ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Καινοτόμος σε παλέτα και σκηνή

Της Αλεξάνδρας Κοροξενίδου

Ευγενία Γεωργιάδη

Νίκος Γεωργιάδης- Ζωγραφική, Σκηνογραφία

εκδ. «Ολκός»

ΟΝίκος Γεωργιάδης ισχυριζόταν ότι ήταν πρώτα ζωγράφος και μετά σκηνογράφος. H ζωγραφική ήταν, όπως έλεγε, η γλώσσα και η σκηνογραφία το λεξιλόγιό της. Τα πρώτα του έργα για τη σκηνή εκφράζουν την πεποίθηση αυτή: γεμάτα έντονα χρώματα, τα έργα της περιόδου που ο ίδιος ο καλλιτέχνης ονόμαζε «ζωγραφική» ή περίοδο της «φωβ» παλέτας, αποπνέουν την ενέργεια του μοντέρνου κάνοντας -μέσα από την ακραία, σχεδόν ρηξικέλευθη χρωματική τους γκάμα- μιαν εντυπωσιακή τομή στα χρωματικά παλ της βρετανικής σκηνογραφία της εποχής. Από τα πρώτα αυτά «ζωγραφικά» σκηνικά και κοστούμια μέχρι τις ελλειπτικές, «μεταμοντέρνες» σκηνογραφίες της όψιμης περιόδου, που από την περιγραφή και την αντιμετώπιση της σκηνογραφίας ως ζωγραφικού φόντου μεταβαίνουν στον συμβολισμό και την αφαιρετική σκηνοθεσία, η απόσταση φαίνεται να είναι μεγάλη.

Καινοτόμες λύσεις

Ο Γεωργιάδης ήταν καλλιτέχνης που επιδίωκε την καινοτομία. Μορφολογικά, τα σκηνικά και τα κοστούμια του παρουσιάζουν μεγάλες εναλλαγές, στην ουσία όμως αποτελούν τη ενιαία έκφραση ενός καλλιτέχνη με ανησυχία, ευρηματικότητα και όραμα, που επηρέασε τη μεταπολεμική σκηνογραφία όχι μόνο μέσα από τη δουλειά του αλλά και μέσα από τη μακρόχρονη διδασκαλία του στη Σχολή Τέχνης Slade του Λονδίνου, της πόλης στην οποία έζησε. Την πορεία αυτήν της δουλειάς του ξεδιπλώνει η μονογραφία «Νίκος Γεωργιάδης - Ζωγραφική, Σκηνογραφία (1955-2001)» που υπογράφει η ανιψιά του καλλιτέχνη Ευγενία Γεωργιάδη και μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ολκός. Προηγήθηκε η αγγλική έκδοση με την ευκαιρία της αναδρομικής έκθεσης έργων του στο Κόβεντ Γκάρντεν τον Μάρτιο? η ελληνική έκδοση (σε μετάφραση Ειρήνης Μαραντέι) συνέπεσε, με τη σειρά της, με το ανέβασμα της Τραβιάτας -σε σκηνογραφία Γεωργιάδη- στο Μέγαρο Μουσικής.

Καθοριστική στην πορεία του Γεωργιάδη υπήρξε η γνωριμία του με τον χορογράφο Κένεθ Μακμίλαν με τον οποίο πρωτοσυνεργάζεται το 1955 για το μπαλέτο «Danses Concertantes», αρχίζοντας έτσι μία μακρόχρονη συνεργασία, αλλά και με τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ στις αρχές του '60. Ανανεωτές της χορογραφίας και του κλασικού ρεπερτορίου, τόσο ο Μακμίλαν όσο και ο Νουρέγιεφ βρίσκουν στη σκηνογραφία του Γεωργιάδη δημιουργικότητα ικανή να αλλάξει την πρόσληψη του χορού ως θεάματος. Για το κλασικό μπαλέτο η συνάντηση και γνωριμία των τριών καλλιτεχνών υπήρξε μία πολύ ευτυχής σύμπτωση.

Πρώτη του συνεργασία με τον Νουρέγιεφ, η «Λίμνη των Κύκνων» το 1964: μέσα από τη σκηνογραφία του που αντιμετωπίζει το έργο ψυχαναλυτικά και όχι ως ένα ρομαντικό παραμύθι, ο Γεωργιάδης συμπράττει με τον Νουρέγιεφ στην αναβίωση του κλασικού ρεπερτορίου.

«Αρχιτεκτονική» ματιά

Ενα χρόνο αργότερα, το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» αποτελεί μία από τις πιο λαμπρές στιγμές της συνεργασίας του με τον Μακμίλαν. O Γεωργιάδης, που είχε κάνει αρχιτεκτονικές σπουδές στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, έχει ήδη περάσει στη λεγόμενη «αρχιτεκτονική» του περίοδο κατά την οποία αντικαθιστά τη σκηνογραφία από ζωγραφικό φόντο με τρισδιάστατο σκηνικό. Οπως και με τα έντονα χρώματα παλαιότερα, η εισαγωγή αρχιτεκτονικών στοιχείων στη σκηνογραφία των μπαλέτων αποτελούσε καινοτομία στο χώρο.

Αυτή η «αρχιτεκτονική» ματιά γίνεται σταδιακά, στη «Συμβολιστική περίοδο» που ακολουθεί, ακόμη αφαιρετικότερη και, αντί να παραπέμπει σε έναν συγκεκριμένο χώρο, δημιουργεί «ψυχολογικά» τοπία. O Γεωργιάδης χρησιμοποιούσε τη σκηνογραφία ως ερμηνευτικό και όχι αφηγηματικό εργαλείο. Επινοούσε στοιχεία που παρέπεμπαν όχι μόνο στην εποχή που διαδραματιζόταν η ιστορία του μπαλέτου ή της όπερας αλλά και στην εποχή που είχε γραφεί το λιμπρέτο ή η μουσική. H σκηνογραφία του για τον «Δον Κιχώτη» σε χορογραφία Νουρέγιεφ το 1979 για παράδειγμα, δεν εστιάζει στην οπτική του Θερβάντες αλλά κάνει αναφορές στον Γκόγια για να παραπέμψει στην εποχή του συνθέτη της μουσικής του μπαλέτου Λούντβιντ Μίνχους. Στην «Αΐντα» που σκηνογραφεί το 1968 για τον Κόβεντ Γκάρντεν, ο Γεωργιάδης ανασυστήνει την Αρχαία Αίγυπτο μέσα από την πρόσληψη του 19ου αιώνα -της εποχής του Βέρντι δηλαδή- και ειδικότερα μέσα από τη ζωγραφική της εποχής: οι αναφορές στο έργο των Γκουστάβ Μορό και Ντελακρουά είναι εμφανείς, δηλώνοντας ταυτόχρονα το βαθύ ενδιαφέρον του Γεωργιάδη για τη ζωγραφική.

Με βάση τη ζωγραφική

Αν και η φήμη του οφείλεται στη σκηνογραφία, ο Γεωργιάδης ζωγράφιζε ανεξάρτητα και συχνά χρησιμοποιούσε τη ζωγραφική ως βάση της δουλειάς του. H σχέση αυτή ζωγραφικής και σκηνογραφίας στο έργο του διατρέχει όλο το βιβλίο. H συγγραφέας κάνει διαρκείς αντιπαραβολές μεταξύ των δύο. Στο μπαλέτο «H Πρόσκληση» του 1960, για παράδειγμα, η αφηρημένη σύνθεση στο φόντο μοιάζει να βγαίνει κατευθείαν από τους πίνακες του Γεωργιάδη εκείνης της εποχής, έργα σαφώς επηρεασμένα από την ευρωπαϊκή εκδοχή του αφηρημένου εξπρεσιονισμού.

Ακόμα και στην τελευταία του σκηνογραφική δουλειά, τις «Βάκχες» του 2001 (ο Γεωργιάδης δεν έζησε να δει την τελική προσαρμογή που γίνεται στα σχέδιά του) ο συσχετισμός αυτός ζωγραφικής και σκηνογραφίας είναι εμφανής: η σκηνογραφία αποτελείται εξ ολοκλήρου από κούκλες και ανάλογα, η ζωγραφική του κατακλύζεται από ανθρώπινες φιγούρες. H βία, ο πόλεμος και το ανθρώπινο δράμα τον απασχολούν με ίδια ένταση στη ζωγραφική και στη σκηνογραφία.

Αυτή είναι ίσως η πιο σκοτεινή και απαισιόδοξη περίοδος του έργου του. Είναι όμως και η πιο αφαιρετική, η περίοδος στην οποία η δουλειά του υπερβαίνει τη συγκεκριμένη εποχή για να αναφερθεί σε γενικές έννοιες.

Οι σκηνογραφίες του για έργα όπως «O Πρίγκηπας της Παγόδας» το 1989 και η «Αντιγόνη» το 1999 εκπροσωπούν το πιο ώριμο έργο του. Είναι η κατάληξη μιας πορείας που επηρέασε καίρια τη σκηνογραφία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.

Έντυπη