ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Νέα Ανθολογία του Κωστή Παλαμά

Του Παντελη Μπουκαλα

«Ανθολογία Κωστή Παλαμά». Επιμέλεια: Κ.Γ. Κασίνης. Εκδόσεις Πατάκη, 2004, σελ. 768.

Οποιο κι αν είναι το αντικείμενο μιας ανθολογίας (το λογοτεχνικό έργο μιας περιόδου, μιας «σχολής», μιας χώρας ή ενός συγγραφέα), η εκπόνηση και η σύνταξή της δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο γούστο του ανθολόγου, στις απόψεις του για την τέχνη και στα προσωπικά του κριτήρια. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα σαν μοναδικό κριτήριο υποδεικνύεται από τον ίδιο τον ανθολόγο το γούστο του, κι είναι τότε σαν να μας λέει ότι η δουλειά του τίθεται εξαρχής εκτός κριτικής, προτείνεται δηλαδή κάπως σαν θέσφατο ή σαν ιδιοτροπία.

Την εγγενή υποκειμενικότητα των ανθολογήσεων τη γνωρίζουμε και από ελληνικά διαβήματα αυτού του είδους αλλά και από ανθολογίες με ύλη ελληνική και με συντάκτες τους ξένους ελληνιστές. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι ο προσωπικός χαρακτήρας μιας ανθολογίας αλλά το αν αυτός ο χαρακτήρας λειτουργεί τελικά σαν μοναδικό, αυτονομιμοποιούμενο κριτήριο. Κάποια δείγματα των τελευταίων χρόνων, όπου ξένοι γραμματολόγοι επιχειρούν να συντάξουν έναν κανόνα της νεοελληνικής ποίησης, προκαλούν αρκετές απορίες. Στις ανθολογίες αυτές τίθεται εκτός ύλης, άρα και εκτός κανόνα, το έργο ποιητών που έχουν αφήσει ξεχωριστό ίχνος στα ελληνικά γράμματα. Αντίθετα, προκρίνονται άλλοι που το έργο τους βρίσκεται ακόμη στα μισά του, ή και πιο πριν, και οπωσδήποτε δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει (ή να προσεγγίσει καν) σε ποιότητα και ισχύ τη δουλειά των μη ανθολογουμένων. Και με τη συνήθεια που έχουμε να εισάγουμε φήμη και «έγκυρες γνώμες εγκρίτων», εισάγουμε και «κανόνες» και στρεβλώσεις.

Χάρτης ανάγνωσης

Εν πάση περιπτώσει, από τη σύστασή τους οι ανθολογίες διακρίνονται στις έκκεντρες (και ενίοτε εκκεντρικές), όπου το προσωπικό γούστο επιβάλλεται σε οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, και τις κεντρομόλες, για να τους δώσουμε ένα όνομα. Οι κεντρομόλες, λοιπόν, δεν επιδιώκουν να προκαλέσουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ή να ταράξουν τα νερά, αλλά δοκιμάζουν να ελέγξουν λίγο ή πολύ την υποκειμενικότητά τους, ώστε να υπάρξει συμφωνία και με κάποιες γενικότερες παραδοχές και να υπηρετηθεί έτσι ο «μέσος αναγνώστης», όπως σχηματικά τον αποκαλούμε.

Η νέα, εκτενής «Ανθολογία Κωστή Παλαμά», με τη σφραγίδα του Κ.Γ. Κασίνη, ανήκει στον δεύτερο τύπο. O τόμος προσφέρει στον αναγνώστη -που ενδέχεται να τον αποθαρρύνει ο όγκος του παλαμικού έργου- έναν χάρτη σαφή και ερεθιστικό, που αποτυπώνει όλους τους σπουδαιότερους «τόπους» της ανθολογούμενης ποίησης. Εδώ ο στόχος ήταν «να δοθεί μια πανοραμική άποψη της παλαμικής ποίησης, χωρίς να παροπλίζεται ποτέ το αισθητικό κριτήριο κατά την επιλογή», να υπηρετηθεί δηλαδή η σκοπούμενη αντιπροσωπευτικότητα χωρίς να ζημιωθεί η ποιότητα.

Οσο αληθεύει πως η έκταση της παλαμικής ποίησης τρομάζει, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι τον τρόμο αυτό τον συντηρούν και τον διογκώνουν κι εκείνοι που, από νεωτερική σπουδή ή και από απλή άγνοια που γυρνάει σε ναρκισσισμό, μηδενίζουν την αξία της λογοτεχνίας του Κωστή Παλαμά (ή του Σικελιανού). Προφανώς και δεν έγραφε μόνο αριστουργήματα ο Παλαμάς, ή οποιοσδήποτε άλλος ποιητής, του Κωνσταντίνου Καβάφη συμπεριλαμβανομένου (ως του δεύτερου πόλου μιας αρκετά μυθολογημένης σύγκρουσης). Ορισμένοι πάντως εμφανίζονται πεπεισμένοι ότι ο τρόπος του (ο τρόπος ενός λογοτέχνη που κάθε άλλο παρά στάσιμος έμεινε, και μάλιστα ενός λογοτέχνη που δεν έπαψε ποτέ να είναι και δρων πολίτης) είναι παλιοκαιρίσιος και σωπασμένος. Το πόσο και πώς ακούστηκεε η «σιωπή» αυτή μέσα από το έργο άλλων, κατοπινών ποιητών (από τον Αγγελο Σικελιανό και τον Ανδρέα Εμπειρίκο ώς τον Γιάννη Ρίτσο και τον Οδυσσέα Ελύτη) δεν φαίνεται να παραενδιαφέρει όσους δυσκολεύονται να αποδεχτούν ότι τις «πίσω μας σελίδες» φρόνιμο είναι να τις καίμε ή να τις σκίζουμε αφού πρώτα τις διαβάσουμε, αφού περάσουμε διαμέσου αυτών προς κάτι άλλο, αλλιώτικο.

Ο λόγος του ποιητή

Τα λίγα τελευταία χρόνια έγιναν αρκετές επετειακές εκδηλώσεις στη μνήμη του Κωστή Παλαμά, ημερίδες, συνέδρια, διαλέξεις. Εκδόθηκαν νέες μελέτες (όχι πολλές), δημοσιεύτηκαν εκτενή αφιερώματα περιοδικών, ανατυπώθηκαν συλλογές του ποιητή. Και κάπως ξανακούστηκε ο λόγος του, κάπως μπορέσαμε να τον ξανακούσουμε, απαλλαγμένο από τον κενολόγο στόμφο όσων τον εξυμνούν σαν να εξυμνούν ένα άγαλμα κι όχι έναν ποιητή, κι αφού πρώτα τον κόψουν και τον ράψουν στα μέτρα διαφόρων «εθνικών» καθηκοντολογίων.

Η «Ανθολογία» λοιπόν του Κ.Γ. Κασίνη, η τέταρτη ελληνική (προηγήθηκε η «Εκλογή» του 1937, με επιμέλεια του Λέανδρου Παλαμά, η «Ανθολογία» του 1973, δημιούργημα του Γ.Κ. Κατσίμπαλη και του Ανδρέα Καραντώνη, και το βιβλίο «K΄ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω» του Ηλία Λάγιου το 2001) έρχεται ακριβώς να υπηρετήσει τη συνέχιση της ανάγνωσης ή έστω να συντηρήσει το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε. Πρόκειται για μια καλά φροντισμένη έκδοση, με εκτενή Εισαγωγή, και εξοπλισμένη με Γλωσσάριο και Υπόμνημα κυρίων ονομάτων.

Η ορθογράφηση

Δύο μόνο ζητήματα προλαβαίνω να θίξω εδώ. Το πρώτο αφορά τη μορφή της ανθολογούμενης ύλης, για να το πω σχηματικά, την ορθογράφησή της. Εχω τη γνώμη ότι θα ωφελούσε τον αναγνώστη (τον αναγνώστη του 2005) μια γενναία απόφαση που θα οδηγούσε στην υιοθέτηση, κατά την αναπαραγωγή των ποιημάτων, της ορθογραφίας όπως σήμερα τη διδασκόμαστε και σήμερα τη χρησιμοποιούμε. O Παλαμάς, δημοτικιστής ακάματος και ακοίμητος, δεν επένδυσε σε ιδιότυπες γραφές, ώστε εμείς να τις αντιμετωπίζουμε κάπως σαν ταμπού. Το «άρωμα της εποχής του», αν αυτό θέλουμε, μας το δίνουν σαφώς οι λέξεις με το νόημά τους, όχι με την «ενδυμασία» τους.

Ανασύνταξη

Το δεύτερο ζήτημα σχετίζεται με την απόφαση του Κ.Γ. Κασίνη «να κρατήσει και έναν ή δύο ελάχιστους στίχους από πολύστιχα ποιήματα, πιστεύοντας ότι μια ανθολόγηση μοιάζει με τεκτονική ανασύνταξη, κατά την οποία βυθίζονται τα αδύνατα μέρη, μένουν οι κορυφές, αναδεικνύονται αφανή». Επί παραδείγματι, από το μακρότατο ποίημα «H κόρη της Λήμνου» ο ανθολόγος κρατάει μόνο δύο στίχους. Εχω την αίσθηση ότι έτσι ο Παλαμάς παραδίδεται, κατά τόπους, σαν Σολωμός, ο ενιαίος σαν θραυσμένος και αποσπασματικός, ο ποιητής της έκτασης σαν εντατικός, ο αφηγηματικός σαν «γνωμιδιώκτης», γνωμολόγος.

Αυτή η μετατόπιση γίνεται σαφέστατη στην ανθολόγηση των «Σατιρικών Γυμνασμάτων». Κάθε «Σατιρικό Γύμνασμα» είναι μια γροθιά, αυτή είναι η λογική του, η ηθική του, η αισθητική του εντέλει. Οταν όμως από τους δεκατρείς στίχους που οικοδομούν τα ποιήματα αυτά αποσπάμε δύο ή τρεις ή τέσσερις, απειλούμε με κατάρρευση όλο το οικοδόμημα, κι είναι σαν να υψώνουμε ένα τειχάκι (με τα αποσιωπητικά που δηλώνουν τη μη ανθολόγηση) που εμποδίζει τη γροθιά να ολοκληρώσει την κίνησή της.

Ενα παράδειγμα. Από το 6ο «Σατιρικό Γύμνασμα» της Δεύτερης Σειράς διαβάζουμε μόνο τους τέσσερις τελευταίους στίχους: «Στη γη που πιάνει και προκόβει ο σπόρος / κάθε λογής τζουτζέδων και πιερρότων, / κι εγώ φυτρώνω ανάξιος ριμαδόρος // μαύρων θυμών και πορφυρών ερώτων». Παραλείπονται δηλαδή τα εξής εξηγητικά των «μαύρων θυμών»: «Τα κεφάλια του Γένους και του Κράτους. / O βουλευτής κι ο δάσκαλος. Τα πιάσαν / όλα τα πόστα! Νους, καρδιά, δικά τους. // Δέσαν το νου· την καρδιά τη ντροπιάσαν. / Νά το ρουσφέτι νά κι η ελληνικούρα, / τ΄ άρματά τους. Με κείνα μας χαλάσαν. // H σκέψη, νούλα. H Τέχνη, πατσαβούρα. / O ψευταττικιστής κι ο ψηφοφόρος. / T΄ άγιο εικόνισμα, μια καλικατούρα.» Ετσι όμως, μ΄ αυτή την «τεκτονική ανασύνταξη», είναι σαν ν΄ ακούμε ένα άλλο ποίημα, κι ίσως έναν άλλον ποιητή. Μακάρι βέβαια ο αναγνώστης να ερεθιστεί από το απόσπαμα και να αναζητήσει το ακέραιο πρωτότυπο. Αλλά αυτό δεν γίνεται πάντοτε.

Έντυπη