ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Φίλιππος Ηλιού, αριστοκράτης του πνεύματος

Του Θεοδοση Νικολαϊδη*

Τα Ιστορικά

Περιοδική έκδοση ιστορικών σπουδών

τεύχος 41, εκδ. Μέλισσα

Το εξαμηνιαίο περιοδικό «Τα Ιστορικά» αφιερώνει το τελευταίο τεύχος του (αρ. 41) στον Φίλιππο Ηλιού, ο οποίος απεβίωσε τον Μάιο του 2004. Φιλοξενούνται είκοσι άρθρα, κατανεμημένα σε 175 σελίδες καθώς και δύο πορτρέτα του τιμωμένου, φιλοτεχνημένα από τη Γιούλια Τρωάδα Γαζετοπούλου. Τα κείμενα, γραμμένα από ιστορικούς, αναδεικνύουν το πολυδιάστατο επιστημονικό έργο του: ο Φίλιππος Ηλιού υπήρξε βιβλιογράφος, αρχειονόμος, ιστορικός των νοοτροπιών, του Διαφωτισμού και, εσχάτως, του Εμφυλίου Πολέμου. Αναδεικνύονται επίσης πτυχές της προσωπικότητας και της πολιτικής του δραστηριότητας. Ακολουθώντας τη συμβουλή του Σπ. Ασδραχά, συνιδρυτή και συνδιευθυντή, μαζί με τον θανόντα και τον Β. Παναγιωτόπουλο, του περιοδικού, δεν θα διακινδυνεύσω να «απισχνάνω» τις συμβολές των ομοτέχνων του Φίλιππου Ηλιού «επιτομώντας» τες μία προς μία. Θα αποπειραθώ να τις συνθέσω για να μπορέσω να παρουσιάσω ορισμένες πλευρές αφ' ενός του βίου κι αφ' ετέρου του έργου του -υπενθυμίζοντας ωστόσο το προφανές, ότι δηλαδή η διάκριση βίου και έργου είναι μια αμήχανη ίσως θυσία στις ανάγκες σαφήνειας του παρόντος σημειώματος. Διότι ο Φίλιππος Ηλιού στρατευμένος από νωρίς στην Αριστερά -και, μετά το 1968, στην ανανεωτική εκδοχή της-, γόνος του Διαφωτισμού, μαχητής της νεωτερικότητας και πολέμιος των κάθε λογής «αρχαϊκοτήτων» της κοινωνίας μας, χρησιμοποίησε την ιστορική έρευνα ακριβώς για να υπονομεύσει την «αρχαϊκότητα» και την «παράδοση». Χωρίς όμως ποτέ να υποστείλει τις αξιώσεις της επιστήμης και να ενδώσει στους πειρασμούς της «ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας» - όρος του οποίου εξάλλου υπήρξε ο κατασκευαστής. Τον ατελέσφορο αυτόν δρόμο τον άφησε στους ανόητους.

Το βιβλιογραφικό έργο

Ενας από τους τομείς στους οποίους ο Φίλιππος Ηλιού αφιέρωσε χρόνο και κόπους ήδη από τότε που εργαζόταν στο Παρίσι ήταν αυτό της βιβλιογραφίας. Δουλεύοντας στα στοιχεία που είχαν συλλέξει ο E. Legrand και οι συνεργάτες του, εξέδωσε τις «Προσθήκες στην Ελληνική Βιβλιογραφία των Legrand-Pernot», ενώ αργότερα, στην Ελλάδα και με τη συνδρομή του ΕΛΙΑ, βγήκε ο πρώτος τόμος της «Ελληνικής Βιβιλογραφίας του 19ου αιώνα», μια συστηματική και λεπτομερής καταγραφή των ελληνόγλωσσων βιβλίων που κυκλοφόρησαν την εποχή αυτή, ένα τεράστιο δηλαδή έργο υποδομής, για το οποίο η κοινότητα των ιστορικών εσαεί θα ευγνωμονεί τον Φίλιππο Ηλιού.

Πέραν της βιβλιογραφίας, οι έρευνές του στράφηκαν, όπως ήδη είπαμε, και στην ιστορία του βιβλίου και της ανάγνωσης, με τη ρηξικέλευθη ιδέα να εξετάσει τους κοινωνικούς χώρους υποδοχής των βιβλίων στην περίοδο του Διαφωτισμού και της Επανάστασης μέσω της μελέτης των συνδρομητών, των ανθρώπων δηλαδή που προαγόραζαν τα βιβλία, και γι' αυτό, εδικαιούντο να δουν το όνομά τους στον σχετικό τιμητικό κατάλογο που εκδότες και συγγραφείς προσέθεταν στο σώμα των βιβλίων τους. Αργότερα, τα χρονικά όρια της μελέτης διευρύνθηκαν ώς τη βιβλιοπαραγωγή του 1922 και εγκαινιάστηκε σχετικό συλλογικό ερευνητικό πρόγραμμα υπό την αιγίδα του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών (σελ. 398).

Ενα άλλο μέγεθος που αφορά την ιστορία του βιβλίου και της ανάγνωσης και το οποίο μέτρησε και μελέτησε ο Φίλιππος Ηλιού, ήταν το τιράζ των ελληνόγλωσσων βιβλίων στον 16ο αιώνα, τα «τραβήγματα».

Η μελέτη του εν λόγω μεγέθους, που είχε διαλάθει της προσοχής της ιστοριογραφίας, έδειξε ότι το πλήθος των ελληνόγλωσσων βιβλίων που κυκλοφόρησαν στην περίοδο ήταν τεράστιο, ανατρέποντας έτσι «τον εδραιωμένο μύθο για το «μέγα σκότος της αμάθειας» στον πρώτο αιώνα της τουρκοκρατίας (σελ. 297).

O ελληνικός Διαφωτισμός

Οπως σημειώνει ο Σπ. Ασδραχάς, ο Φίλιππος Ηλιού δεν εισήγαγε τις μεθόδους της ποσοτικής ιστορίας στη μελέτη του ελληνόγλωσσου βιβλίου για να μιλήσει απλώς με την οικονομική γλώσσα των μαθηματικών, αλλά για να συγκροτήσει σειρές, σειρές που υποδεικνύουν «τομές, όρια, ζώνες διάδοσης, πιθανούς αναγνώστες και αναγνώσεις» (σελ. 280). Αυτό τον βοήθησε να γράψει, σε άλλες μελέτες, μια κοινωνική ιστορία του ελληνικού Διαφωτισμού, να εντοπίσει τις αντιστάσεις που πρόβαλαν οι αρχαϊκότητες, η «παράδοση» και να μετρήσει επομένως ακριβέστερα το εύρος των καινοτομιών που εισήγαγαν νεωτεριστές σαν το Κοραή -τον Κοραή, που όπως γράφει ο Ν. Καραπιδάκης, μέχρι τις εργασίες του Κ. Θ. Δημαρά και του Φίλιππου Ηλιού δεν γνωρίζαμε παρά υπό την αποστεωμένη από τα κυρίαρχα ιδεολογήματα της «παράδοσης» μορφή του «δασκάλου του γένους» (σελ. 422).

Ποιοι είναι όμως οι φορείς των αρχαϊκοτήτων και της «παράδοσης» - την οποίαν, ειρήσθω εν παρόδω, απομυθοποιεί εύστοχα και με χιούμορ στο άρθρο του ο Αλέξης Πολίτης. Είναι ασφαλώς η Εκκλησία, που, μεταξύ άλλων, λόγω των δογματικών διαφορών με τη Ρώμη, ανήγαγε τον εαυτό της σε υπερασπιστή της ιδιοπροσωπίας μας απέναντι στη Δύση - αποκρύπτοντας βεβαίως ότι, όσον αφορά τις τεχνικές διαχείρισης «του φόβου και της ελπίδας» την Ρώμη αντέγραφε όταν, όπως έδειξε ο Φίλιππος Ηλιού, η δεξιά της εξέδιδε σωρηδόν συγχωροχάρτια που η αριστερά της προσεποιείτο ότι αγνοούσε. Δεν είναι όμως η Εκκλησία ο αποκλειστικός φορεύς των αρχαϊκοτήτων. Η μελέτη του Φίλιππου Ηλιού με τίτλο «Κοινωνικοί αγώνες και Διαφωτισμός. Η περίπτωση της Σμύρνης (1819)», τη σημασία της οποίας εξαίρουν πολλές συνεισφορές στο τεύχος, καταδεικνύει ένα μέγιστο λάθος -που, δυστυχώς, ώς σήμερα διαπράττεται συχνά: την ταύτιση του «λαϊκού» και του προοδευτικού, του νεωτερικού, του εκσυγχρονιστικού. Η ακτινογράφηση των γεγονότων του 1819 στη Σμύρνη δείχνει ότι με την πλευρά της τοπικής Εκκλησίας στον αγώνα της κατά των νεωτεριστών εμπόρων και του Φιλολογικού γυμνασίου τάχθηκαν ευρέα λαϊκά στρώματα που εκπροσωπούσαν συντεχνίες των οποίων τα συμφέροντα ήταν συνδεδεμένα με την τοπική οικονομία και όχι με το εμπόριο των μεγάλων αποστάσεων.

Το έργο του Φίλιππου Ηλιού καθώς και τα περιεχόμενα του τεύχους, που αφ' εαυτού αποτελεί μια συμβολή στον αναστοχασμό της ελληνικής ιστοριογραφίας των τελευταίων τριάντα ετών, δεν μπορεί να εξαντληθεί φυσικά στον περιορισμένο χώρο αυτού του σημειώματος. Αναφέρω, λοιπόν, απλώς τις τελεσφόρες προσπάθειές του για την ίδρυση των «Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας» και του περιοδικού τους «Αρχειοτάξιο», καθώς και το εντελώς πρόσφατο βιβλίο του για την ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου, όπου ο Φίλιππος Ηλιού, μακριά πολύ από δογματισμούς, με πλήρη συνείδηση των παραμορφώσεων που επιβάλλει στα «όντως όντα» της ιστορίας η μνήμη, κι επομένως των κινδύνων μιας αβασάνιστης προφορικής ιστορίας, αφιερώνεται, ως γνήσιος ιστορικός, στην πηγή που κατ' εξοχήν γνωρίζει η επιστήμη, δηλαδή τα τεκμήρια -τα τεκμήρια της ιστορίας του ΚΚΕ που είχε φροντίσει να συλλεγούν και να αποδοθούν στους ερευνητές.

Αρχαϊκότητες

Τελειώνω επανερχόμενος στις αρχαϊκότητες, όχι εκείνες του 18ου, του 19ου, αλλά αυτές του τέλους του 20ού που με επιμονή και συνέπεια πολέμησε ο Φίλιππος Ηλιού. Εχοντας υπάρξει ένας από τους πραγματικούς εκείνους ιστορικούς που, όπως υπογραμμίζει ο Π. Κιτρομηλίδης, δεν συνέχεεαν την επιστήμη με την πατριδογνωσία και τον εθνοκεντρισμό, και, όπως είπαμε, αποτελεσματικός πολέμιος των «επινοητών της παράδοσης», ο Φίλιππος Ηλιού ήταν από τους λίγους που, ήδη από το 1992, διέβλεψε την επιστροφή της αρχαϊκότητας υπό μορφή άγρια με την ευκαιρία του περίφημου Μακεδονικού. Κι ήταν από αυτούς, υπενθυμίζουν οι Αγγ. Ελεφάντης και Στ. Μπουρνάζος, που με τη σύνταξη προκηρύξεων, τη συλλογή υπογραφών, τις δημόσιες παρεμβάσεις, άνοιξαν «μια ρωγμή στην απόλυτη «εθνική ομοφωνία» υπερβαίνοντας το άτυπο αλλά πανίσχυρο φράγμα του αποκλεισμού των αποκλινουσών απόψεων» (σελ. 347).

Από τη Μακρόνησο στη Σορβόννη

Γιος Μικρασιατών, του Ηλία Ηλιού και της Ελευθερίας Καλδή, ο Φίλιππος Ηλιού γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1931. Ηδη, από τα γυμνασιακά του χρόνια δημοσίευσε μια μελέτη για τον Κοραή -η οποία και βραβεύθηκε- ελλείψει όμως του απαιτούμενου τότε από το καθεστώς πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων δεν μπόρεσε να σπουδάσει στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Μετά τη στρατιωτική θητεία σε τάγμα «ανεπιθυμήτων» στη Μακρόνησο, φοίτησε στη Σορβόννη και εν συνεχεία, στην τότε Ecole pratique des hautes etudes, όπου, υπό την επίβλεψη του R. Mandrou, εκπόνησε διδακτορική διατριβή με θέμα «Η ανάγνωση στην Ελλάδα την εποχή του Διαφωτισμού και της Επανάστασης (1749-1832). Μελέτη των συνδρομών στις ελληνόγλωσσες εκδόσεις» (1965). Επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1966 ίδρυσε μαζί με άλλους το «Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών και Ερευνών», του οποίου υπήρξε επιστημονικός υπεύθυνος αλλά μετά το πραξικόπημα του 1967, ξαναέφυγε για το Παρίσι. Εκεί, εργάστηκε στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο που διηύθηνε ο Κ. Θ. Δημαράς. Το 1974 ήρθε πάλι στην Ελλάδα και συνέχισε το πολυσχιδές και επιβλητικό έργο του (την εργογραφία του ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα βρει στο τεύχος του Μαΐου 2004 του «Αρχειοταξίου»), χωρίς όμως ποτέ να επιδιώξει να καταλάβει θέση στα θεσμικά όργανα παραγωγής ιστορικής γνώσης - αν και χωρίς ποτέ να απομονωθεί. Αριστοκράτης του πνεύματος, ο Φίλιππος Ηλιού, αδιαφορούσε για τις κατά συνθήκη ιεραρχίες και ίδρυε τις δικές του, σημειώνει η Ιωάννα Πετροπούλου. «Αν και δεν εμφάνιζε καμία τρέχουσας μορφής έπαρση στα γράμματα, διέθετε μια σεμνότητα που ήταν η άλλη όψη μιας σκληρής επίγνωσης για τη δική του υπεροχή. Την υπεροχή την οποία όφειλε να κατακτά κάθε μέρα» (σελ. 440).

* O κ. Θεοδόσης Νικολαΐδης διδάσκει στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Έντυπη