ΕΛΛΑΔΑ

Αρχιεπισκοπική εκλογή θρίλερ στην Κύπρο

Του Νικου Παπαχρηστου

Η προεκλογική αυλαία ανοίγει και επισήμως σε λίγες ημέρες για την Εκκλησία της Κύπρου, μετά μια παρατεταμένη περίοδο επισκοπικών αντιπαραθέσεων και έντονου πολιτικο-εκκλησιαστικού παρασκηνίου. Η Διευρυμένη Σύνοδος, που συγκαλεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος στις 17 Μαΐου στην Ελβετία, αναμένεται να αποφασίσει την τιμητική απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Χρυσοστόμου -ο οποίος πάσχει από γεροντική άνοια και αδυνατεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά του- κηρύσσοντας σε χηρεία τον θρόνο του Αποστόλου Βαρνάβα.

Αυτομάτως θα ενεργοποιηθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Μεγαλονήσου μια περίπλοκη διαδικασία για την εκλογή «ψήφο κλήρου και λαού» του νέου προκαθημένου της. Ομως, το ποιος θα διαδεχθεί τον κ. Χρυσόστομο δεν απασχολεί μόνο τους εκκλησιαστικούς παράγοντες και τους πιστούς, αλλά και τους Κύπριους πολιτικούς, τους διπλωμάτες ισχυρών κρατών και τα στελέχη του ΟΗΕ. Και αυτό γιατί η ιστορία της τοπικής Εκκλησίας είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την πολιτική ιστορία της νήσου, καθώς πάντοτε πρωτοστατούσε στους εθνικούς αγώνες ως «Εθναρχούσα Εκκλησία». Παράλληλα η προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Μακαρίου εξακολουθεί να επηρεάζει βαθύτατα το σύνολο της πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας, αποτελώντας σε μεγάλο βαθμό «παράδειγμα προς μίμηση».

Η οικονομική διάσταση

Ενδιαφέρον όμως προκαλεί και η οικονομική διάσταση της εκκλησιαστικής «αλλαγής», αφού η κυπριακή Εκκλησία είναι μια από τις πλουσιότερες της Ορθοδοξίας, με σημαντική ακίνητη περιουσία, υψηλές καταθέσεις, πλούσιο μετοχικό χαρτοφυλάκιο και επενδυτική δραστηριότητα, ενώ διαθέτει και τη δική της τράπεζα. Ξεχωρίζει το Μοναστήρι του Κύκκου, που ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια η προσφορά και η στήριξη που παρέχει σε πατριαρχεία, μητροπόλεις και κοινότητες Ελληνοκυπρίων σε ολόκληρο τον κόσμο χαρακτηρίζεται εξαιρετικά σημαντική. Είναι η τρίτη φορά μέσα σε εκατό χρόνια που το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρεμβαίνει ως συντονιστικό κέντρο της Ορθοδοξίας στα εσωτερικά της κυπριακής Εκκλησίας. Η πρώτη ήταν το 1908 όταν η διαμάχη του μητροπολίτη Κιτίου Κυρίλλου με τον συνονόματό του μητροπολίτη Κυρηνείας δίχασε τον κυπριακό λαό. Τότε ο Πατριάρχης Ιωακείμ αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα με την εκλογή στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του Κυρηνείας, προκαλώντας την αντίδραση των υποστηρικτών του Κιτίου, με αποτέλεσμα να συνεχιστεί η κρίση.

Τη δεύτερη φορά που το Φανάρι εκλήθη να βοηθήσει ήταν το 1947, αλλά ο νεοεκλεγείς αρχιεπίσκοπος Λεόντιος παρέμεινε στον θρόνο μόνο για 37 ημέρες. Τότε η Αριστερά, για πολιτικούς λόγους, πρότεινε στον εκπρόσωπο του Πατριαρχείου, μητροπολίτη Δέρκων Ιωακείμ, να διεκδικήσει τον θρόνο, κάτι που δεν έγινε δεκτό από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Σήμερα οι συνθήκες είναι διαφορετικές, αν και οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της Ιεραρχίας της Κυπριακής Εκκλησίας δεν διαφέρουν πολύ από το παρελθόν. Από το 2002, οπότε και διαπιστώθηκε ότι ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χρυσόστομος πάσχει από αλτσχάιμερ, ένας ιδιότυπος πόλεμος χαρακωμάτων έχει ξεσπάσει. Στα τέσσερα αυτά χρόνια η αντικατάσταση του αρχιεπισκόπου παρέμεινε κεντρικό θέμα στις συζητήσεις της Συνόδου, χωρίς ωστόσο να λαμβάνεται κάποια συγκεκριμένη απόφαση που θα οδηγούσε σε έξοδο από το αδιέξοδο.

Φρόντισαν, ωστόσο, μόλις άρχισαν να έρχονται στο φως υποθέσεις οικονομικής κακοδιαχείρισης στις οποίες εμπλέκονταν και ονόματα συγγενών του ασθενούντος αρχιεπισκόπου, να αφαιρέσουν το δικαίωμα υπογραφής από τον κ. Χρυσόστομο.

Λεπτές ισορροπίες

«Ο Θεός θα δώσει τη λύση» υποστήριζαν μέχρι και πριν από λίγους μήνες οι περισσότεροι αρχιερείς, κρατώντας ουσιαστικά ολόκληρη την κυπριακή Εκκλησία σε ομηρεία. Αιτία για τη στάση τους ήταν οι ισορροπίες που διαφοροποιούνταν κάθε φορά, ανάλογα με το ενδιαφέρον κάποιου μητροπολίτη να διεκδικήσει τον θρόνο, τις πιθανότητες εκλογής του, τις συμμαχίες εντός και εκτός Εκκλησίας. Μάλιστα πολλές φορές οι πολιτικές εξελίξεις, όπως οι προεδρικές εκλογές ή το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν, αποτέλεσαν «χρυσές» δικαιολογίες για την παραπομπή του ζητήματος στο μέλλον.

Ακραία άλλωστε ήταν και η αντίδραση μερίδας αρχιερέων στην πρόταση να παρέμβει το Φανάρι. Αν και η Σύνοδος απεδέχθη τελικά ομοφώνως τις καλές υπηρεσίες του Οικουμενικού Θρόνου, αρχικώς ορισμένοι είχαν εκφράσει τις ανησυχίες τους για πιθανή «κατάργηση» του αυτοκεφάλου της Κυπριακής Εκκλησίας. Πάντως, μετά τις αποφάσεις της Διευρυμένης Συνόδου, η Σύνοδος θα πρέπει να προχωρήσει στην προκήρυξη των αρχιεπισκοπικών εκλογών. Το εκλογικό σύστημα είναι ανάλογο με αυτό των ΗΠΑ, δηλαδή οι πιστοί-ψηφοφόροι εκλέγουν ένα σώμα εκλεκτόρων, οι οποίοι με τη σειρά τους εκλέγουν τον Αρχιεπίσκοπο. Πληροφορίες πάντως αναφέρουν ότι η Σύνοδος ίσως προτείνει την καθυστέρηση των εκλογών, προκειμένου να ολοκληρωθεί η κατάρτιση των εκλογικών καταλόγων. Ετσι, θα αποφευχθεί μια εκλογική αναμέτρηση εν μέσω καλοκαιριού.

Οι υποψήφιοι και τα προγνωστικά

Πάφου κ. Χρυσόστομος

Ο Μητροπολίτης Πάφου, ως πρώτος τη τάξει, προεδρεύει της Συνόδου. Αρχικά στήριζε τον επίσκοπο Κύκκου ενώ τον τελευταίο χρόνο δηλώνει απογοητευμένος από τον κ. Νικηφόρο. Οι υποστηρικτές του -που περιορίζονται κυρίως στην επαρχία του- δηλώνουν ότι αποτελεί την καλύτερη επιλογή και τον παρουσιάζουν ως συνέχεια του Μακαρίου Γ'. Είναι 65 ετών, σπούδασε στην Αθήνα, ενώ το 1978 διαδέχθηκε τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο στη Μητρόπολη Πάφου. Υποστηρίζεται από τους χωρεπισκόπους Σαλαμίνος κ. Βαρνάβα -λέγεται ότι πάσχει και αυτός από άνοια- και Αρσινόης κ. Γεώργιο.

Κύκκου κ. Νικηφόρος

Ο κ. Νικηφόρος είναι ηγούμενος της ιστορικής και πλούσιας Μονής Κύκκου από την οποία προήλθαν οι δύο τελευταίοι Αρχιεπίσκοποι. Είναι 59 ετών, με σπουδές σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ επίσκοπος εξελέγη το 2002. Στηρίζεται από τον Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο και τον χωρεπίσκοπο Τριμυθούντος κ. Βασίλειο, καθώς και από μια σημαντική μερίδα του πληρώματος της Εκκλησίας της Κύπρου. Επίσης διαθέτει την ουσιαστική στήριξη του ΑΚΕΛ -που πάντοτε διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στις αρχιεπισκοπικές εκλογές- ενώ η υποψηφιότητα του αντιμετωπίζεται με θέρμη από υψηλόβαθμα στελέχη του ΔΗΣΥ και του ΔΗΚΟ. Οι δύο τελευταίοι σχηματισμοί ωστόσο είναι μοιρασμένοι ανάμεσα στον κ. Νικηφόρο και τον Λεμεσού κ. Αθανάσιο. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης δημοσκόπησης η υποψηφιότητα του επισκόπου Κύκκου συγκεντρώνει το 30% της κοινής γνώμης και ακολουθεί ο Μητροπολίτης Αθανάσιος με ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 19 και 20%. Οπως όλα δείχνουν ο κ. Νικηφόρος διατηρεί σταθερό προβάδισμα έναντι των «αντιπάλων» του, παρά το γεγονός ότι η δύναμή του καταγράφεται αισθητά μειωμένη σε σχέση με προηγούμενες δημοσκοπήσεις.

Κιτίου κ. Χρυσόστομος

Ο Μητροπολίτης Κιτίου κ. Χρυσόστομος, 68 ετών, προβάλλεται από τους υποστηρικτές του ως «διαλεκτικός και διαλλακτικός». Αδελφοί του αρχιερείς ωστόσο διαφωνούν και υποστηρίζουν ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να ανέλθει σε θρόνο. «Μετά τον θάνατο του Πέτρου ήθελε να τον διαδεχθεί στον θρόνο της Αλεξάνδρειας» επισημαίνουν. Σπούδασε Νομική και Θεολογία στην Αθήνα και εξελέγη μητροπολίτης, το 1973, ύστερα από πρόταση του Μακάριου Γ' σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο για την Κύπρο.

Λεμεσού κ. Αθανάσιος

Ο Μητροπολίτης Λεμεσού κ. Αθανάσιος, 47 ετών, διατηρεί την πιο συμπαγή ομάδα υποστηρικτών. Προερχόμενος από την Αγιορείτικη Μονή Βατοπεδίου αποτελεί τον εκφραστή της νέας γενιάς της Κυπριακής Εκκλησίας. Το 1992 επέστρεψε στην Κύπρο μετά πρόσκληση του Αρχιεπισκόπου και ένα χρόνο αργότερα εξελέγη ηγούμενος της ιστορικής μονής Μαχαιρά. Ανθρωπος χαμηλών τόνων βρέθηκε αντιμέτωπος από την πρώτη στιγμή της εκλογής του με τον Μητροπολίτη Πάφου, ο οποίος τον κατηγόρησε «για ηθικές παρεκτροπές». Μάλιστα στο σκάνδαλο που ξέσπασε ενεπλάκη και το όνομα ενός κομμωτή από τη Θεσσαλονίκη. Τελικά συνεκλήθη μείζων σύνοδος, όπου εξετάσθηκαν οι κατηγορίες χωρίς ωστόσο να αποδειχθεί η βασιμότητά τους. Ο κ. Αθανάσιος έχει εργαστεί στενά με τους πιστούς της Μητρόπολης του, οι οποίοι σε ένα μεγάλο αριθμό είναι πρόσφυγες από τα Κατεχόμενα ενώ πολιτικά ανήκουν στον χώρο του ΑΚΕΛ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ