ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η θερμοκρασία μιας χαρτοπετσέτας

Απ' όλα τα καλά της πλάσης αυτό που ζηλεύω πλέον είναι τα δάκρυα ενός ανθρώπου που τα κινεί η δυστυχία κάποιου συνανθρώπου του. Εχω την αίσθηση ότι δραπετεύει από τη φυλακή του άπληστου σαρκίου του. Και σαν να απολαμβάνει σε τούτη τη ζωή ή κάπου αλλού ένα αντίδωρο που εγώ δεν θα πάρω ποτέ.

Η Νάντια, επιπλέον, όπου παρουσιαζόταν σκόρπιζε αφειδώλευτα και το γέλιο της. Περιέθαλπε μια κατάκοιτη ηλικιωμένη γυναίκα στην πολυκατοικία που έμενα και αραιά και πού καθάριζε και το διαμέρισμά μου. Μόλις έμπαινα το μεσημέρι μύριζα φρέσκιες, ωραίες μυρουδιές και μου φαινόταν ότι έμπαινα σε καινούργιο σπίτι.

Στη δουλειά της ήταν άνεμος και δεν έστριβε τα μάτια που λένε. Τη χαρακτήριζε δε -όπως και γενικότερα- η ορμή. Βέβαια εξ αυτού είχαμε και καμιά απώλεια σε κάτι σπασμένο.

Οταν έμπαινα την έβρισκα να τελειώνει το σιδέρωμα. Σιδέρωνε και τραγουδούσε ρώσικα τραγούδια. Πριν πάει στη γιαγιά της, όπως αποκαλούσε τη γριούλα, καθόμασταν λίγο να κουβεντιάσουμε και μου διάβαζε απ' το μπλοκάκι της τα τελευταία λόγια που αντέγραψε απ' τα ημερολόγια τοίχου.

«Οταν λέγεις την αλήθεια, έχεις τον Θεό βοήθεια», «Απ' την πατρίδα πιο γλυκό δεν βλέπω άλλο στον κόσμο. Θεογνής.»

Αγαπημένο της θέμα συζητήσεως ήταν η γριούλα.

«Τι κάνει η γιαγιά, Νάντια;».

Ζωήρευε, έλαμπαν τα μάτια της.

«Αχ, η καημένη η γιαγιά μου, δεν έχει πια το μυαλό της», μου έλεγε. «Δεν γνωρίζει ούτε την κόρη της».

Η κόρη της ήταν μια ολιγόλογη, σοβαρή γυναίκα. Απάλλασσε τη Νάντια τα Σαββατοκύριακα αν και δεν το ήθελε όπως μου είπε κάποτε. Οχι για να αποφύγει το μικρό αυτό μερίδιο, αλλά γιατί η μητέρα της αποζητούσε τη Νάντια. Διέκρινα κάποια αχνή πικρία σ' αυτά τα λόγια της. Η Νάντια λοιπόν μου έλεγε τι φαγητό της έκανε, με ποιο τέχνασμα την τάισε, πώς την μπανιάρισε σαν να ήταν μωρό.

«Σαν μικρό παιδάκι είναι πια η γιαγιά μου», έλεγε.

Μου περιέγραφε καμιά αφελή κουτοπονηριά της και ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Πιο πολύ απ' τα δάκρυά της μου έκαναν εντύπωση τα ολόκαρδα γέλια της για τη γριούλα· που διασκέδαζε μαζί της.

Ποιος ξέρει, υπέθετα, ποια αγαπημένη της γιαγιά άφησε πίσω στο ποτάμι του Ντον απ' όπου είχε έρθει. Ή ίσως να ήταν το αντιγύρισμα σε αγάπη, μιας εξαιρετικά ευγνώμονος φύσης.

Αλλες φορές σκεφτόμουν ότι επικεντρωνόταν σε μια δυστυχία μεγαλύτερη απ' τη δική της για να ανακουφιστεί. Είχε αφήσει στη Ρωσία δύο παιδιά που είχε να τα δει εφτά χρόνια.

Συνηθισμένος να βλέπω ότι στη χώρα μας οι ηλικιωμένοι ήταν σε μια δυσμενή σκιά, κρυμμένοι, περίπου ανύπαρκτοι, μου έκανε σφοδρή εντύπωση αυτή η φανερή αγάπη της και προσπαθούσα να την εξηγήσω. Αυτή η μοναχούλα σε μια αγριεμένη θάλασσα ξενιτειάς να συμμερίζεται βαθύτατα μια ξένη γι' αυτήν ηλικιωμένη.

Αλλες φορές σκεφτόμουν πως αυτή η γριούλα δεν αντιπροσώπευε καμιά απολύτως απειλή για τη Νάντια. Δεν είχε πια εθνικότητα ούτε ιδέες ούτε φιλοδοξίες. Δεν ήταν μάχιμη και κυρίως δεν είχε το βλέμμα των μαχίμων που, είμαι σίγουρος, πάμπολλες φορές θα είχε αντιμετωπίσει η Νάντια. Μια φορά μου διηγήθηκε γελώντας μια πικρή εμπειρία της. Περίμενε στη σειρά σ' ένα σούπερ μάρκετ και μια ηλικιωμένη γυναίκα της λέει απρόσμενα, καταπρόσωπο:

«Εσύ είσαι Ρωσίδα, έτσι;».

«Ναι».

«Αμέσως το κατάλαβα», της είπε θριαμβευτικά. «Σας διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο. Να, η κυρία πίσω σου είναι Ελληνίδα. Ετσι δεν είναι κυρία μου;».

Πάντως η Νάντια προς τιμήν της μου έδωσε να καταλάβω ότι αυτοί που άκουσαν αυτά τα λόγια δυσφόρησαν. Και να πεις ότι ήταν καμιά απ' τις Ρωσίδες που στερεοτυπικώς έχουμε στο μυαλό μας, θα είχε καλώς. Μια κοινή, κοινότατη γυναίκα ήταν. Εβλεπα κιόλας τη φροντίδα της να προσελκύει τα λιγότερα δυνατόν βλέμματα με το ντύσιμό της, τις ελάχιστες έξω απ' το σπίτι κινήσεις της, το βάδισμά της κολλητά σχεδόν στους τοίχους.

Ενιωθα να την αδικώ όμως που έψαχνα τις αιτίες της αγάπης της. Γιατί δεν ήταν τα λόγια που έλεγε για τη γιαγιά της. Ηταν ο ήχος της φωνής της που έβγαινε απ' τα φυλλοκάρδια της. Φύτρωσε απλώς η αγάπη της σαν το κλαράκι που φυτρώνει στη μέση ενός συμπαγούς τοίχου.

Ντρεπόμουν όταν ερχόταν για δουλειές στο σπίτι μου. Μόλις έμπαινε έσπευδα αμέσως να εξαφανιστώ και μέχρι το μεσημέρι που θα πήγαινα ένιωθα αμηχανία.

Οταν δε έφευγε ανακουφιζόμουν και αμέσως ξεχνούσα τη διαμεσολάβησή της. Το εκτιμούσε πάρα πολύ αυτό γιατί, όπως μου είπε, οι γυναίκες ήταν συνέχεια πάνω απ' το κεφάλι της και ήταν όλο διαταγές.

Για την Ελλάδα μου είχε πει κάτι που πολύ με ευχαρίστησε. Στον τόπο της έλεγαν πως η Ελλάδα είναι η χώρα που τα έχει όλα.

«Λεμόνι θέλεις; Εχει. Πεπόνι θέλεις; Εχει. Ο,τι θέλεις».

Με έβαλε σε σκέψεις που με ευχαρίστησε αυτή η κουβέντα της, αλλά και δευτερογενώς με προβλημάτισε που με έβαλε σε σκέψεις αν γίνομαι κατανοητός.

«Αλλά», μου έλεγε συχνά, «εσείς είστε με τα κεφάλια έτσι, πολύ σκεφτικοί».

Ηγριούλα χειροτέρεψε και χρειάστηκε να μπει στο νοσοκομείο και έτσι χάσαμε τη Νάντια. Ηταν πια μέρα νύχτα πλάι στη γιαγιά της.

Πέθανε και πήγα στην κηδεία της. Τα παιδιά της μπροστά, μπροστά σε βαρύ πένθος, χαμένα στις σκέψεις τους. Πιο πίσω οι συγγενείς και οι λιγοστοί γνωστοί. Και πίσω, πίσω μια ντυμένη στα μαύρα, μοναχική σκυμμένη φιγούρα -η Νάντια- να κλαίει κρυφά για να μην ενοχλήσει.

Αρκετές φορές έκτοτε την είδα να πηγαίνει στο νεκροταφείο με λουλούδια.

Επειτα από καιρό συνάντησα στην είσοδο της πολυκατοικίας την κόρη της.

«Εχω την αίσθηση», της λέω, «πως η Νάντια αγαπούσε πολύ τη μητέρα σας».

«Περίμενε λίγο», μου λέει.

Ανέβηκε στο διαμέρισμά της και μου έφερε ένα φάκελο. Είχε μέσα μια χαρτοπετσέτα προσεχτικά διπλωμένη στα τέσσερα όπου η Νάντια είχε γράψει τα εξής:

«Σήμερα η γιαγιά ήτανε καλύτερα, δηλαδή χαμηλό πυρετό, αυτό είναι βασικό, ανοιχτή μάτια της, και καταλαβαίνει πιο πολύ, μου φαίνεται πρόσωπό της μαρέση, ζονδονό Δόξε του Θεού».

«Πήγα μια μέρα να την απαλλάξω» μου λέει «στο νοσοκομείο και βλέπω στο καλαθάκι με τα σκουπίδια αυτήν τη χαρτοπετσέτα. Σαν να οδήγησε το χέρι μου μια μυστική δύναμη την πήρα. Ναι την αγαπούσε πολύ. Είμαι ευγνώμων που η μάνα μου πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της μ' αυτήν τη γυναίκα».

Χάθηκε έκτοτε η Νάντια. Την πήρα κάνα δυο φορές στο κινητό της, δεν ίσχυε πια. Παραδόξως ούτε και η κόρη της εκλιπούσης κράτησε επαφή.

Τα περσινά Χριστούγεννα είχα πάει στη θάλασσα στον Αλιμο, κάτι που κάνω συχνά. Κάπως μου φαίνεται ότι βλέπω τη θάλασσα της πατρίδος μου.

Απ' την αμμουδιά -σαν να μεσολαβεί μια μυστήρια μόνωση- η λεωφόρος και οι πολυκατοικίες είναι αχνές και σαν να είναι κάπου στο βάθος. Φαίνεται ότι αυτό το ουδέτερο, ειρηνικό μέρος είναι ο ιμάντας που τις συνδέει με την πατρίδα τους -κάπου πέρα απ' τα κύματα- και για πολλές Ρωσίδες.

Αυτήν τη μέρα κάθονταν στην άμμο, στη βάση του πυργίσκου των ναυαγοσωστών μια μεγάλη παρέα και τσιμπολογούσαν, έπιναν, τραγουδούσαν.

Δίπλα, παραδίπλα ήταν διάφοροι μοναχικοί ή το πολύ κάνα ζευγάρι. Ηταν και κάτι χειμερινοί κολυμβητές κι αυτοί μ' έναν τρόπο ξενιτεμένοι, καραβοτσακισμένοι.

Οι λίγοι ντόπιοι που ήμασταν, είχαμε στραμμένο το αυτί μας στα τραγούδια τους. Τέτοια αξιοζήλευτη συντροφικότητα σκέφτηκα μόνον η ξενιτιά χαρίζει. Πώς ποθούσα να ήμουν μέλος της παρέας τους.

Περπάτησα αδιάφορα προς αυτές, έκανα πως χάζευα άλλα πράγματα και έκατσα στην αμμουδιά ακριβώς στο όριο της διακριτικότητος.

Εκείνη την ημέρα έλεγαν πολύ νοσταλγικά τραγούδια. Είχαν σκύψει τα κεφάλια, κόντευε η μικρή ομήγυρις να γίνει ένα σώμα. Ποιος ξέρει ποιες κυνηγημένες απ' τον χρόνο Χριστουγεννιάτικες νύχτες πάσχιζαν να προφτάσουν.

Καίτοι είχε ήλιο ξαφνικά μου φάνηκε ότι ήμουν σε πυκνόμαυρο χιονισμένο δάσος και η θάλασσα εμπρός μας ήταν απέραντα θερισμένα χωράφια.

Το διήγημα γράφτηκε από τον Σωτήρη Δημητρίου και εικονογραφήθηκε από τον Εδουάρδο Σακαγιάν για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της «K». Το τελευταίο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου με τίτλο «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. Πατάκη).

Έντυπη