ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

H «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη

Του Πατροκλου Σταυρου*

H «Ασκητική» είναι ο Νίκος Καζαντζάκης. Και ο Νίκος Καζαντζάκης είναι η «Ασκητική». Μια ελβετική εφημερίδα πριν από χρόνια έγραψε πως η «Ασκητική» είναι «το κατά Καζαντζάκην ευαγγέλιο». O ίδιος ο Καζαντζάκης έγραψε ότι η «Ασκητική» είναι μια κραυγή και όλο το έργο του είναι σχόλιο στην κραυγή αυτή. Σήμερα, ογδόντα και πλέον χρόνια μετά τη συγγραφή της, στην ελληνική έκδοση διακινείται περισσότερο απ' όλα τα άλλα βιβλία του.

Αναπολεί το όνειρό του

Ο Καζαντζάκης άρχισε να γράφει την «Ασκητική» στη Βιέννη και την τελείωσε στο Βερολίνο κατά το τέλος του 1922, μέχρι τις αρχές του 1923, ενώ παράλληλα έγραφε και ένα άλλο έργο, το «Συμπόσιον», που προσομοιάζει σε πλατωνικό διάλογο. Σε αυτό ο Καζαντζάκης «αναπολεί, σαν εξομολόγηση, το όνειρό του να πάει να ασκητέψει δύο χρόνια στο Αγιον Ορος, μέσα σε απόλυτη σιγή» και να νικήσει, «όπως οι ασκητές», λέγει, «τη μικρολογία, το φόβο και το θάνατο, πιστεύοντας», όπως διασώζει η Ελένη N. Καζαντζάκη.

Οκτώ χρόνια νωρίτερα είχε πάει για επίσκεψη στο Αγιον Ορος, για να γίνει τελικά ισόβιος μύστης και ασκητής μέσα στην πολύβουη ζωή και κίνηση του κόσμου. Για πέντε χρόνια μετά την οριστικοποίηση της πρώτης γραφής της «Ασκητικής» περιφέρει μαζί του τα χειρόγραφα, αλλά και διακατέχεται από αδημονία να τη δει τυπωμένη, με την προοπτική διορθώσεων στο μέλλον, όπως συνήθιζε, αφού και σε κυκλοφορούντα βιβλία του έκανε ιδιόχειρες διορθώσεις.

Πριν ακόμη δημοσιευθεί η «Ασκητική» το φθινόπωρο του 1927 στο περιοδικό «Αναγέννηση» του Δημήτρη Γληνού και εκδοθεί αμέσως εν συνεχεία σε ανάτυπο, έχουμε γράμμα του Καζαντζάκη στον Παντελή Πρεβελάκη, με ημερομηνία 1η Αυγούστου 1927: «Ειδικά για την Ασκητική, που αγαπώ εξαιρετικά, λέω τούτο: Ας τυπωθεί τώρα στην Αναγέννηση, ας τη δω πρώτα σε μια κακή έκδοση, και τότε κάνω μερικές διορθώσεις που χρειάζουνται -μερικά πράματα επαναλαβαίνουνται συχνά, η διάταξη έχει έλλειψες κ.λπ... Και τότε την εκδίδομε, όπως τη θέμε, δηλαδή, όπως λέτε». Και ο Καζαντζάκης άρχισε πάλι τις διορθώσεις.

Η προσθήκη της «Σιγής»

Αποκορύφωση των διορθώσεων, των προσθαφαιρέσεων, είναι η προσθήκη του κεφαλαίου «Σιγή». Το έγραψε στο Μπέκοβο, «σε ένα θαμαστό δάσος έλατα, μια ώρα μακριά από τη Μόσχα. Τεράστια δέντρα, πυκνότατα, ο ήλιος ανατέλνει τα μεσάνυχτα...». Οπως διασώζει η Ελένη του, το τελείωσε στις παγωμένες στέπες της Σιβηρίας το 1929. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια επεξεργασία του τελευταίου μέρους του βιβλίου, πριν από το «Πιστεύω», με νέα στοιχεία, με νέα προχωρημένη θέαση των πραγμάτων. «Πρόσθεσα ένα μικρό κεφάλαιο: «Σιγή» -μπόμπα που ανατινάζει όλη την Ασκητική. Μα σε λίγων ανθρώπων την καρδιά θα εκραγεί», έγραψε στον Πρεβελάκη στις 11 Ιουνίου 1928.

Μια ευτυχισμένη συγκυρία του συνέβη τότε στο Μπέκοβο, όπως ο ίδιος γράφει στο ίδιο γράμμα. Από το ξύλινο σπιτάκι, την «ίσμπα», όπου διέμενε μαζί με τον Παναΐτ Ιστράτι, ανακάλυψε μια παλιά φίλη να διαμένει απέναντι σε άλλη «ίσμπα». Ηταν η Ιτκα Χόροβιτς, Εβραιοπούλα κομμουνίστρια, που ανήκε στον λεγόμενο «πύρινο κύκλο» των γυναικών της Γερμανίας το 1922. H Ιτκα είχε τότε ερωτική σχέση μαζί του. «Μιλούμε, μου διαβάζει ρούσικα βιβλία, είναι όλο ορμή, δύναμη, πίστη, φοβερό μέλος του Κόμματος. H συνάντηση αυτή μου είναι χρήσιμη και δροσέρεψε την καρδιά μου». H Ιτκα εκτελέστηκε αργότερα κατά τη σταλινική τρομοκρατία.

Μεγάλο σάλο προκάλεσε η πρώτη έκδοση της «Ασκητικής» στην Αθήνα. Εγραψε ο ίδιος, στις 22 Σεπτεμβρίου 1927, στη σύντροφό του Ελένη: «H Ελλάδα με πνίγει, κανένας εδώ δε μου είναι σύντροφος, κανένας δε μπορεί να νιώσει την αγωνία της ψυχής μου. Ολοι εδώ παίρνουν την «Ασκητική» σαν έργο τέχνης, κανένας σαν κραυγή αναζήτησης και τρόμου. Γιατί κανένας δεν έχει μέσα του την κραυγή αυτή...». O Καζαντζάκης δεν επιθυμεί τίποτε άλλο παρά, χωρίς ψευδαισθήσεις και χωρίς λιποψυχία, να κοιτάζει κατάματα το χάος και να μην τρέμει. Κοιτάζει το χάος από ένα υψηλό ποιητικό πέταγμα που χρόνια αργότερα θα διαμορφωθεί σε φιλοσοφική έννοια, την «Κρητική Ματιά».

Την ίδια ημέρα, 22 Σεπτεμβρίου 1927, γράφει στον Πρεβελάκη: «Κανένας δεν θα καταλάβει για την Ασκητική πως δεν πρόκειται καθόλου μήτε για έργο τέχνης, μήτε για φιλοσοφία». Και ζητά να «σκορπίσουν» αντίτυπά της «όπου νομίζετε πως ο σπόρος θα πιάσει». Και προλέγει σε άλλο γράμμα του στην Ελένη στις 5 Νοεμβρίου 1927: «H «Ασκητική» είναι μια φοβερή, αιματερή κραυγή, που θ' ακουστεί μετά τον θάνατό μου. Τώρα οι ανθρώποι καταλαβαίνουν μονάχα την ποιητική φόρμα. Μα μέσα στις παρομοίωσες αυτές και στις λυρικές φράσες αναπηδά φλογερή, πάνοπλη, πέρα από απελπισία κι ελπίδα, η μελλούμενη όψη του Θεού».

Κλήση σε απολογία

Αλλο, όμως, η μελλούμενη όψη του Θεού και άλλο η παρούσα τοτινή όψη των πραγμάτων και των διωκτικών Αρχών. Συγγραφέας και εκδότης -ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Δημήτρης Γληνός- καλούνται από τον ανακριτή σε απολογία. O πρώτος, γιατί έγραψε το «ασεβέστατο» αυτό βιβλίο. Και ο δεύτερος, γιατί δημοσίευσε στο περιοδικό του «Αναγέννηση» την «άθεη παλιοφυλλάδα» «Ασκητική». Και οι δύο παραπέμφθηκαν σε δίκη στις 10 Ιουνίου 1930 «επί χλευασμώ της θρησκείας».

Η δίκη τελικά δεν θα γίνει, αλλά η εκκρεμότητα της δίκης επικρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους σαν δαμόκλειος σπάθη για τέσσερα χρόνια. Σημειωτέον ότι εκκρεμούσε ήδη από διετίας εις βάρος του ίδιου και του Παναΐτ Ιστράτι άλλη δίκη, που ούτε αυτή έγινε. Τους ξένους εκδότες δεν τους ενόχλησε κανείς. Το 1930 ο Στέφαν Τσβάιχ θα γράψει στον Νίκο Καζαντζάκη ότι η «Ασκητική» ανήκει σε όλον τον κόσμο.

Τον Μάιο του 1938, η σύντροφός του Ελένη (Σαμίου) -ο γάμος τους θα γίνει τον Νοέμβριο του 1945 στην Αθήνα- δακτυλογραφεί για πολλοστή φορά ξανά διορθωμένη την «Ασκητική». Θα ακολουθήσουν και άλλες διορθώσεις. Στις 2 Μαρτίου 1944 ο Καζαντζάκης γράφει από την Αίγινα: «…τη διόρθωσα οριστικά».

Η δεύτερη έκδοση

Ετσι γίνεται η δεύτερη έκδοση το 1945, με καλλιτεχνική φροντίδα και ξυλογραφίες του Γιάννη Κεφαλληνού, αφιερωμένη στον Παντελή Πρεβελάκη. O Καζαντζάκης την κατατάσσει τότε στα φιλοσοφικά του βιβλία, ενώ το 1954 «δεν ξέρει πού να την τοποθετήσει» γράφει στον Πρεβελάκη στις 4 Ιανουαρίου 1954.

H πρώτη έκδοση, ως ανάτυπο, της Ασκητικής το 1927 φέρει τον λατινικό τίτλο «Salvatores Dei», και από κάτω με μικρότερα γράμματα «Ασκητική». H μετάφραση του κυρίως τίτλου είναι «Σωτήρες του Θεού». Δηλαδή, οι άνθρωποι είναι σωτήρες του Θεού. O ανθρώπινος αγώνας σώζει τον Θεό. Εχει ανάγκη τον Θεό ο άνθρωπος, αλλά και ο Θεός έχει ανάγκη τον άνθρωπο για να στερεωθεί, χωρίς τον άνθρωπο είναι πολύ αδύναμος και τρεκλίζει. Στερεώνοντας, όμως, τον Θεό, που κρύβεται μέσα σε κάθε ιδέα, όπως μέσα σε σάρκα, στερεώνουμε και την ψυχή μας και συμβάλλουμε στη δημιουργική εξέλιξη του κόσμου.

Το ένα τούτο, που «δεν υπάρχει» είναι μια μυστηριακή μέθεξη με την αιωνιότητα. Ουδέποτε χάνεται, αλλά γεννάει την ηθική ευθύνη και την ουσία, είναι σαν τη ψυχή του ανθρώπου. Και η ψυχή του ανθρώπου είναι μια φλόγα, ένα πύρινο πουλί που πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει πως δεν μπορεί να σταθεί, δεν μπορεί να καεί, κανένας δεν μπορεί να τη σβήσει. Ετσι αρχίζει το κεφάλαιο «H σιγή». Για τον Καζαντζάκη «η Ασκητική είναι η πιο σπαρακτική κραυγή της ζωής μου».

Ενας γεωργιανός μύθος μιλάει για τρία μήλα που έπεσαν από τον ουρανό. Το ένα για κείνον που διηγήθηκε, το άλλο για κείνον που άκουσε, το τρίτο και πιο ωραίο έπεσε στην άβυσσο. O ελληνιστής Octave Merlier, που έγραψε μακράν Εισαγωγή στη γαλλική έκδοση της «Ασκητικής» το 1951 από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, την οποία θεωρεί ως το μεγαλύτερο μεταφυσικό ταξίδι, είπε ότι το τρίτο μήλο δεν έπεσε στην άβυσσο. Το κρατάει στα χέρια του ο Νίκος Καζαντζάκης.

* O κ. Πάτροκλος Σταύρου είναι πρόεδρος του Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη στους Βαρβάρους Ηρακλείου Κρήτης.

Έντυπη