ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Τα ποιήματα ενός «καταραμένου»

Του Παντελη Μπουκαλα

Paul Verlaine: «Νυχτερινή φαντασία. Μεταφράσεις: Αγρας, Καρυωτάκης, Μαλακάσης, Παλαμάς, Παπατσώνης, Πορφύρας». Ζωγραφική: Lila de Nobili. Συγκέντρωση-φιλολογική επιμέλεια: Ερρίκος Σοφράς. Εκδόσεις «Ποταμός», 2003, σελ. 101.

«Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι, / δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς / τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη, / κι όταν φέρνουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός». O Κώστας Καρυωτάκης αυτά, που πολύ σκέφτηκε για την υστεροφημία και τη δόξα των ποιητών, και για τη ματαιότητα βέβαια. «Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι, / σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί, / μαραίνονται οι Βερλαίν? / τους απομένει πλούτος η ρίμα πλούσια κι αργυρή» στιχουργεί στην «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων», διπλασιάζοντας το ξόρκι («πλούτος» / «πλούσια») με την ελπίδα ότι θα απαθανατίσει τη δόξα, ότι θα «αναβάλει το θάνατο», όπως γράφει εξελληνίζοντας το ποίημα «Οι ράθυμοι« του Γάλλου ποιητή Πωλ Βερλαίν (1844-1896).

Ακριβώς η μετάφραση του ποιήματος αυτού του κορυφαίου Γάλλου συμβολιστή, μαζί με άλλες 27, οφειλόμενες στον Τέλλο Αγρα (δεκαπέντε, πάνω από τις μισές δηλαδή), τον Κωστή Παλαμά (πέντε), τον Λάμπρο Πορφύρα (τρεις), τον Μιλτιάδη Μαλακάση (μία) και τον Τάκη Παπατσώνη (μία), απαρτίζουν μια καλά φροντισμένη μικρή «ανθολογία» από τον έργο του Βερλαίν, συνταγμένη με τη δίκαιη αίσθηση ότι για την καλή ποίηση δεν ισχύει η καρυωτακική απόφανση «δεν είναι πια καιρός». Δεν είναι πάντως αυτοί οι έξι οι μόνοι ποιητές μας που μετέφρασαν Βερλαίν, άλλωστε οι Ελληνες λογοτέχνες έστρεφαν πάντοτε ευήκοον το ους προς τη γαλλική μούσα? για παράδειγμα, στην «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης - Από τον Μπωντλαίρ ώς τις μέρες μας» του Χριστόφορου Λιοντάκη (εκ. Καστανιώτη, 1988), παραδίδονται και ποιήματα του Βερλαίν μεταφρασμένα από τον Κλέωνα Παράσχο, τον Αρη Δικταίο και τον Κώστα Στεργιόπουλο.

Στίχοι χαμηλών τόνων

Εξι Ελληνες ποιητές, λοιπόν, διαφορετικού προσανατολισμού αλλά και διαφορετικής μεταφραστικής λογικής, φιλοξενούν στη γλώσσα τους τους χαμηλών τόνων λυρικούς στίχους ενός ποιητή που επηρέασε καθοριστικά τα ρεύματα της εποχής του (τους παρνασσιακούς, του «παρακμιακούς», τους συμβολιστές). Στο μυαλό των αναγνωστών της ποίησης, το φάντασμα του Βερλαίν βρίσκεται πάντοτε μαζί με το φάντασμα του Αρθούρου Ρεμπώ, κι ας τους χώρισαν εν ζωή κάποιες σφαίρες (ο Βερλαίν πυροβόλησε και τραυμάτισε ελαφρά στο χέρι τον Ρεμπώ και καταδικάστηκε γι' αυτό σε διετή φυλάκιση). Είναι ένας από τους ενδολογοτεχνικούς θρύλους αυτή η ταραχώδης σχέση των δύο Γάλλων ποιητών, του «άνευ ισχυράς θελήσεως και αυτοκυριαρχίας, αγαθού και ακάκου Βερλαίν, από τους ονομαστοτέρους βοημούς της εποχής του, [που] αφέθη να περιπλανηθή, λόγω των ατυχιών του, εις τους δρόμους των τεχνητών παραδείσων», και του «κυνικού, δεσποτικού, μεγαλομανούς, ψυχρώς amoral, περιφρονητικού των πάντων και ανησύχου τυχοδιώκτου», όπως τους ζωγραφίζει ο Κώστας Βάρναλης, σε σχετικό λήμμα στη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία» του 1928. Μολαταύτα, εκείνος που άφησε βαρύτερο τον ίσκιο του στις επόμενες γενιές (και όχι μόνο τις λογοτεχνικές) ήταν ο Ρεμπώ. H δική του παραφορά, όπως φανερώθηκε στην τέχνη και τον βίο του, αποδείχτηκε ισχυρότερη από τη «μουσικότητα της μορφής» στην ποίηση του Βερλαίν, «την υποβλητικότητα του συναισθήματος, την ανακαίνιση της ρυθμικής».

Αυτή τη μουσικότητα αναδέχονται και ανασυνθέτουν στις δοκιμές τους οι έξι Ελληνες ποιητές, μεταφράζοντας ποιήματα του Πωλ Βερλαίν. Δεν είναι ποτέ τυχαίο και αδιάφορο το τι επιλέγει να μεταφράσει ο καθένας, και με ποια λογική (της υπηρέτησης ή της προσοικείωσης) προσεγγίζει το κείμενο που μεταγλωττίζει. O Καρυωτάκης, ας πούμε, διαλέγει να μεταφέρει στα ελληνικά το ποίημα για τους «Ράθυμους», δυο εραστές που αποφασίζουν να αυτοκτονήσουν μαζί, γιατί «η μοίρα τους έγινε πεζή», μα το αναβάλουν, σαν τους «Ιδανικούς αυτόχειρες», που ««όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»», / πως θ΄ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος». O T. K. Παπατσώνης πάλι επιλέγει να μεταφράσει στίχους υμνητικούς για την «αμόλυντη Μαρία», την «ουρανία Πύλη», γραμμένους από τον μεταμελημένο πλέον Βερλαίν, ο οποίος μετά την αποφυλάκισή του εστράφη προς τον Θεό και επιπλέον από δημοκράτης (μετά την κατάλυση της παρισινής Κομμούνας του 1871 είχε απολυθεί ως κομμουνάρος) κατέληξε αντιδραστικός βασιλόφρονας.

Χωρίς πειθαρχία

«Ενας Σωκράτης χωρίς αυτοπειθαρχία και φιλοσοφία» χαρακτηρίστηκε ο Βερλαίν από τον Ανατόλ Φρανς. Ισως τη μοναδική εκδοχή πειθαρχίας να τη συναντάμε στους στίχους του, στις μορφοπλαστικές του επιδιώξεις, όταν «στις λέξεις και στις φράσεις ζητά παρηγοριά / στο άπειρο μέσα πλήθος των θλιμμένων στοχασμών του» (κατά τη μετάφραση του Παράσχου), με την πικρή γνώση πως «ό,τι θα βρει, ανούσιο πάντα θα 'ναι και πικρό».

Έντυπη