ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Το κατά Δαμιανόν ζεϊμπέκικο της «Ευδοκίας»

«Το θέμα είναι πόσο αγαπάμε αυτόν τον τόπο. Πάμε να του βρούμε την ταυτότητά του όλοι εμείς οι καμικάζι σκηνοθέτες. Ψάχνουμε μια ταυτότητα όλοι μας, άλλοι πιο πολύ, άλλοι λιγότερο, άλλοι με περισσότερα ελαττώματα και άλλοι με λιγότερα. Τα επιτεύγματά μας δεν έχουν τόση σημασία, σημασία έχει η μάχη του καθενός μας». Τα λόγια του Αλέξη Δαμιανού αποθησαυρίζονται ως επίλογος στο βιβλίο του Λάκη Παπαστάθη «Οταν ο Δαμιανός γύριζε την «Ευδοκία»», που θα κυκλοφορήσει τις προσεχείς ημέρες από τις εκδόσεις «Πατάκη». Ενα βιβλίο και μαζί λεύκωμα (με πολλές ανέκδοτες φωτογραφίες). Καταγραφή μνήμης, συναισθήματος και Ιστορίας. Γιατί η «Ευδοκία» είναι μία από τις μεγάλες «μάχες» που έδωσε ο Αλ. Δαμιανός δημιουργώντας μια ημερομηνία-τομή στον νέο ελληνικό κινηματογράφο. Και ο σκηνοθέτης Λ. Παπαστάθης, βοηθός του εκείνη την εποχή, αποτυπώνει βήμα βήμα το γύρισμα. Ο,τι παρακολουθεί ο φακός και ό,τι συμβαίνει στις πρόβες, στο ρεπεράζ, στη διαδικασία, στις συναντήσεις. Μαρτυρίες, εκμυστηρεύσεις, σκέψεις, συνεντεύξεις, κριτικές, ένα έργο πλήρες, παλλόμενο, συμπυκνωμένο και εξίσου εκρηκτικό με το αρχικό δημιούργημα, την ίδια την ταινία. «Κάθε σκηνή», όπως σημειώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας στο προλογικό του σημείωμα, «δεν είναι απλώς ένα πέρασμα για να πάει ο θεατής παρακάτω, να δει την πλοκή και την εξέλιξη της αφήγησης. Είναι μια στάση. Επιπλέον, είναι μια ανάσα από το λαχάνιασμα που προκαλεί το στροβίλισμα της ιστορίας, οδηγώντας μας αναπόφευκτα -το νιώθουμε- στο τραγικό τέλος».

Πριν προχωρήσουμε στην προδημοσίευση τριών χαρακτηριστικών αποσπασμάτων, παραβάλλουμε, σκόρπια και ασύντακτα, αυτό που οφείλει να είναι η προμετωπίδα της «Ευδοκίας», αυτής της εμβληματικής ερωτικής ιστορίας της πόρνης και του φαντάρου, που ερμήνευσαν μοναδικά δύο ερασιτέχνες ηθοποιοί, η Μαρία Βασιλείου και ο Γιώργος Κουτούζης.

«Απορία και αθωότητα». Σ' ολόκληρη την ταινία ούτε μια στιγμή δε φαίνεται πως έστω και ελάχιστα άγγιξε η πορνεία αυτό το κορίτσι των δεκαεπτά χρόνων. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Λοχία, που φέρει ακόμα το ήθος και την αυθεντικότητα ενός χωριατόπαιδου. Αγάπησε την Ευδοκία με αίσθημα αγνότητας που στην αρχή δεν μπορεί νε επηρεαστεί από τίποτα».

Η σκηνή της ταβέρνας - Ο λοχίας χορεύει το ζεϊμπέκικο

«Συνοικιακή ταβέρνα. Η σκιά του Λοχία στο δάπεδο με τα χέρια στην έκταση. Μοιάζει καθώς χορεύει σαν να είναι σταυρωμένος. Ακούγεται το, πασίγνωστο μετά, ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Βροχή από πλάνα. Λήψεις μικρής διάρκειας που σκοπεύουν τον Λοχία από διάφορες γωνίες. Ο θεατής έχει έτσι την ευκαιρία να τοποθετηθεί στο χώρο, να προσανατολιστεί, να δει τις αποστάσεις των τραπεζιών, τις παρέες, το κλίμα μέσα στην ταβέρνα. Μπορεί επίσης να νιώσει στα σωθικά του το ρυθμό του χορού που ο Λοχίας, κόντρα σ' όλες τις συμβάσεις, τον απευθύνει προκλητικά στην Ευδοκία, που κάθεται σ' ένα τραπέζι μαζί με τον προστάτη της και άλλους τρεις φίλους του. Ολοι οι άντρες του τραπεζιού είναι έτοιμοι να αντιδράσουν στην προσβολή, που γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από το γεγονός πως η Ευδοκία, αγνοώντας τους, συμμετέχει στο χορό του Λοχία χτυπώντας παλαμάκια. Η ερωτική έλξη είναι φανερή.

Αγνοούν όλες τις συμβάσεις, κάθε δέσμευση, και μετέχουν στο ερωτικό ζεϊμπέκικο. Σαν να μην αντέχει την ένταση της ερωτικής επιθυμίας που την πλημμυρίζει, η Ευδοκία λέει το περίφημο «Παναγιά μου… Παναγιά μου», έκπληκτη γι' αυτό που της συμβαίνει, αλλά και στην επίκληση βοήθειας για το κακό που διαισθάνεται πως θα ακολουθήσει. Ο τρόπος που χορεύεται από τον Λοχία το ζεϊμπέκικο αποκαλύπτει και την άποψη του Δαμιανού γι' αυτό το χορό. Είναι χορός - ερωτικό κάλεσμα και ταυτοχρόνως χορός πολεμικός, επιθετικός προς όποιον τολμήσει να σταματήσει, να εμποδίσει την ερωτική ένωση. Οι μισές κινήσεις είναι πατήματα γερά στο έδαφος σαν να δίνει σήμα ο χορευτής στον Αδη, στους νεκρούς, πως αυτός συνεχίζει την πορεία της ζωής, την αρχετυπική ένωση με το θηλυκό. Οι άλλες μισές κινήσεις είναι άγριο τίναγμα του κεφαλιού ψηλά και βλέμμα που καρφώνει τον αντίπαλο, αποφασισμένο για όλα».

Ο γάμος και η επιστροφή στο σπίτι με ταξί

«Ερημος γάμος. Τώρα δεν υπάρχουν καλεσμένοι, ούτε καν η μάνα της Ευδοκίας. Κουμπάρα η Μαρία που φαίνεται ξεμέθυστη και καλοντυμένη. Κρατάει αναμμένη λαμπάδα κι έχει στην αγκαλιά της κίτρινα χρυσάνθεμα. Ο Γιώργος ο Λοχίας είναι βυθισμένος μέσα του. Η Ευδοκία και πάλι πανέμορφη και παρθενική (…) Το πλάνο της εξόδου που κατεβαίνουν τα σκαλιά της εκκλησίας είναι τραβηγμένο με τηλεφακό, που κάνει την εικόνα ελαφριά, χάρτινη. Μπαίνουν σ' ένα αρχαίο ταξί που μοιάζει με μυθικό όχημα. (…) Η πορεία του ζευγαριού με το ταξί είναι από τις αγαπημένες μου σκηνές. Αριστουργηματικές εικόνες χωρίς καμία λέξη. Σχεδόν εντελώς βουβά πλάνα, με κάτι σαν ίσο μακρινό να τα συνοδεύει, δημιουργώντας αίσθηση τελετουργική. Στην αρχή είναι ανέκφραστοι σαν να είναι ακόμα μέσα στην εκκλησία, σαν ο γάμος να συνεχίζεται. Ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς ο οπερατέρ Χρήστος Μάγκος κατάφερε με ανύπαρκτα μέσα να συλλάβει τόσο εξαίσιες εικόνες. Το μεγάλης διάρκειας γκρο πλαν της Ευδοκίας δίνει ουσία και περιεχόμενο στη γαμήλια τελετή κάθε ερωτευμένου κοριτσιού. Τι ήσυχος ρυμός, τι ευγενικές εικόνες, τι ωραίο φως που τους χτυπάει ξυστά απ' τα παράθυρα, τι ωραία σιωπή!».

Το τελευταίο δείπνο

«Τώρα τελειώσαμε την εικόνα που είναι ο κορμός του έργου και από αύριο πρέπει να φτιάξουμε τα κλαριά, τα φύλλα, τα λουλούδια, τους καρπούς και το αεράκι που φυσάει ανάμεσά τους. Ολα αυτά είναι ο ήχος της ταινίας μας». Αυτά έλεγε ο Αλέξης σε ένα ταβερνάκι που καθίσαμε όλοι μετά το γύρισμα και του τελευταίου πλάνου. Ημασταν ευτυχισμένοι και κατάκοποι. Ο Δαμιανός άρχισε να ψάλλει το τροπάριο που έγινε και το βασικό μοτίβο της ταινίας: «Αι χείρες σου εποίησάν με και έπλασάν με…». Το έλεγε σαν προσευχή. Αμέσως μετά τραγούδησε ρεμπέτικα τραγούδια, ανάμεσα στα οποία και το «Οποιος δεν εφουμάρισε τη μαύρη με καλάμι…». «Και αυτό σαν ψαλμωδία είναι», είπε, «εξίσου αποκαλυπτικό!». Ο τρόπος που τραγουδούσε ή έψελνε ήταν κατά κάποιο τρόπο και ένα είδος ερμηνείας του τραγουδιού. Συνήθως τους εκκλησιαστικούς ύμνους δεν τους έλεγε όπως τους ακούμε στην εκκλησία. Το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και το «Ω παίδες, ευλογείτε, ιερείς, ανυμνείτε…», τα έψελνε δοξαστικά, γεμάτα ζωή. Σαν να άκουγες τα χάλκινα να τρυπάνε τα σύννεφα. Αυτός ο τρόπος πέρασε και στη μουσική υπόκρουση της ταινίας. Ο Λοΐζος ενορχήστρωνε με παραλλαγές τα μοτίβα που ο πατέρας του Δαμιανού έμαθε στο γιο του από την παιδική ηλικία. (…)Συναντήθηκαν τα ρεμπέτικα με τους ύμνους σαν να είναι οι δυο όψεις του ίδιου πνευματικού και βιωματικού ψυχισμού. Και οι δυο μουσικές παραδόσεις συνυπήρξαν αβίαστα για να συνοδεύσουν τα σύγχρονα πάθη. Δεκάδες τραγούδια ακούστηκαν από τον Δαμιανό στο γύρισμα της ταινίας. Στα διαλείμματα, στις πρόβες, μετά το φαγητό, στις μετακινήσεις μας. Σίγουρα κάτι από το ήθος των τραγουδιών του τρύπωσε αθέατα ή φανερά μέσα στην ταινία. Η προφορική παράδοση του τραγουδιού έπαιξε το ρόλο της στη γραφή του φιλμικού κειμένου της Ευδοκίας».

Έντυπη