ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Λόγος Παπαδιαμάντη, τόπος Νίσυρος...

Του Δημητρη Ρηγοπουλου

Με ακόμα νωπές τις θετικές εντυπώσεις της αθηναϊκής πρεμιέρας, η «Νοσταλγός», η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της Ελένης Αλεξανδράκη μετράει από χθες τις δυνάμεις της στον άχαρο στίβο της κινηματογραφικής αγοράς. Επιλέγοντας δύσβατα μονοπάτια (διασκευάζει ένα διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη), η σκηνοθέτις θεωρεί την προβολή της νέας της ταινίας σε τέσσερις αθηναϊκές αίθουσες ήδη μία πρώτη νίκη. Ακόμα καλύτερα, φυσικά, αν το κοινό ανταποκριθεί, υπερβαίνοντας προκαταλήψεις και στερεότυπα που ακολουθούν τις περισσότερες κινηματογραφικές μεταφορές λογοτεχνικών έργων· πόσω μάλλον του ιδιοσυγκρασιακού Παπαδιαμάντη με την εμμονή στην ντοπιολαλιά και τις εικόνες ενός τόσο ξεχωριστού (και πόσο ελληνικού!) μικρόκοσμου.

Αυτός ήταν ο πρώτος κίνδυνος για την Ελένη Αλεξανδράκη: μία μεταφορά στη μεγάλη οθόνη περισσότερο ακαδημαϊκή, στεγνή και άνοστη, χωρίς τους πραγματικούς χυμούς του ζουμερού αυτού διηγήματος. Αλλά ο σκόπελος, ευτυχώς, υπερπηδήθηκε· ίσως, γιατί η Αλεξανδράκη, όπως δηλώνει στην «K», δεν αισθάνθηκε ποτέ δέος απέναντι στο παπαδιαμαντικό μέγεθος: «Ηταν σαν να μην τον φοβόμουν, γιατί τον «ζούσα» στη Νίσυρο». Αναγκαία παρένθεση: ολόκληρη η ταινία είναι γυρισμένη στο μικρό αυτό νησί των Δωδεκανήσων. H Νίσυρος δεν είναι μόνο ένας αγαπημένος τόπος για τη σκηνοθέτιδα (εκεί γύρισε το ντοκιμαντέρ της «Μυρίζει Πάσκα»), το μέρος που περνάει πια ένα μεγάλο κομμάτι της ζωή της, αλλά και ο λόγος ύπαρξης της ταινίας: «Σκεφτόμασταν με την Ολια Λαζαρίδου (σ.σ. πρωταγωνίστρια στην ταινία κι, επίσης, λάτρης του νησιού) να κάνουμε μια ταινία στη Νίσυρο. Και για μένα ο Παπαδιαμάντης ήταν η πιο φυσική επιλογή. Ολα αυτά τα χρόνια στο νησί ο Παπαδιαμάντης πηδούσε πάνω στα μάτια μου».

«Τα ωραιότερα ελληνικά»

Η Νίσυρος, τελικά, αποδείχθηκε καθολικά πρωταγωνιστική: τα σκιαθίτικα του Παπαδιαμάντη αντικαταστάθηκαν από τη διάλεκτο της Νισύρου, ένα γλωσσικό αμάλγαμα με αρχαϊκές και ιταλικές λέξεις, «τα ωραιότερα ελληνικά που υπάρχουν», για την Αλεξανδράκη. H μικρή κοινότητα του νησιού συνέβαλε καθοριστικά στην υλοποίηση της ταινίας· τους περισσότερους ρόλους υποδύονται ντόπιοι. Ομως, η προσαρμογή της γλώσσας δεν ήταν ένα ρίσκο; Συμφωνεί, αλλά δεν υπήρξε πραγματικό δίλημμα. «O Παπαδιαμάντης γράφει σαν σε παρτιτούρα, είναι σαν να γράφει μουσική και είχα τη διαίσθηση πως η γλώσσα της Νισύρου θα ταίριαζε με τη μελωδία, δηλαδή, ο ρυθμός των εικόνων με το ρυθμό των λόγων». Οσο για την περιπέτεια των γυρισμάτων, ήταν «το ωραιότερο πράγμα που έχω ζήσει».

Το «ακατόρθωτο»

Η Ελένη Αλεξανδράκη αρχικά δεν έλαβε κρατική επιχορήγηση, «θεώρησαν πως παραποιείται ο Παπαδιαμάντης». Κατόπιν εορτής, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου έδωσε 15.000 ευρώ. Τελικά, η βοήθεια ήρθε από εκεί που δεν το περίμενε· η εταιρεία «Λάβα ΕΠΕ», θυγατρική της ΑΓΕΤ Ηρακλής, που δραστηριοποιείται στο μικρό νησί Γυαλί, όπου επίσης πραγματοποιήθηκαν γυρίσματα, έδωσε λύσεις τις πιο δύσκολες στιγμές. «Είχα τεράστια βοήθεια από τον τόπο γιατί τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα. Είχα πρωτοδιαβάσει το διήγημα πριν από 20 χρόνια και θυμάμαι πόσο πολύ ήθελα να το κάνω ταινία. Ομως σταμάτησα εκεί γιατί το θεώρησα αδύνατο, τόσα νυχτερινά πλάνα, τόση θάλασσα...». Σήμερα αναλογίζεται πως τόλμησε το ακατόρθωτο: «Δεν διαλέξαμε να κάνουμε μια ταινία μέσα σε τρία δωμάτια. Προχωρήσαμε σαν να είχαμε όλα τα λεφτά του κόσμου, δεν κάναμε την παραμικρή παραχώρηση». Ολα τελικά πήγαν κατ' ευχήν κι αυτό της αφήνει μια χαραμάδα ελπίδας: «Σε μια εποχή που οι Ελληνες σκηνοθέτες ταλαιπωρούνται τόσο πολύ για να βρουν χρήματα και να κάνουν ταινίες, η ιστορία της Νισύρου μας δείχνει πως μπορούν να γίνουν ταινίες· είναι ελπιδοφόρο να βλέπεις πως υπάρχουν άνθρωποι που είναι έτοιμοι να σε βοηθήσουν και να προσφέρουν χωρίς να περιμένουν τίποτα». Ολα αυτά με μία προϋπόθεση: «Να πιστεύεις και να αγαπάς αυτό που κάνεις».

Έντυπη