ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Στα ίχνη του πρώτου Ελληνα ναζαρηνού

Του Κωστη Λιοντη

Ιωάννης B. Φριλίγκος

Ο αγιογράφος Κωνσταντίνος Φανέλλης και το έργο του

εκδ. Πανεπιστήμιο Αθηνών - Θεολογική Σχολή, σελ. 341

Η στροφή της εκκλησιαστικής ζωγραφικής προς τις νεοαναγεννησιακές αντιλήψεις των Ναζαρηνών ταυτίζεται με τα βήματα εκσυγχρονισμού του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και συντελείται με καθοθήγηση του Γερμανού ζωγράφου Λουδοβίκου Θείρσιου. Αν και τρία χρόνια καθηγητής στο Σχολείο των Τεχνών (1852 - '55), η επιδρασή του στάθηκε δυσανάλογα μεγάλη.

Ο,τι εισάγει ο Θείρσιος και σταδιακά καθιερώνεται ως επίσημο στοιχείο στη θρησκευτική τέχνη, θα χρειαστεί μεσολάβηση μιας περίπου εκατονταετίας, ομόθυμη διέγερση υπέρ της παράδοσης στο καλλιτεχνικό πεδίο του Μεσοπολέμου και πεισματική εμπλοκή του Φ. Κόντογλου, η οποία έκρινε μεταπολεμικά και το τελικό αποτέλεσμα. Εξουθενωμένη η ναζαρηνή ζωγραφική υποσκελίστηκε και έτσι το εγχώριο πήρε τη ρεβανς με έναν αιώνα καθυστέρηση.

Αρνητική, θετική ή ό,τι άλλο υπήρξε η εκατονταετής θητεία των Ναζαρηνών στην εκκλησιαστική τέχνη, η σχετική πάντως βιβλιογραφία, εκτός από ισχνή παρέμενε και αθησαύριστη. «H επίδραση της ναζαρηνής σκέψης στη νεοελληνική εκκλησιαστική ζωγραφική» είναι η πρώτη εμπεριστατωμένη μελέτη, που αναμετριέται με το θέμα. Την εκδίδει το 1977 ο Δημ. Παπαστάμος. Εκεί εξετάζεται το ναζαρηνό κίνημα, η απηχησή του στην Ελλάδα και τέσσερα επιφανή πρόσωπα: K. Φανέλλης, Λ. Θείρσιος, Σπ. Χατζηγιαννόπουλος, K. Αρτέμης. Σχετικό βάρος δίνεται εδώ στον τελευταίο, ως ύστατη αναλαμπή των ναζαρηνών στη νεοελληνική τέχνη.

Φορητές εικόνες

Αν ο Παπαστάμος, εξετάζοντας το ναζαρηνό φαινόμενο, αποκλίνει προς τον τελευταίο της τετράδας, ο Ιωάννης Φριλίγκος αντίστοιχα, στρέφεται αποκλειστικά στον πρώτο. Πρόκειται δηλαδή για μονογραφία πάνω στον Κωνσταντίνο Φανέλλη, τον πιο άγνωστο, αλλά και τον πιο φτωχό σε αρχειακές πηγές, που ως προάγγελος συνιστά και μοναχική περίπτωση.

Περιφερόμενος αρχικά ο Φανέλλης στα ελλαδικά (Αγιον Ορος, Παλαιστίνη) και ευρωπαϊκά κέντρα θρησκευτικής ζωγραφικής (Ιταλία, Βαυαρία), καταλήγει στην ηπειρωτική Ελλάδα και συμπίπτει να είναι ο πρώτος που εμφυτεύει τη δυτικίζουσα τεχνοτροπία, φιλοτεχνώντας μετά το 1830 φορητές εικόνες. Οσοι ακολουθούν δεν είναι παρά άμεσοι απογονοί του, ασχέτως αν ο Θείρσιος κατέχει τα πρωτεία. Μάλιστα ο τρίτος στην τετράδα, ο Χατζηγιαννόπουλος, τον Φανέλλη αναγνωρίζει «ως δάσκαλο και εμπνευστή του», όπως αντίστοιχα εκείνον ο Αρτέμης, για να σχηματιστεί έτσι η γενεαλογική αλυσίδα που συνδέει τον πρωτότοκο με τον υστερότοκο του κινήματος.

Ο πρωτότοκος, λοιπόν, Σμυρνιός στην καταγωγή (1791), αφού μεσολαβήσει μακρά περιπλάνηση μαθητείας, παραδόξως διαλέγει δε ως τόπο εγκατάστασης τας Αθήνας. H εικονογραφική του δραστηριότητα ξεκινά συστηματικά το 1840 και αναπτύσσεται με έδρα το Αίγιο. Εκτος απ' τις γύρω περιοχές, Αιγιαλεία και Καλάβρυτα, η ακτίνα παραγγελιών απλώνεται νότια προς την Πελοπόννησο, ανατολικά φτάνει στην Αθήνα και βόρεια περνάει απέναντι, στη Φωκίδα. H δημιουργική του περίοδος περικλείεται μεταξύ 1840 - 1871.

Στον αναλυτικό περιγραφικό κατάλογο της μονογραφίας, ο συνολικός αριθμός έργων φτάνει τα 510. Την πλειοψηφία στο γενικό λογαρισμό κρατούν οι εικόνες τέμπλου. Ως προς τον συνολικό αριθμό ο Φριλίγκος διατηρεί επιφυλάξεις. Τον θεωρεί πενιχρό λόγω διασποράς των έργων σε ορεινές περιοχές. Σκεπτικισμός όχι ανεδαφικός, αφού τα προς αλίευση αντικείμενα είναι φορητά.

Χρονολογική σειρά

Παρακολουθώντας πάντως κατά χρονολογική σειρά το έργο του Φανέλλη, ο Φριλίγκος δε φωτίζει μόνο την καλλιτεχνική εξέλιξη του πρώτου ναζαρηνού, αλλά ρίχνει συγχρόνως φως και σε μια άγνωστη περίοδο της θρησκευτικής ζωγραφικής.

Ο Φανέλλης ωρίμασε καλλιτεχνικά μέσα στην ακμή του ρομαντικού κινήματος. Φτάνοντας εδώ περί το 1830, ακολούθησε τον δρόμο της αγιογραφίας για βιοποριστικούς λόγους. Βρέθηκε έτσι να μετεωρίζεται ανάμεσα σε δύο παραδόσεις. Καθώς όμως η εγχώρια παράδοση δεν του είναι άγνωστη, ξεφεύγει απ' την τυφλή μεταγραφή εικονιστικών προτύπων και επιχειρεί κάποιο συγκερασμό με τάση βελτίωσης της μεταβυζαντινής τέχνης. Το πόσο επιτυχής ή όχι ο συγκερασμός, παραμένει ερώτημα. Δεν πρέπει πάντως να ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι η εποχή του και δύσκολα, πολύ δύσκολα την υπερβαίνει.

Στη Μητρόπολη της Αμφισσας, κτίσμα του 1868, στις εικόνες του τέμπλου διαβάζουμε: Εργον K. Φανέλλη 1869. Χρονολογημένο, τοποθετείται στα τελευταία έργα του. Την αγιογράφηση του ναού, η οποία εντάσσεται στα πρώιμα εγχειρήματα ανανέωσης της μεταβυζαντινής εικονογραφίας, κατά παράδοξη σύμπτωση αναλαμβάνει το 1927 ο Σπ. Παπαλουκάς. Ερχεται έτσι η συστέγαση να επιβεβαιώσει το διφυές της νεοελληνικής υπόστασης. H μονογραφία του Φριλίγκου έρχεται επίσης να μας το υπενθυμίσει μια ακόμη φορά.

Έντυπη