ΕΛΛΑΔΑ

Πήλινες πίπες καπνού 300 χρόνων

Της Γιώτας Μυρτσιώτη

Οταν ο πρέσβης της Γαλλίας στην Πορτογαλία Ζαν Νικό έστειλε το 1560 σκόνη καπνού στην Αικατερίνη των Μεδίκων για τις ημικρανίες της, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τις διαστάσεις της σημερινής χρήσης (και κατάχρησης) του καπνού, ούτε το ρόλο του στην παγκόσμια οικονομία.

Μέχρι τότε, το Nicotiana Tabacum ήταν μόνο ένα «ιερό» φυτό για τους ιθαγενείς της Αμερικής και η πίπα το «ιερό» αντικείμενο που συνόδευε τις φυλές των Ινδιάνων στα μεγάλα συμβούλια. Η ανακάλυψη της Αμερικής σήμανε και τη ραγδαία εξάπλωσή του στην Ευρώπη. Ο καπνός έγινε ρυθμιστικός παράγοντας της οικονομίας κρατών και το κάπνισμα συνήθεια, παρά τα αυστηρά ήθη της εποχής, τις διώξεις, τους αφορισμούς και τις φυλακίσεις.

Από ανασκαφές

Η «πίπα της ειρήνης» έγινε το προσωπικό αντικείμενο καθημερινής χρήσης που κυριάρχησε και στη χώρα μας επί τρεις αιώνες ενώνοντας άνδρες και γυναίκες, πλούσιους και φτωχούς, Ελληνες, Τούρκους και Εβραίους. Τη σύντομη ιστορία του καπνού και του καπνίσματος φέρνουν στο προσκήνιο δύο χιλιάδες πήλινες πίπες, που χρονολογούνται από τον 17ο ώς τον 19ο αιώνα, τις οποίες φυλάσσει το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης και σκοπεύει να τις εκθέσει στο μέλλον.

Ο μικρός «θησαυρός» του Μουσείου, τον οποίο μελετά εδώ και δέκα χρόνια ο αρχαιολόγος Παναγιώτης Καμπάνης για το υπό έκδοση βιβλίο του «Πήλινες πίπες καπνού από τη Θεσσαλονίκη, 17ος-18ος αιώνας», ήρθε στο φως κατά τη διάρκεια ανασκαφών της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Οι περίτεχνοι λουλάδες αποκαλύπτουν λεπτομέρειες από μια συνήθεια που άρχισε να καθιερώνεται στην Ελλάδα με την καλλιέργεια του καπνού.

Κάπνισμα - φωτιά

Ο καπνός πρωτοήρθε στη Θεσσαλονίκη τέλη του 16ου αιώνα από Γάλλους εμπόρους, καλλιεργήθηκε στην κοιλάδα του Αξιού κι από εκεί στην υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το κάπνισμα, παρά την απαγόρευση με θανατική ποινή το 1633 επί βασιλείας του Μουράτ Δ΄, έγινε έθιμο αλλά και αίτιο πυρκαγιών σε καφενεία και καπηλειά -μια τέτοια φωτιά κατέστρεψε τη μισή πόλη των Σερρών τον 18ο αιώνα-, ώσπου ο Μουσταφά Γ΄ μετέτρεψε το εμπόριο του καπνού σε μονοπώλιο του βασιλικού ταμείου για να σταματήσει τις διώξεις κατά των καπνιστών. Τον 18ο αιώνα, λουλάδες εισαγωγής από την Κωνσταντινούπολη, το Ασιούτ της Αιγύπτου, τη Βάρνα της Βουλγαρίας αλλά και ευρωπαϊκά εργαστήρια έφθαναν στα χέρια των Θεσσαλονικέων.

Η πίπα δεν ήταν απλώς ένα χρηστικό αντικείμενο αλλά και ένας τρόπος επίδειξης πλούτου και αρχοντιάς. Απλή για τους φτωχούς, διακοσμημένη ή επιχρυσωμένη για τους πλούσιους, ήταν έργο τέχνης που για την κατασκευή του απασχολούνταν διαφορετικοί τεχνίτες και εργαστήρια. Χρυσοχόοι και κοσμηματοποιοί, λουλατζήδες, τεχνίτες του ξύλου (ειδικά περιβόλια με αρωματικά δένδρα εξασφάλιζαν το ξύλο για τις καπνοσύριγγες - κοινώς, τσιμπουκόβεργες) και καλλιτέχνες. «Η τέχνη της κατασκευής τους έρχεται πιο κοντά στην τέχνη των αργυροχρυσοχόων απ' ό,τι σ' αυτή των αγγειοπλαστών», διαπιστώνει ο κ. Καμπάνης στην ερευνά του.

Ο λουλάς και η βέργα

Το καμινίδιο (ή λουλάς, τουρκικά lule), το μικρό δοχείο με σωληνοειδή προεξοχή μέσα στο οποίο καίγεται ο καπνός, ήταν συνήθως πήλινο, χρησιμοποιούσαν ωστόσο πέτρα, ξύλο, σηπιόλιθο ή μέταλλο. Το σχήμα του δινόταν με πέτρινες, ξύλινες ή μεταλλικές μήτρες και στη συνέχεια ειδικοί καλλιτέχνες το διακοσμούσαν με φαντασία και μαεστρία.

Ενας ή δύο υπηρέτες, οι λεγόμενοι τσιμπουκτσήδες, χρειάζονταν για τη μεταφορά της καπνοσύριγγας ή τσιμπουκόβεργας, και είχαν την ευθύνη για το άναμμα της πίπας, την ανανέωση του καπνού, τη συντήρηση και την καθαριότητά της. Η τσιμπουκόβεργα, μήκους από ένα έως τέσσερα μέτρα, κατασκευασμένη από κλωνάρια κερασιάς, γιασεμιού, πορτοκαλιάς ή λεμονιάς προσέδιδε άρωμα στον καπνιστή για μεγαλύτερη απόλαυση. Σε αντίθεση με τους πήλινους λουλάδες, ελάχιστα είναι τα δείγματα από τσιμπουκόβεργες που σώζονται στο Topkapi της Κωνσταντινούπολης και στο Μουσείο Μπενάκη.

Το επιστόμιο ήταν κατασκευασμένο κυρίως από κεχριμπάρι, αλλά και από μάρμαρο, κόκκαλο, ελεφαντόδοντο, σμάλτο επιχρυσωμένο και διακοσμημένο με ημιπολύτιμους λίθους, κοράλλι - ειδικά για τις γυναικείες πίπες.

Πλούσια διακόσμηση

Πλούτος παραλλαγών και διακοσμήσεων ανάγει τις πίπες σε μικρά έργα τέχνης. Τον 17ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία ο καπνός ήταν ακόμα ακριβός και δύσκολα διαθέσιμος, οι πίπες είχαν μικρό μέγεθος, ήταν μονοκόμματες και με ελάχιστη διακόσμηση. Στα τέλη του 17ου αιώνα κάνει την εμφάνισή του ο ημισφαιρικός τύπος που κυριαρχεί ώς τα μέσα του 19ου αιώνα οπότε το μέγεθος αυξάνει όπως και οι διακοσμήσεις του.

«Δύσκολα συναντάς ομοιότητες στις εκατοντάδες πίπες που σώζονται έως σήμερα», εξηγεί ο κ. Καμπάνης. «Ανάγλυφες ή εγχάρακτες, φέρουν ποικίλους συνδυασμούς και σχήματα: γεωμετρικά που συμπλέκονται με φυτικά μοτίβα, άνθη, δενδρύλλια, ακτίνες, στάλες, ανθέμια, λέπια, κουκουνάρια, αχηβάδες, στίγματα, κρόσια, ρόμβους, τρίγωνα, οδοντωτές και αλυσιδωτές ταινίες. Μερικές από τις συνθέσεις φαίνεται να αντλούν τα θέματά τους από τα πέτρινα διακοσμητικά στοιχεία της ισλαμικής αρχιτεκτονικής, ορισμένες είναι επιχρυσωμένες κι άλλες φέρουν προσαρμοσμένα ένθετα ασημένια στολίδια».

Η δισκοειδής βάση (σώμα συμπιεσμένο σ' ένα δίσκο πάνω στο οποίο το χείλος κάθεται όπως το φλιτζάνι του καφέ στο πιατάκι) κυριαρχεί από τα μέσα του 18ου αι. ώς τις αρχές του 19ου αι. Παράγεται κυρίως στο Παρίσι σαν ανατολίτικη μόδα. O λιτός ψηλόλιγνος ή κοντόχοντρος στολισμένος καλυκόσχημος λουλάς κυριαρχεί από τις αρχές του 19 αι. ώς τις αρχές του 20ού.

Δύο εργαστήρια

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη εργαστηρίων στη Θεσσαλονίκη, μολονότι από το λιμάνι της διακινούνταν καπνός σε όλη τη Μεσόγειο. Δύο μόνο κέντρα καταγράφονται από τον γνωστό Τούρκο περιηγητή στην Ελλάδα, Εβλιγιά Τσελεμπή: Τα Γιαννιτσά για τις εξαιρετικές εγχάρακτες ξύλινες κεφαλές και οι Θήβες για τον πολύ καλής ποιότητας σηπιόλιθο. Στην Ευρώπη, το πρώτο εργαστήριο κατασκευής πίπας δημιουργήθηκε στην Αγγλία το 1575, ενώ από τον 17ο αιώνα τα κέντρα μεταφέρθηκαν στην Γκούντα της Ολλανδίας όπου κατασκεύαζαν τις περίφημες πίπες «Εστεμμένο Ρόδο». Το 1604 ιδρύθηκε στη Σόφια η πρώτη συντεχνία λουλατζήδων, ενώ στη Βάρνα και το Μπουργκάζ (το Luleburgaz), «...βρίσκονται οι καλύτεροι λουλάδες απ' όλη την Τουρκία», όπως έγραφε το 1665 ο Αγγλος περιηγητής δρ Κόβελ. Εργαστήρια υπήρχαν και στο Τοπχανέ της Κωνσταντινούπολης και στο Ασιούτ της Αιγύπτου, που κυριάρχησαν κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, μέχρι οι βιομηχανίες να αντικαταστήσουν τις άβολες πίπες με προϊόντα της σύγχρονης εποχής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ