ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Στέλιος Καζαντζίδης, ο αγαπημένος

Επιμέλεια: Βασιλης Αγγελικοπουλος

Ποιος είναι ο λαοφιλέστερος καλλιτέχνης στην Ελλάδα της μεταπολεμικής περιόδου, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα γενικότερα; Στο πρόσωπο του λαϊκού τραγουδιστή Στέλιου Καζαντζίδη θα κατέληγαν πιθανότατα οι περισσότερες γνώμες, κάτι που για τον φιλόλογο, τραγουδοποιό και μελετητή του λαϊκού πολιτισμού Θωμά Κοροβίνη «αποδείχτηκε περίτρανα και με την ευρεία και χρονοβόρα έρευνα» την οποία πραγματοποίησε, μιλώντας επί τριάμισι χρόνια για το ζήτημα αυτό με ανθρώπους ποικίλων κοινωνικών και επαγγελματικών τάξεων από διάφορες περιοχές της χώρας.

Δεκάδες, εκατοντάδες μάλλον από τις γνώμες αυτές, και τις απόψεις γενικότερα για τον τραγουδιστή που περισσότερο από κάθε άλλον υπήρξε «λαϊκό ίνδαλμα» στη χώρα μας περιέλαβε ο Θωμάς Κοροβίνης στον πολυσέλιδο τόμο «Στέλιος Καζαντζίδης - Αφιέρωμα» τον θέτουν σε κυκλοφορία τις μέρες αυτές οι εκδόσεις «Οδός Πανός» του Γιώργου Χρονά.

Στις περίπου 550 σελίδες του τόμου «μιλούν» -με συνεντεύξεις τους στον επιμελητή ή με γραπτά κείμενά τους- γύρω στα 350(!) πρόσωπα. Πρόσωπα πασίγνωστα, όπως Μαρία Φαραντούρη, Διονύσης Σαββόπουλος, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Νίκος Χουλιαράς, Καίτη Γκρέι, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Ολια Λαζαρίδου, Γιάννης Ξανθούλης, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Ελένη Βιτάλη, Σωτήρης Δημητρίου, Ιωάννα Καρυστιάνη, Γιώργος Κούδας, Σταύρος Κουγιουμτζής, Σταμάτης Κραουνάκης, Ορφέας Περίδης, Δόμνα Σαμίου κ.ά., ή και καθόλου γνωστά, που φωτίζουν όμως εξίσου, με ενδιαφέρουσες απόψεις και παρατηρήσεις διάφορες πτυχές του «φαινομένου Καζαντζίδης».

«Αρκετοί συνεργάτες», αναφέρει στην Εισαγωγή του ο Θ. Κοροβίνης, «έδωσαν δείγματα γραφής υψηλής ποιότητος με πολύτιμα φιλοσοφικής υφής διεισδυτικά δοκίμια, εκτενή πρωτοποριακά πολιτικά άρθρα, πολύτιμα για τις μουσικολογικές παρατηρήσεις τους μελετήματα, ώριμα δημοσιογραφικά γραπτά, άρτια λογοτεχνικά κείμενα, γλαφυρές λαϊκές αφηγήσεις». Πολλοί άλλοι, εξάλλου, «πλουτίζουν το αφιέρωμα, καθώς επεκτείνονται και σε αποτιμήσεις του έργου άλλων προσωπικοτήτων του ρεμπέτικου και ιδίως του λαϊκού τραγουδιού, ενώ παράλληλα αναφέρονται στη γέννηση, στη διαμόρφωση, στην ιστορία του…».

Από τα κείμενα που περιλαμβάνει ο τόμος, η «Κ» επέλεξε και προδημοσιεύει σήμερα ορισμένα ενδιαφέροντα αποσπάσματα από τις «καταθέσεις» της ίδιας της συζύγου του Στέλιου Καζαντζίδη, του Διονύση Σαββόπουλου και του Νίκου Παπάζογλου καθώς και από την εκτενή ποιητική σύνθεση του Θωμά Κοροβίνη «Το αβασίλευτο άστρο της καρδιάς - Ενα ζεϊμπέκικο για το Στέλιο», που προτάσσεται στον τόμο.

Βάσω Καζαντζίδη

Εύκολο και δύσκολο να ζω δίπλα του

«Παντρευτήκαμε, ημέρα Παρασκευή, 30 Απριλίου 1982, 7 το απόγευμα στην Πεύκη, στους Δώδεκα Αποστόλους. Ηρθαν κάποιοι φίλοι, είκοσι άτομα. O Στέλιος είπε, αν γίνουν είκοσι ένα, εγώ φεύγω. Ηταν και η μητέρα του, Γεθσημανή. Τον Στέλιο τον γνώρισα το '78 στη Θεσσαλονίκη, έμενα στην Καλαμαριά, είχαμε κοινούς φίλους, και τους ζήτησα να τον γνωρίσω. H καταγωγή μου είναι από τη Λαμία αλλά είχα παντρευτεί, και λόγω δουλειάς συζύγου, είχα έρθει στη Θεσσαλονίκη. Είχα χωρίσει το '78, είχα μια κόρη, αλλά δεν είχα πάρει διαζύγιο. O Στέλιος ερχότανε συχνά στη Θεσσαλονίκη, του αρέσανε τα ταξίδια, ήταν απογραμμάτιστος. (...)

O Στέλιος είχε μια σοφία, του άρεσαν οι άνθρωποι που ήταν ολιγομίλητοι. Αυτός ο άνθρωπος, έλεγε, ανεβαίνει στα μάτια μου. Εγώ στις κοινές παρέες δεν μιλούσα παρά ελάχιστα, τα απαραίτητα. H αγαπημένη του φράση το πρωί, στο σπίτι μας, ήταν: Καλημέρα, κυρά Βάσω! Και να ευχαριστάμε το Θεό που βλέπουμε τον Ηλιο! Και έβγαινε εδώ στο παράθυρο, κι έλεγε: Κρύφτηκε ο Νταής της Υδρογείου πίσω απ' τα σύννεφα! Ετσι έλεγε τον Ηλιο.

Πέρασα όλα τα τεστ του Καζαντζίδη και το πιο δύσκολο που δεν είχα ιδέα από ψάρεμα κι έμαθα με τη βάρκα του να ψαρεύω, τα δολώματα, όλα αυτά. Κι αφού πέρασα κι αυτό προχωρήσαμε πιο κάτω. O Στέλιος αγαπούσε τη θάλασσα τόσο πολύ που περνούσε ατέλειωτες ώρες μαζί της. (...)

O Στέλιος ήταν πολύ εύκολος στο φαγητό του. Λάτρευε το ψάρι. Σαλάτες πάρα πολλές, γιατί είχε κληρονομήσει το ζάχαρο από τη μαμά του, και του είπε ο γιατρός, ωμή σαλάτα, χορταρικά, ψάρι. Κοιμότανε αργά, όχι διασκεδάζοντας, αλλά βλέποντας τηλεόραση, δορυφορικά προγράμματα, ειδήσεις, παρότι δεν μιλούσε ξένες γλώσσες. Ενημερωνότανε για όλα, είχε γνώμη για όλα, όμως στο τέλος είχε αποφασίσει να μη βλέπει ελληνικά προγράμματα. (...)

Ολος ο κόσμος του ζητούσε να τραγουδήσει ζωντανά σε μαγαζί, κι η μάνα του του έλεγε: Ας σε δω να τραγουδάς γιε μου κι ας πεθάνω! Κι αυτός της απαντούσε: Γι' αυτό δεν θα τραγουδώ, για να μην πεθάνεις. O Στέλιος είχε δώσει τον λόγο του, να μην τραγουδήσει ποτέ πια, μακριά από τα μαγαζιά, είχε πει. Κι όταν ο Στέλιος έδινε τον λόγο του δεν υπήρχε άνθρωπος να τον αλλάξει. Του είχε απομείνει η δισκογραφία κι αυτό έκανε μέχρι τέλους. (...)

Ηταν και εύκολο και δύσκολο να ζω, από το '78, δίπλα στον Καζαντζίδη. Εξαρτάται ο κάθε άνθρωπος τι ζητάει από τη ζωή του. Εγώ ζούσα τον άνθρωπό μου, δεν με πείραξε που ήταν ιστορία, ζούσα φυσικά μαζί του, αγάπησα το μυαλό του, την ψυχούλα του, την αναπνοή του. Με συγκίνησε πολύ όταν μου μίλησε για τη ζωή του σε ένα καφενεδάκι στη Θεσσαλονίκη. Μείναμε εκεί μέχρι το πρωί. Μου είπε το πώς μεγάλωσε, τα πράγματα που δεν τελείωσε, την Κατοχή... Μόνος του άρχισε να μιλάει. Είπε, θέλω να σου μιλήσω. Και ήρθαμε πιο κοντά».

Διονύσης Σαββόπουλος

Ο απόλυτα και ανεπανάληπτα άμεσος τραγουδιστής

Ο Καζαντζίδης είναι ο πολύ μεγάλος τραγουδιστής, ο οποίος και εκφράζει αλλά και μας δίδαξε την αμεσότητα. O τρόπος της ερμηνείας του είναι απόλυτα και ανεπανάληπτα άμεσος. Δεν συνέβαινε το ίδιο παλιότερα με τους σπουδαίους τραγουδιστές του σμυρναίικου ή του ρεμπέτικου. H κληρονομιά του είναι ότι μας δίδαξε την αμεσότητα κατά τρόπο που δεν χωράει αμφισβήτηση. Θεωρώ ότι την αμεσότητα, την άμεση επικοινωνία με το κοινό ο Καζαντζίδης μου τη δίδαξε και εμένα. O Στέλιος είχε αμεσότητα αφοπλιστική, όπως είχε αντίστοιχα ας πούμε στις ταινίες του ο Μάρλον Μπράντο (…).

Ηθελα πολύ να πει το τραγούδι μου «Σαν βγω απ' αυτή τη φυλακή». Τον γνώρισα, βρεθήκαμε στο Μεγάλο Πεύκο. Κι έγινε ολόκληρη ιστορία για να καταλήξουμε. Ετσι ήταν οι λαϊκοί οι παλιότεροι. Θυμάμαι τι έγινε όταν έδωσα στον Μιχάλη Μενιδιάτη το τραγούδι «Λαϊκός τραγουδιστής», που λέει «όμως, τούτη η θητεία δεν σταματάει πουθενά», για την ταινία «Happy Day» του Βούλγαρη. Μαζεύτηκαν τότε ο Μενιδιάτης, ο αδερφός του, μαζί με τις γυναίκες τους και με τον Ακη Πάνου, το κουβεντιάσανε, για να αποφανθεί ο Ακης Πάνου, ο οποίος έδωσε εντέλει το οκέι και το είπε ο Μενιδιάτης το τραγούδι.

Ετσι και με τον Στέλιο. Ενώ το συζητήσαμε, το δοκιμάσαμε, το ετοιμάσαμε σε πρόβα με την κιθάρα - μάλιστα μου λέει, «εσύ την έφτιαξες αυτή την κιθάρα, μπράβο», νόμιζε ότι φτιάχνω και την κιθάρα που παίζω - μαγειρεύτηκε πολύ για να παρθεί η απόφαση. Τελικά με διάφορες προφάσεις δεν ήρθε στο ραντεβού. Μέσα μου το περίμενα, ήξερα ότι δεν θα το πει ο Στέλιος, δεν ήθελε, το φοβόταν το τραγούδι, τα λόγια του.

Ο Καζαντζίδης με αντιμετώπισε με πολύ μεγάλο σεβασμό, είχε μια πολύ έντιμη στάση, γιατί είχε ήθος. Το ίδιο ήθος είχαν απέναντί μου και άλλοι παλιότεροι, όπως ο Παπαϊωάννου και η Μπέλλου. Ισως γιατί είχα κάνει φυλακή κι αυτά μετρούσαν πολύ γι' αυτούς (...).

Τον ξαναείδα κάποιες φορές στο σωματείο των μουσικών, ήμασταν συνδικαλιστές. Δεν εξέφραζε συχνά τη γνώμη του, δεν μιλούσε, κουνούσε μόνο το κεφάλι όταν συμφωνούσε. Ηταν ένας λαϊκός άνθρωπος που δύσκολα γύριζε τη γνώμη προς την κατεύθυνση που δεν ήξερε (...).

Του Στέλιου δεν του πήγαινε το έντεχνο τραγούδι, έβγαινε από αλλού. Ούτε με τον Χατζιδάκι έγινε καλός συνδυασμός. O Μίκης, ούτε κι αυτός ταίριαξε καλά. Ισως λίγο καλύτερα από τον Μάνο (...).

Και απ' τη μεριά αυτών που δώσανε τα τραγούδια στον Καζαντζίδη -δεν ξέρω οι συνθέτες ή οι εταιρείες- βλέπω μια προχειρότητα, μια τάση να αρπάξουμε κάτι από κει, να εκμεταλλευτούμε κάτι από αυτήν τη μεγάλη δύναμη και πηγή. Τα δε λεγόμενα εργατικά τραγούδια ή τραγούδια για την εργατιά τα έβρισκα κάπως φτηνά. Τα θεωρούσα τραγούδια σκοπιμότητας και με ενοχλούσαν, ακόμη και «Οι φάμπρικες» του Τσιτσάνη. Της μετανάστευσης το τραγούδι μου άρεσε. Και η θεματολογία σχετικά με τη μάνα έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί όλοι μας έχουμε αδιάκοπη ανάγκη για μάνα. Οποιαδήποτε γυναίκα έχει το δώρο των σπλάχνων -έλα πασά μου, έλα τζιγιέρι μου- σ' έχει πάρει μαζί της. Τις γυναίκες που μας αρέσουν, τις έχουμε και λιγάκι για μανούλες.

Η συνεργασία με τον Ακη Πάνου ήταν τέλειος συνδυασμός. O Ακης Πάνου ήταν τέτοιας αντίληψης, παρόμοιας με του Στέλιου και ταίριαξε πολύ μαζί του. Αλλά πρέπει να πω ότι ήταν και πολύ ωραίος δίσκος εκείνος. Γιατί είχε σωπάσει για καιρό. Αυτά τα τραγούδια του Ακη ήταν μια ωραία έκπληξη. Είχε σωπάσει. Γιατί, ξέρεις, άμα φτάσεις σε αυτό το επίπεδο του Καζαντζίδη, δεν είναι καθόλου εύκολο να σε παρακολουθήσουν οι λαϊκοί συνθέτες και να γράψουν κάτι ανάλογο. Και τα καταφέρανε, επίσης, τότε ο Νικολόπουλος με τον Πυθαγόρα. Και κάνανε το «Υπάρχω». Πολύ ωραίο.

Ενας άνθρωπος σαν τον Καζαντζίδη όταν θριαμβεύει επάνω στη σκηνή αισθάνεται ότι η ζωή του δίνει αυτό που κάποτε του στέρησε. Νιώθει ότι αυτή είναι η αληθινή ζωή. Αλλά αυτό είναι και λίγο τρικ. Πώς είναι η αληθινή ζωή; Το πάλκο είναι η αληθινή ζωή; Δηλαδή, στ' αλήθεια, στην καθημερινότητα δεν θα το βρούμε ποτέ αυτό που ψάχνουμε; Αυτό σε τρομάζει λιγάκι. Αλλά και το να εγκαταλείψει κάποιος στο απόγειο της δόξας του κάποια στιγμή το πάλκο;

Ενα ζεϊμπέκικο για τον Στέλιο*

«...Του έρωτα μελιχρή φωνή κυμματόεσσα απ' τα πέπλα τ' ουρανού ώς το βένθος της θαλάσσης

Λαρύγγι σμιλεμένο μέσα στα σπάραχνα της γης, μες στην πανάρχαια μήτρα των βιβλικών διδαχών και του αειπάρθενου έρωτα

Ενα μυστήριο κι ένα

αντίδωρο στο φαρμάκι

της αμείλικτης βιοπάλης

Ο θρηνωδός του λαβυρίνθου των σεβντάδων που από τα δόκανά τους

δεν ξεγλίστρησε θνητός

Η άγια φωνή των εργατουπόλεων, η τραγουδισμένη

αγανάκτηση των ξένων και των δούλων

του σπαραγμένου μας κόσμου...»

*Απόσπασμα από την ποιητική σύνθεση του Θωμά Κοροβίνη.

Έντυπη