ΕΛΛΑΔΑ

Ετσι οικοπεδοποιούν δάσος στη Γλυφάδα

Της Τασούλας Καραϊσκάκη

Πόσοι πνεύμονες πρασίνου έχουν απομείνει στην Αττική; Ελάχιστοι. Παρ' όλ' αυτά, η Πολιτεία, αντί να σταματήσει δυναμικά τη συμπαγή επέκταση της πόλης-τέρατος σε πολύτιμη δημόσια γη (βουνοπλαγιές και ρέματα), αφήνει κάθε είδους καταπατητές να επιδίδονται παμμακάριοι στο ξεκοίλιασμα των βουνών, το καρβούνιασμα των δασών, το μπακλαβαδοκόψιμο των περιαστικών εκτάσεων - τις εκτός σχεδίου πλουτοφόρες οικοδομήσεις. Τους αφήνει να «αξιοποιούν» (να ρημάζουν, να τεμαχίζουν, να ξεπουλούν) με βαναυσότητα και βεβαίως με τη σιγουριά ότι -αργά ή γρήγορα- τα «έργα» τους θα νομιμοποιηθούν.

Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την αδράνεια της διοίκησης μπρος σε ένα σκανδαλώδες θέμα - την καταπάτηση μιας τεράστιας δημόσιας έκτασης στη Γλυφάδα, που εδώ και οκτώ δεκαετίες τεμαχίζεται και ξεπουλιέται ως ιδιόκτητη γη.

Μια καταπάτηση καθ' όλα γνωστή στους ιθύνοντες. Επ' αυτής έχει γνωμοδοτήσει λεπτομερέστατα, πριν από 2,5 χρόνια, το Μικτό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολυσέλιδη απόφασή του (55 σελίδες) δεν έγινε ακόμη αποδεκτή από τα υπουργεία Γεωργίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος. Ακόμη, επ' αυτής έχει εκδοθεί πολυσέλιδο εισαγγελικό πόρισμα, το οποίο έχει επίσης αποσταλεί, πριν από δύο χρόνια, στα υπουργεία Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ, Γεωργίας, Δικαιοσύνης και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Γιατί οι αρμόδιες υπηρεσίες τηρούν σιγήν ιχθύος; Γιατί δεν λαμβάνουν μέτρα; Ετσι διακινδυνεύουν να χάσουν στην περιοχή και τις τελευταίες δημόσιες (εκτός σχεδίου) εκτάσεις, τις οποίες θα έπρεπε -αντίθετα- να περιφράξουν και να προστατεύσουν.

Την υπόθεση της σκανδαλώδους καταπάτησης έφερε στο φως η αγοραπωλησία μιας έκτασης 620,8 στρεμμάτων στην Αιξωνή Γλυφάδας, το 1997, η οποία απεδείχθη «προβληματική» και «σκάλωσε» στο υποθηκοφυλακείο. Οι αγοραστές, θέλοντας να «άρουν» το πρόβλημα, κατέφυγαν στη Δικαιοσύνη. Διενεργήθηκε έρευνα σε βάθος, η οποία αποκάλυψε -αντίθετα απ' ό,τι επεδίωκαν οι αγοραστές- τα δικά τους αδικήματα και όλο το ιστορικό καταπάτησης όχι μόνο της συγκεκριμένης έκτασης αλλά όλης της περιοχής.

Αλλά ας πιάσουμε την ιστορία από την αρχή, μια ιστορία που αξίζει να διηγηθούμε, αφού έχει σίγουρα επαναληφθεί ή επαναλαμβάνεται εκεί όπου περισσότερο έλκεται η οικιστική «ανάπτυξη».

Φλεβάρης του 1997 και ο 89χρονος συνταξιούχος A.B. πουλάει μια μεγάλη έκταση στην Αιξωνή Γλυφάδας (μία από τις όμορφες δασωμένες δυτικές πλαγιές του Υμηττού) που φέρεται να έχει κληρονομήσει από την Ελπίδα Κυριαζοπούλου-Βάου, σε δύο μεσήλικες Κυπρίους οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στο Λονδίνο. Αριθμός στρεμμάτων της έκτασης: 620,836. Τιμή πώλησης: 110 εκατ. δρχ. Τιμή εξευτελιστική αν σκεφτεί κανείς ότι η αρμόδια ΔΟΥ εκτίμησε την αξία του ακινήτου σε 21,7 δισ. δρχ.

Κάποιες καταγγελίες προκαλούν την παρέμβαση του τότε προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών κ. Γ. Κολιοκώστα, ο οποίος διατάσσει προκαταρκτική. O εισαγγελέας Γ. Γεράκης διενεργεί την έρευνα και ο κ. Κολιοκώστας ασκεί κατά της συμβολαιογράφου, του πωλητή και των δύο αγοραστών ποινικές διώξεις σε βαθμό κακουργήματος, για πλαστογραφία εις βάρος του Δημοσίου και ψευδή βεβαίωση (μέχρι και σήμερα η υπόθεση δεν έχει προχωρήσει πέρα από τη φάση της ανάκρισης).

Επανεκτίμηση

Τον Μάρτιο του 1998, οι δύο αγοραστές υποβάλλουν στο Υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου αίτηση για μεταγραφή του συμβολαίου. Ομως, επειδή έχει περάσει ένας χρόνος από την υπογραφή του, ο υποθηκοφύλακας ζητάει από τη ΔΟΥ Γλυφάδας μια νέα εκτίμηση της αξίας του ακινήτου για να υπολογίσει τα έξοδα μεταγραφής. H ΔΟΥ Γλυφάδας, που έχει ενημερωθεί από τον κ. Κολιοκώστα περί πλαστών εγγράφων και ποινικών διώξεων, έχει λάβει από αυτόν την εντολή να αναστείλει την επανεκτίμηση.

Ο καιρός περνάει, αλλά οι δύο αγοραστές εμμένουν στην απόφασή τους να μεταγράψουν το συμβόλαιο. Ετσι, τον Ιούνιο του 2001 ζητούν από τον νέο προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών κ. Ιωάννη Σακελλάκο να ανακαλέσει το επίμαχο έγγραφο (περί αναστολής της επανεκτίμησης) του κ. Κολιοκώστα.

Ο κ. Σακελλάκος διενεργεί ενδελεχή έρευνα (και πέραν του συγκεκριμένου συμβολαίου) και ανακαλύπτει ότι ο τότε 89χρονος πωλητής (σήμερα δεν τελεί πλέον εν ζωή) δεν κληρονόμησε ποτέ από την Κυριαζοπούλου-Βάου το ακίνητο που πούλησε, διότι αυτή είχε ανακαλέσει τελικώς τη διαθήκη της με άλλη ιδιόγραφη. Επιβεβαιώνει ότι το πωλητήριο συμβόλαιο συντάχθηκε με βάση δυο πλαστά έγγραφα: ένα πλαστό πιστοποιητικό ΔΟΥ ότι ο 89χρονος πωλητής είχε εξοφλήσει τον φόρο κληρονομίας κι ένα πλαστό έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης.

Εσκεμμένη παράληψη

Επισημαίνει ότι στο συμβόλαιο δεν αναγράφεται (εσκεμμένα) αν η πωληθείσα έκταση είναι δασική ή αγροτική. Πάντως, ο δασάρχης Πεντέλης, το 1999, σε πράξη χαρακτηρισμού, αναφέρει ότι τα πωληθέντα 620,8 στρέμματα ως «μέρος των δυτικών κλιτύων του όρους Υμηττός με κλίσεις κυμαινόμενες από ήπιες έως απότομες και πολύ απότομες, είναι δάσος και δασική έκταση». Μια έκταση που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα το 1934 και το 1972, και εσχάτως ('91-'92) αναδασώθηκε τεχνητά.

Και το σημαντικότερο, αποδεικνύει ότι η πωληθείσα έκταση αποτελεί μέρος μιας καταπατημένης δημόσιας έκτασης 36.000 στρεμμάτων. Με άλλα λόγια, στην ουσία δεν ανήκε ούτε στην Κυριαζοπούλου-Βάου ούτε στους δικαιοπαρόχους της, διότι δεν ήταν ποτέ ιδιωτική έκταση. O κ. Σακελλάκος στηρίζει του λόγου το ασφαλές με πληθώρα στοιχείων σε ένα 35σέλιδο έγγραφο-φωτιά.

Ωστόσο, η οδηγία-κόλαφος του κ. Σακελλάκου δεν αποθαρρύνει ούτε τους δυο αγοραστές, οι οποίοι προσφεύγουν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επιμένοντας να μεταγράψουν το συμβόλαιο, ούτε την πρωτοδίκη που εκδικάζει την υπόθεση, η οποία δικαιώνει τους αγοραστές και υποχρεώνει την υποθηκοφύλακα Γλυφάδας να μεταγράψει το συμβόλαιο. Κατά της απόφασης αυτής ασκείται έφεση (θα εκδικαστεί στις 15 Μαΐου).

Από καλλιεργήσιμη γη, δασύλλιο και... προάστιο

Το πιο ενδιαφέρον μέρος της υπόθεσης αφορά όχι τόσο την ιστορία της πώλησης των 620,8 στρεμμάτων, όσο την προϊστορία τους. Μια προϊστορία ίσως κοινή για πολλές οικοπεδοποιημένες και οικοδομημένες βουνοπλαγιές της Αττικής - και άλλων περιζήτητων περιοχών.

Βρισκόμαστε στο 1831, και ο Ελληνας Λουκάς Πύρρου αγοράζει από διαφορετικούς Τούρκους ιδιοκτήτες τρία συνεχόμενα τσιφλίκια, τους Ανω Τράχωνες, το Πυρνάρι και τους Κάτω Τράχωνες, μέσα στην περιφέρεια Αθηνών, στη θέση «Καρά». Είναι γη καλλιεργήσιμη και βοσκήσιμη που δεν ξεπερνά σε έκταση τα 10 ζευγάρια (ζευγάρι ήταν η έκταση που μπορούσε να καλλιεργήσει κάποιος με άροτρο και υπολογιζόταν στα περίπου 80 στρέμματα), δηλαδή δεν ξεπερνά τα 800-1.000 στρέμμ. συνολικά. Μέσα στα τσιφλίκια αυτά, που έχουν δυτικά τη θάλασσα και ανατολικά τον Υμηττό, υπάρχουν αγροικίες, εκκλησία, πύργος, κήποι, οπωροφόρα δέντρα, αλώνια, μελίσσια, μαγκανοπήγαδα...

Το 1868 τα κτήματα έχουν περάσει ήδη στην κατοχή της χήρας A. Λουριώτου, που τα πουλάει στον Θ. Κομνηνό. Οταν αυτός πεθαίνει, η χήρα Λουριώτου αγοράζει πάλι ένα μέρος της περιουσίας (1884). Τα 10 επόμενα χρόνια η περιουσία μοιράζεται σε διάφορους κληρονόμους, όμως το 1894 κάνει την εμφάνισή του ο άνθρωπος που έμελλε να της δώσει μια άλλη κατεύθυνση: ο Κωνσταντίνος Καραπάνος, βουλευτής από το 1890 και μετέπειτα υπουργός, ο οποίος συγκεντρώνει τα τρία τσιφλίκια στα χέρια του, σε δυο φάσεις, 1894 και 1899. Στους σχετικούς τίτλους αναφέρεται ότι η συνολική έκταση δεν ξεπερνά τα 10 ζευγάρια. Παρ' όλ' αυτά, διαφαίνεται εξαρχής μια πρόθεση, με την αναφορά διάφορων σημείων, τα όρια να γίνουν ασαφή και ευμετάβλητα ώστε να μπορούν να μετακινηθούν εύκολα. Συγκεκριμένα αναφέρεται: «...και από έτσι πηγαίνει το σύνορον ρεματαριά... και πηγαίνουν τον κατήφορον... και από έτσι γυρίζει τον ανήφορον σύνορον η ρεματαριά.. και το χωρίζει το τρέξιμο του νερού... και από έτσι γυρίζει τον ανήφορον... και από έτσι πηγαίνει έως μισή ώρα δρόμο. ..και εις την κορυφή του βουνού... και από έτσι αρχινά όλο ράχι ράχι δηλ. όσο τρέχουν τα νερά προς Τράχωνες... και από έτσι γυρίζει βουνόν τον κατήφορον και έρχεται εις το γύρισμα όπου είναι εις τον δρόμον...». Τα παραπάνω σημεία, που δεν έχουν αναφερθεί ποτέ σε κανένα από τα προηγούμενα συμβόλαια, προσδιορίστηκαν με δήθεν έγγραφη δήλωση χωρικών...

Ενα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι στα συμβόλαια πώλησης των κτημάτων στον Καραπάνο (1894 και 1899) δεν αναφέρεται πλέον ως ανατολικό όριο των κτημάτων ο Υμηττός. Το ανατολικό όριο, το οποίο έφτανε έως τους πρόποδες του Υμηττού, έχει μεταφερθεί στην κορυφή, όπως τρέχουν τα νερά!

Για πρώτη φορά, επίσης, αναφέρεται ότι τα κτήματα Ανω και Κάτω Τράχωνες και Πυρνάρι περιλαμβάνουν δάση, που μάλιστα φέρονται να έχουν καταχωρισθεί στο βιβλίο καταχωρίσεων των δασών του Δασονομείου Αττικής τον Απρίλιο του 1893!

Το 1915, τα κτήματα περιέρχονται στον Πύρρο Καραπάνο, γιο του Κωνσταντίνου. Στο συμβόλαιο αυτό για πρώτη φορά δεν αναφέρεται ότι τα κτήματα έχουν συνολική έκταση 10 ζευγάρια.

Το 1919, ο Πύρρος Καραπάνος υποβάλλει αίτηση στο υπουργείο Γεωργίας με την οποία ζητάει να του δοθεί η άδεια να οικοπεδοποιήσει και να πουλήσει τα κτήματα. H αίτηση συνοδεύεται από σχεδιάγραμμα του κτήματος, το οποίο τώρα έχει έκταση 30.000 στρέμματα (από αυτά, οι 3.000 είναι αγροί και τα υπόλοιπα δάση, διαβεβαιώνει). Το υπουργείο Γεωργίας δεν του δίνει την άδεια. Ετσι, την επόμενη χρονιά (1920) πουλάει τη μισή έκταση εξ αδιαιρέτου και σε ίσες μερίδες στους K. Βάο, γιατρό, I. Ζέπο, δικηγόρο, Δ. Ζαμανό, εισοδηματία βουλευτή, και N. Γιαρμενίτη, ιδιωτικό υπάλληλο. Παράγοντες της αθηναϊκής κοινωνίας, που θα μπορούσαν, ίσως, να ασκήσουν με τον τρόπο τους πιέσεις... Στο συμβόλαιο το κτήμα τώρα έχει συνολική έκταση 36.000 στρέμματα.

Μέσα στα επόμενα χρόνια το μεγαλύτερο μέρος του κτήματος τεμαχίζεται και πωλείται σε συνεταιρισμούς, ιδιώτες, ή δωρίζεται (π.χ., στον Ερυθρό Σταυρό από τη χήρα Καραπάνου - δεν είχαν παιδιά). Εκτιμάται ότι όλη η σημερινή Γλυφάδα προέρχεται από το κτήμα Καραπάνου!

Πάντως, ο κ. Βάος, πατέρας της Κυριαζοπούλου-Βάου, δεν πούλησε το μερίδιό του, το οποίο κληρονόμησαν οι κόρες του. Στην Κυριαζοπούλου περιήλθε το μισό του μερτικού του (ήτοι, 2.250 στρέμμ.) - όμως ο 89χρονος πούλησε μόνο 620,8 στρέμμ., χωρίς να προκύπτει ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε διανομή.

Οπως και να 'χει, η έκταση ήταν καταπατημένη. Οι Ανω και Κάτω Τράχωνες και το Πουρνάρι δεν έχουν καμία σχέση με τη Γλυφάδα. Αντίθετα καταλαμβάνουν ολόκληρη την περιοχή Ανω Καλαμακίου και ένα μεγάλο μέρος των δήμων Αργυρουπόλεως και Ελληνικού, που δεν ήταν δάσος. Μέσα στα όρια της σημερινής Γλυφάδας, που ήταν δάσος, δεν υπήρχε περιοχή με την ονομασία Τράχωνες.

Οπως έχουμε ήδη πει, οι εκτάσεις που μεταβιβάστηκαν είναι πολλαπλάσιες των 1.000 στρεμμ. Ενας καλύτερος έλεγχος ίσως δείξει ότι υπερβαίνουν και τα 36.000 στρέμμ. Μόνο η εντός σχεδίου περιοχή του δήμου Γλυφάδας καταλαμβάνει 12.000 στρέμματα.

Ας το δούμε κι αλλιώς. Τα 10 ζευγάρια που πουλήθηκαν από τους Τούρκους δεν περιλάμβαναν δάσος, η κατοχή του οποίου επέβαλλε τίτλους που δεν υπήρχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτος, ιδιωτικό δάσος χαρακτηριζόταν μόνο όποιο ήταν ιδιωτικό πριν από τον αγώνα περί της ανεξαρτησίας. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι το «ιδιωτικό» δάσος Καραπάνου ανήκει στο ελληνικό Δημόσιο, το οποίο διατηρεί ακέραια όλα τα δικαιώματά του.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει, τόσο η οδηγία του κ. Σακελλάκου (ο οποίος θεωρεί ότι θα πρέπει οι συμβολαιογράφοι και οι υποθηκοφύλακες να απέχουν από τη σύνταξη συμβολαίων με τα οποία μεταβιβάζονται δικαιώματα επί εκτάσεων εκτός σχεδίου στις επίμαχες περιοχές), όσο και το Μικτό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο. Να τι αναφέρει στην ομόφωνη απόφασή του στις 11.12.2000 (στη συνεδρίαση είχαν λάβει μέρος τα μέλη του Αναθεωρητικού Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου κ. Κων. Λυμπερόπουλο και τα μέλη του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημόσιων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, με πρόεδρο τον εφέτη I. Αντωνίου): «...το Δημόσιο διατηρεί ακέραια τα δικαιώματά του, τόσο στις καταπατηθείσες περιοχές και πωληθείσες ως οικόπεδα όσο και στις καταπατηθείσες περιοχές που δεν έχουν πωληθεί ακόμα και φέρονται ως ιδιοκτησίες των σημερινών κληρονόμων και ειδικών διαδόχων του Πύρρου Καραπάνου».

Θα κλείσουμε με την υπενθύμιση του κ. Σακελλάκου στις αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες «οφείλουν κατά καθήκον να μεριμνήσουν για την προστασία της περιουσίας του Δημοσίου στις ρηθείσες περιοχές και εν ταυτώ την προστασία του δασικού πλούτου και του περιβάλλοντος, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα (περιφράξεις, τοποθέτηση φυλάκων, πινακίδων με επισημάνσεις κ.λπ.) για την επίτευξη της προστασίας αυτής».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ