ΕΛΛΑΔΑ

1896, η Αθήνα μια όμορφη και λαμπερή πόλη

Της Πεννυσ Μπουλουτζα

Μία πόλη νέα και συγχρόνως παλιά, ήταν η Αθήνα του 1896 που τον χρόνο εκείνο συμπλήρωνε τα 62 χρόνια «ζωής» της ως πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους. Από τη μία τα αρχαία της μνημεία που στέκονταν μάρτυρες της μακράς της ιστορίας και από την άλλη νέα κτίρια που δημιουργήθηκαν για να μετατρέψουν ένα «μεγάλο χωριό» σε πρωτεύουσα της Ελλάδας.

Η Αθήνα ανακηρύχθηκε επίσημα «Βασιλική καθέδρα και πρωτεύουσα» το 1834, χρονιά που υπολογίζεται ότι αριθμούσε περίπου 10.000 κατοίκους, τα σπίτια των οποίων βρίσκονταν γύρω από την Ακρόπολη. Την ίδια εποχή, η «μεγαλούπολη» Θεσσαλονίκη είχε περίπου 60.000 κατοίκους, ενώ ο πληθυσμός της Πάτρας ανερχόταν στα 15.000 άτομα. Το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης συνετάχθη από τους νεαρούς αρχιτέκτονες Σταμάτιο Κλεάνθη και Εντουαρτ Σάουμπερτ (1831-1833), οι οποίοι σχεδίασαν τη νέα Αθήνα «εφάμιλλον της αρχαίας δόξης και λαμπρότητος της πόλεως ταύτης».

Το σχέδιο

Οπως αναφέρει η αρχαιολόγος Αγγελική Κόκκου σε κείμενό της που περιέχεται στην έκδοση του Μουσείου Μπενάκη «Το πνεύμα και το Σώμα - H αναβίωση της Ολυμπιακής Ιδέας 19ος - 20ός αιώνας», σύμφωνα με το σχέδιο των δύο αρχιτεκτόνων, μία μεγάλη περιοχή γύρω από την Ακρόπολη χαρακτηρίζεται αρχαιολογική ζώνη, ενώ στη νέα πόλη δημιουργούνται μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα με μεγάλους δρόμους και πλατείες και καθορίζονται οι θέσεις των δημοσίων κτιρίων, των εκκλησιών και των κήπων. Το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε καθώς απαιτούσε πολλές απαλλοτριώσεις, γεγονός που προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις των κατοίκων της Αθήνας. Ωστόσο, αν και τροποποιήθηκε από τον Λεό Βον Κλέντσε στην αρχή και από άλλους αργότερα, οι βασικές ιδέες που έθεσαν οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ κατευθύνουν όλες τις προσπάθειες για πολεοδομική ανασυγκρότηση της Αθήνας, για την οποία δούλεψαν πολλοί γνωστοί Ελληνες και ξένοι αρχιτέκτονες (Λύσανδρος Καυταντζόγλου, Παναγής Κάλκος, Γεράσιμος και Αναστάσιος Μεταξάς, Ερνστ Τσίλλερ, αδελφοί Χάνσεν, Φρίντριχ Βον Γκάρτνερ κ.ά.) αφήνοντας πίσω τους μνημειώδη κτίρια.

Η ανάπτυξη της πόλης γίνεται με ταχύτατους ρυθμούς και είναι ενδεικτικό ότι το 1896 η περιοχή πάνω από το Πολιτικό Νοσοκομείο στην Ακαδημίας (σήμερα Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηνών) και το Κολωνάκι, που στα χρόνια του Οθωνα (1833-1862) ήταν αμπελώνες και σιτοφόροι αγροί, αποτελεί πλέον συνοικία της πόλης και οι Αθηναίοι ανέρχονται στους 140.000. Το Αστεροσκοπείο όριζε το δυτικό άκρο της Αθήνας, ενώ το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο επισκέπτονταν οι ξένοι επισκέπτες που ήρθαν στην Αθήνα για τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες προκειμένου να θαυμάσουν την αρχαία Ελληνική Τέχνη και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ήταν από τα πρώτα κτίρια που χτίστηκαν κατά μήκος του αγροτικού -τότε- δρόμου που οδηγούσε στο εξοχικό προάστιο των Πατησίων. Από τα πρώτα δημόσια κτίρια που χτίστηκαν ήταν το Νομισματοκοπείο, το Τυπογραφείο (σήμερα Πρωτοδικείο), οι Βασιλικοί Στάβλοι, το Πολιτικό Νοσοκομείο, τα ανάκτορα (σήμερα Βουλή των Ελλήνων), το Πανεπιστήμιο, και ακολούθησαν το Βαρβάκειο Εκπαιδευτήριο, το Αμαλιείο Ορφανοτροφείο, το Βουλευτήριο, το Αρσάκειο Μέγαρο, το Οφθαλμιατρείο, η Βαλλάνειος Βιβλιοθήκη και η Σιναία Ακαδημία και το Ζάππειο Μέγαρο. Επιπλέον, τα ηλεκτρικά φανάρια ή του γκαζιού έχουν αντικαταστήσει τα ελαιοφάναρα των αρχών του αιώνα, στους δρόμους και στις πλατείες της πρωτεύουσας.

Εκτός όμως από τα πολυάριθμα μνημειώδη κτίρια που δημιουργήθηκαν για να μεταμορφώσουν την Αθήνα, αυτό που έδινε ιδιαίτερο χρώμα στην πόλη ήταν τα σπίτια. Οπως επισημαίνει η κ. Αγγελική Κόκκου, η πόλη ήταν γεμάτη κτίρια με αρμονικές αναλογίες, με καλοδουλεμένο πήλινο ή μαρμάρινο αρχιτεκτονικό διάκοσμο, με πολυποίκιλες σιδεριές, ζωγραφιστές κόχες και αγάλματα θεών στην πρόσοψη, ενώ οι πολύχρωμες τοιχογραφίες, οι μαρμάρινες σκάλες, τα αγάλματα και οι διακοσμητικές κόγχες ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα όχι μόνο των πλούσιων αλλά και των τυπικών αθηναϊκών σπιτιών.

Μνημεία

Φυσικά, η Αθήνα δεν έχασε ποτέ τον χαρακτηρισμό της ως αρχαιολογικού κήπου. Οι εργασίες για την αποκάλυψη και την ανάδειξη αρχαιοτήτων είχαν αποδώσει καρπούς στα τέλη του 19ου αιώνα. Τα αρχαία μνημεία που μπορούσε να θαυμάσει ο επισκέπτης της Αθήνας του 1896 ήταν μεταξύ άλλων η Στοά του Ευμένους, το Ασκληπιείο, το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και το Θέατρο του Διονύσου. O ναός του Ηφαίστου, ο γνωστός Πύργος των Ανέμων, η Πύλη του Αδριανού και οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός.

Η «Αθηναϊκή Τριλογία» στην Πανεπιστημίου

«Γεμάτη φως, ευρύστερνος και γιγαντιαία, κάτασπρη και καμαρωμένη, του λούσου μάλλον ή της μεγάλης κινήσεως, περικλείουσα εις τας λευκάς της αγκάλας τα εξοχώτερα των νεωτέρων μνημείων, απλώνεται η λεωφόρος Πανεπιστημίου».

Από τους πιο λαμπρούς δρόμους της Αθήνας του 1896, αυτό που ξεχωρίζει στην Πανεπιστημίου, είναι η «Αθηναϊκή Τριλογία», όπως ονομάστηκε εξ ενός των σχεδιαστών τους Christiaκαι Theophil Hansen, το Πανεπιστήμιο, η Σιναία Ακαδημία και η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη. «... Βαρεία, χιονάτη και συμμετρική με ταις καμπυλωταίς και μαρμαροπελεκημέναις σκάλαις της προβάλλει η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη», αναφέρει ο Γ. Βώκος στο άρθρο του «Αθηναϊκοί περίπατοι» που περιέχεται στο Λεύκωμα «H Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896», εκ του Τυπογραφείου της Εστίας K. Μάισνερ και N. Καρπαδούρη 1896 (Ανατύπωση «Ποντίκι», 2001) και προσθέτει «δίπλα της, πίσω απ' το καταπράσινον και θαλπερώτατον κηπάριόν του ξανοίγει μόλις το Πανεπιστήμιον, χαριτωμένον και κομψόν με το αβρόν του υποκίτρινο χρώμα με την κατάχρυσον και ροδίζουσαν ανταύγειαν των προπυλαίων του». Και ακολουθεί η περιγραφή της Ακαδημίας «... λευκή, λευκότατη, στιλπνή και περίχρυσος, ήρεμα ανελισσόμενη είς τας τρεις πλευράς της, με τας δύο στήλας της τας αγαλματοφόρους την Αθηνάν, φέρουσαν την ασπίδα την κατάχρυσον, προτείνουσαν το δόρυ το αιχμηρόν, τον Απόλλωνα αναίδην επιδεικνύοντα τα γυμνά του μέλη, κάτω και έμπροσθεν με τα αγάλματα των δύο φιλοσόφων, χονδροκομμένων χαμαιλοειδώς υπό το άξεστον και τραχύ πελέκημα του γλύπτου, εγείρεται η Ακαδημία». Αλλα κτίρια της λεωφόρου που προκαλούν τον θαυμασμό του διαβάτη, είναι το Οφθαλμιατρείο, το Αρσάκειο Μέγαρο και το μέγαρο Σλήμαν.

Σε αντίθεση με την οδό Ερμού που σφύζει από ζωή, η λεωφόρος Πανεπιστημίου είναι σχετικά ήρεμη, με λίγους διαβάτες να περπατούν στα στρωμένα με πεντελικό λευκό μάρμαρο πεζοδρόμιά της υπό τις σιωπηλές προσόψεις των αριστοκρατικών της κτιρίων. Αυτό που σπάει την μονοτονία της λεωφόρου, είναι το τραμ. «Κάθ' ώρας μόνον βαναύσως εξορμά ανάμεσά της, κροτών και ξεφυσών ο τροχιόδρομος και την συνταρράσει και την εκνευρίζει και την αμαυρώνει με τους καπνούς και της μουντζούραις του. (...) Αλλά συνήθως είναι ήρεμος (σ.σ. η λεωφόρος), ως υπό νάρκην. Τότε αραιοί την παρέρχονται οι διαβάται, καθ' ομίλους βαίνοντες θαυμάζουν τα κάλλη οι επαρχιώται και οι ξένοι, ιστάμενοι προ των τριών μνημείων, ήσυχα την γλεντούν από μέσα από ταις βιτρίναις του Πετρίτση οι τακτικοί θαμώνες του ζαχαροπλαστείου τούτου, χωρίς να την προσέχουν, αδιάφοροι πλέον εκ της στενής μαζή της γνωριμίας της στρέφουν τα νώτα χωσμένοι μέσα εις το θολωμένον από τους καπνούς καφενείον της Ανατολής οι Κωνσταντινουπολίτες και Μικρασιάται φοιτηταί, που ροφούν τον καφέ των και παίζουν την πρέφαν των και το τάβλι των ή ξαπλώνονται αμέριμνοι ή διαβάζουν τής εφημερίδες των».

Τη νύχτα, ο περίπατος στην Πανεπιστημίου του 1896 είναι απόλαυση. Οπως αναφέρει ο Γ. Βώκος «Κατά την ώραν αυτήν της σιγής και της μονώσεως, ώς εις το θελκτικώτερον όνειρον απείρου γαλήνης, εν ώ άνωθεν αστροφώτιστος την σκεπάζει ο ουρανός, εν ώ εκ των πλαγίων φρουρός ακοίμητος την επιβλέπει ο Λυκαβηττός, εν ω με τον απομεμακρυσμένον θόρυβόν της την νανουρίζει η άγρυπνος ακόμη πόλις, είναι απόλαυσις μοναδική να βαίνης επ' αυτής, να θαυμάζεις την ευμορφιά της, τα κάλλη της τα γυμνά και υπερθαύμαστα».

Η οδός Ερμού «εκπροσωπεί τον σύμμικτον πολιτισμόν»...

Περισσότερο από ένας αιώνας έχει περάσει από τότε που η Αθήνα φιλοξένησε τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες και η οδός Ερμού συνεχίζει να έχει ένα ιδιαίτερο χρώμα και να είναι ο «μάλλον συχναζόμενος» δρόμος της πρωτεύουσας.

Ο Γ. Βώκος σε άρθρο του που περιέχεται στο Λεύκωμα «H Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896», εκ του Τυπογραφείου της Εστίας K. Μάισνερ και N. Καρπαδούρη 1896 (Ανατύπωση «Ποντίκι», 2001), αναφερόμενος στην Ερμού επισημαίνει «εκπροσωπεί τον σύμμικτον πολιτισμόν της πρωτευούσης, κράμα παράδοξον αρμονίας, όπου η βαρβαρότης συγκρούεται με το φως της εξημερώσεως, όπου ο ανατολισμός ο χονδροκομμένος, ο λιπαρός και ο βορβορώδης, είναι εις ζωηράν αντίθεσιν με τον εξευρωπαϊσμόν τον λείον, τον απαλόν, τον ψυχοδημιουργόν και τον καλαίσθητον, αλλά διά τούτο, ακριβώς δι' αυτήν την συνταύτισιν των ανομοίων, τόσον ιδιόρρυθμος, τόσω πρωτότυπος και τόσον εξωτικός».

Ανατολίτικο χρώμα

Για τον επισκέπτη της Αθήνας του 1896, η Ερμού από τον σταθμό του Θησείου και λίγο πριν από το σταθμό στο Μοναστηράκι εμφανίζεται ως ένας δρόμος ακάθαρτος και κακομοίρης, με μισοχαλασμένα σπίτια και έντονο ανατολίτικο χρώμα. Ανεβαίνοντας προς το Σύνταγμα συναντάει μικροκουρεία, ταβέρνες, χάνια, στάβλους, τενεκετζήδικα, αμπατζήδικα (καταστήματα που εμπορεύονταν ρούχα από αμπά), τσαρουχάδικα, παλαιοπωλεία, ένα μέρος εβραϊκής συνοικίας και εργατόσπιτα. Στο ύψος του σταθμού στο Μοναστηράκι η οδός αρχίζει και θυμίζει στον επισκέπτη περισσότερο «Ευρώπη», «με σπίτια ευπροσωπότερα» και με «ζαχαροπλαστεία της γνησιοτέρας παλαιάς ζαχαροπλαστικής, με το ως σταλακτίτας κάντιο και τους δυσπέπτους μπακλαβάδες και τα μελισταγή τρίγωνα...».

Μετά την Καπνικαρέα, ο δρόμος «διανοίγεται ευρωπαϊκότερος τέλειος πλέον παρισινός» και «βαίνει ολονέν προς την καλαίσθητον πολυτέλειαν, προς την άψογον κομψότητα, όλος πλούτος και ευμάρεια, εις προθήκας βαρύτιμον εκθεμάτων, όλα τα είδη του γυναικείου στολισμού, από των υφασμάτων και των ταπήτων και των μαλλίνων επιστρώσεων και των παραπετασμάτων έως τα ελαφρά πτίλα των πηλικίων, τις ατζαλένιαις και τις μεταξωταίς γαρνιτούραις, τις κορδέλλες και τις κορδελλίτσες, τα χειρόκτια και τας περικνημίδας, τους στηθοδέσμους και τα μποά...». Το πρωί ο δρόμος «πλημμυρίζει» από αστούς που κάνουν τις αγορές τους συνήθως με παζάρι «κατά τον εβραϊκό τρόπο». Το μεσημέρι παρατηρείται «η έξοδος η πανηγυρική των εργατίδων, ή μοδίστρες και ή μοδιστρούλες, με κάποιον φοιτητή παρενοχλούντα με κάποιον υπάλληλο ερωτολογούντα..». Και τη νύχτα η «ευρωπαϊκή» Ερμού σχεδόν ερημώνει, ωστόσο το «οριεντάλ» κομμάτι της συνεχίζει «με τας βραχνάς φωνάς μεθύσων, μέσα εις τας φωτοβολούντας ταβέρνας, εις τα αγρυπνούντα χάνια, εις τα λαϊκά κουρεία, με τον οξύν συριγμόν των ερχομένων τραίνων...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ