στενεύουν / ερχόμαστε από πολύ μακριά / ο Ζαρατούστρα κλαίει ολομόναχος / στα παλιά μας θρανία.»

Κι ας σκεφτεί κανείς ότι αυτές οι στενάχωρες λέξεις κι η τέχνη τους ορίζονται σε άλλο ποίημα, με τρόπο σαν και του Καβάφη, σαν το μοναδικό παυσίλυπο: «Υστερα μ' άρπαξαν οι λέξεις- άλλο ναρκωτικό δεν γνώρισα». «Φεύγοντας κι απ' την ποίηση δεν έχεις πού να πας» έλεγε παλαιότερα ο Λυκιαρδόπουλος. Αλλά στη δική του περίπτωση η ποίηση δεν είναι εσώκλειστη και αυτοαναφερόμενη, δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση, ένας τρόπος βολικής διαφυγής από τα -όσο πικρά και απογοητευτικά- ανθρώπινα. Είναι ένας τρόπος συμπλοκής με την πραγματικότητα.

Ποια η πραγματκότητα; Πάνω-κάτω αυτή που υποδεικνύει το σολωμικό απόσπασμα, η θλιμμένη φράση «έτσι πάει το έθνος». «... μαδημένη πατρίδα / τριαντάφυλλο / στα χοντροδάχτυλα του κέρδους // έτσι πάει το έθνος» στιχουργεί ο Λυκιαρδόπουλος. Και στο κείμενο «H «ένοχη σιωπή των διανοουμένων»» του βιβλίου «O Κάντιος στα Βαλκάνια», γράφει: ««Ετσι πάει το έθνος». Κάθε μέρα, κάθε ώρα, με νταούλια και βιολιά και μαντολίνα. Με μπουλντόζες και πυρκαγιές τακτικές και προγραμματισμένες, με βουνά ξεκοιλιασμένα από την πρόοδο, με την υποκρισία να καταζητεί τους εμπρηστές της Πεντέλης και συγχρόνως να ψηφίζει εμπρηστικούς νόμους, με την ξύλινη εθνικοφροσύνη και την ακκιζόμενη ελευθερία του κέρδους να ανασκαλεύουν τα αποκαΐδια του ανύπαρκτου κομμουνισμού για να μας αποκαλύψουν δήθεν το υπαρκτό κακό - που θα μπορούσαν να το δουν κοιτάζοντας απλώς μέσα στον καθρέφτη τους».

Δώδεκα σχόλια δημοσιευμένα την τελευταία δεκαετία στις «Σημειώσεις» και την «Καθημερινή» περιέχει ο «Κάντιος», σχόλια αντικομφορμιστικά και εγρήγορα που επιτίθενται στον κυρίαρχο, τηλεοπτικό και μη, «κερδαλέο και ξετσίπωτο λόγο του Τίποτα», στην «καθεστηκυία γκλαμουριά», σε αγοραία δόγματα του είδους «ό,τι δεν πουλάει δεν ζει» και σε «εθνικά οράματα» σαν την Ολυμπιάδα. Ενα από αυτά, που μιλάει για την «ποίηση ως αντίσταση», καταλήγει ως εξής: «Το να πετάς αντί άλλου επιχειρήματος ένα στίχο στα μούτρα του αντιπάλου σου δεν είναι «πολιτικώς ορθόν» στην εποχή μας. Ποτέ δεν ήταν. Αλλά κάποτε συνηθιζόταν, και τούτο σήμαινε κάτι - σήμαινε κάτι για τη ζωή, όχι για την ποίηση. H ποίηση έτσι κι αλλιώς δεν άλλαξε, υπήρξε πάντα ό,τι είναι και σήμερα: «παλιές ειδήσεις». Αυτό ακριβώς συνιστά την ουσία της και την αντίστασή της.»

Αυτής της ουσίας και της αντίστασης τεκμήρια είναι οι στίχοι του Λυκιαρδόπουλου. Μπορεί κάποιες φορές να φαίνεται ότι λυγίζουν από το βάρος της μνήμης και της απογοήτευσης, όπως λ.χ. οι στίχοι «Ο,τι πέρασε πέρασε / - ύψωσε τώρα το ποτήρι: / για ένα τίποτε / για ένα τίποτα ζήσαμε» (ένα «τίποτα» όμως τόσο διαφορετικό από το «κερδαλέο και ξετσίπωτο Τίποτα»)? μπορεί να δείχνουν ότι αρνούνται ακόμη κι εκείνο το καρτερικό επίρρημα «σωστά» των σεφερικών στίχων με τους οποίους συνομιλούν («φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη / και να τη σπείρουν. / Ο,τι πέρασε πέρασε σωστά»). Αλλά και πάλι, βρίσκουν τον τρόπο τους, τον τρόπο του πείσματος, και συνεχίζουν: «Εστω. Αγάπησέ το / όσο κρατήσει αυτό το πείσμα [...] αγάπησέ το όσο κρατήσει / αυτό το πείσμα στο χαμόγελο».

Έντυπη