ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο

Της Χαριτινης Διπλα - Καθηγήτριας Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Στον πρόσφατο δημόσιο διάλογο για τη δικαστική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών (της Χάγης), θα ήθελα να συνεισφέρω με τις ακόλουθες σκέψεις.

Δύο είναι οι κεντρικοί άξονες γύρω από τους οποίους πρέπει να κινηθεί ο προβληματισμός της ελληνικής πλευράς. Ο πρώτος αναφέρεται σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την επιλογή των διαφορών που θα έπρεπε να αχθούν στο Δικαστήριο, με τον τρόπο της υπαγωγής τους σ' αυτό (συνυποσχετικό ή μονομερής προσφυγή), τέλος με την επιλογή του κατάλληλου οργάνου επίλυσης (Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ή άλλο forum). Ο δεύτερος επικεντρώνεται σε ζητήματα ουσίας.

Είναι κοινός τόπος ότι κάθε δίκη εγκυμονεί κινδύνους και κανένας διάδικος δεν μπορεί να είναι εκ των προτέρων βέβαιος ότι θα κερδίσει ή ότι θα δικαιωθεί σε όλη την έκταση των απαιτήσεών του. Η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο δεν αποτελεί εξαίρεση, μολονότι θα πρέπει να εξαρθεί ο υποχρεωτικός και οριστικός χαρακτήρας των αποφάσεων του Δικαστηρίου, που το διαφοροποιεί από τις πολιτικές μεθόδους επίλυσης των διαφορών.

Ως γνωστόν, η Ελλάδα έχει αποδεχτεί την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου με μονομερή δήλωση που υπέβαλε το 1994, έναντι κάθε άλλου κράτους που έχει αναλάβει την ίδια υποχρέωση, για όλες τις νομικές διαφορές, με εξαίρεση τις διαφορές που έχουν σχέση με τη λήψη από την Ελλάδα στρατιωτικών μέτρων αμυντικού χαρακτήρα για λόγους εθνικής αμύνης. Η διατύπωση αυτή παραπέμπει στη στρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Από την πλευρά της η Τουρκία δεν έχει αποδεχτεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Επί του παρόντος, δεν υπάρχει διεθνής σύμβαση που να θεμελιώνει δικαιοδοτικό σύνδεσμο μεταξύ των δύο κρατών. Επομένως, με τα σημερινά δεδομένα, τα δύο κράτη θα έπρεπε να προχωρήσουν στη σύναψη συνυποσχετικού. Βέβαια, ένα (απίθανο) σενάριο είναι ότι θα μπορούσε η Τουρκία να υποβάλει δήλωση αποδοχής της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και να προσφύγει αμέσως μετά μονομερώς κατά της Ελλάδος για όλα τα ζητήματα, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην ελληνική επιφύλαξη (διαφορές σχετικά με στρατιωτικά μέτρα για λόγους εθνικής αμύνης).

Πάγια θέση των ελληνικών κυβερνήσεων είναι ότι η μόνη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στα δύο κράτη είναι αυτή για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Διαφορές υφίστανται ωστόσο τόσο για το εύρος των χωρικών υδάτων, του εθνικού εναερίου χώρου, για την στρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, όπως επίσης και για την έκταση του ελληνικού FIR. Για όλα αυτά τα ζητήματα, οι θέσεις των δύο μερών είναι αντίθετες. Και τα δύο διεκδικούν δικαιώματα και αρμοδιότητες πάνω στις ίδιες ζώνες ή αμφισβητούν αμοιβαία δικαιώματα και αρμοδιότητες του άλλου μέρους επικαλούμενα το διεθνές δίκαιο, πρόκειται επομένως για νομικές διαφορές. Εάν θέλουμε να είμαστε συνεπείς με την παραπάνω λογική, νομική διαφορά αποτελεί επίσης και η τουρκική διεκδίκηση που αναφέρεται στις «γκρίζες ζώνες», εφόσον πάνω σε νησιωτικό έδαφος που η Ελλάδα θεωρεί ότι της ανήκει (νησίδες και βραχονησίδες), η Τουρκία αρνείται να αναγνωρίσει την ελληνική κυριαρχία και η Ελλάδα απορρίπτει αυτές τις διεκδικήσεις. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι οι παροτρύνσεις που εμπεριέχονται στα Συμπεράσματα του Ελσίνκι του 1999, όπως είναι φυσικό για ένα πολιτικό κείμενο, αναφέρονται με γενικό τρόπο σε κάθε συνοριακή εκκρεμή διαφορά και άλλα συναφή θέματα.

Η διαφορά για την υφαλοκρηπίδα και τα χωρικά ύδατα μπορεί βέβαια να αχθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Στην περίπτωση αυτή, τα δύο κράτη θα πρέπει να κινηθούν σε αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο και να συνάψουν συνυποσχετικό, στη διατύπωση του οποίου οφείλει να προχωρήσει πολύ προσεκτικά η ελληνική πλευρά. Κεντρικό ζήτημα που θα πρέπει να διευκρινιστεί εξαρχής είναι ο περιορισμός της έκτασης της υπό οριοθέτηση περιοχής του βυθού, η οποία δεν πρέπει να περιλαμβάνει ευρύτερες περιοχές του Αιγαίου.

Για την υφαλοκρηπίδα, η νομολογία του Δικαστηρίου, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε το 1978, όταν το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του για την αρμοδιότητα στην ελληνοτουρκική διαφορά για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, είναι σήμερα πολύ ευνοϊκότερη για τις ελληνικές θέσεις. Ενώ στις πρώιμες υποθέσεις οριοθέτησης, οι δικαστές της Χάγης είχαν αποστρέψει το πρόσωπό τους από τη μέση γραμμή και εισαγάγει στο νομικό στερέωμα την έννοια των δίκαιων αρχών (ευθυδικία), στις πρόσφατες υποθέσεις επανήλθαν στην ασφάλεια του δικαίου που εξασφαλίζει η αρχή της μέσης γραμμής /ίσης απόστασης, ενώ παράλληλα αναγνώρισαν στα νησιά πλήρη τίτλο σε υφαλοκρηπίδα, καθώς επίσης και επαρκή έως πλήρη επήρεια κατά τη διαδικασία της οριοθέτησης.

Σε σχέση με το ζήτημα του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης, το δικαίωμα επέκτασης έως τα 12 ν. μίλια θεμελιώνεται τόσο στο συμβατικό δίκαιο, από το οποίο όμως δεν δεσμεύεται η Τουρκία (ως μη συμβαλλόμενο κράτος στη Σύμβαση του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας), όσο και στο εθιμικό δίκαιο με ταυτόσημο περιεχόμενο. Επί πλέον, εάν το ζήτημα της επέκτασης ελύετο δικαστικώς (έστω και μερικώς) υπέρ της Ελλάδας, θα επιτυγχάνετο αφενός η εναρμόνιση του εύρους μεταξύ εθνικού εναέριου χώρου και υδάτων στην αιγιαλίτιδα ζώνη, αφετέρου θα απλοποιείτο κατά πολύ και το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.

Σημειωτέον ότι για την επίλυση της διαφοράς που αναφέρεται στην αμφισβήτηση από την Τουρκία των ορίων του ελληνικού FIR θα μπορούσε να γίνει χρήση του θεσμικού πλαισίου του αρμόδιου διεθνή οργανισμού, δηλαδή της Διεθνούς Οργάνωσης Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO). Ας σημειωθεί ότι η προβλεπόμενη διαδικασία δίδει σε πρώτο βαθμό αρμοδιότητα στο Συμβούλιο του ICAO και σε δεύτερο βαθμό σε ειδικό διαιτητικό δικαστήριο ή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τις διαφορές περί την εφαρμογή ή ερμηνεία της Σύμβασης του Σικάγου του 1944 για την Πολιτική Αεροπορία (άρθρ. 84 επ. της Σύμβασης).

Η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε αόριστο αριθμό νησίδων και βραχονησίδων («γκρίζες ζώνες») είναι η τελευταία απόπειρα από τουρκικής πλευράς αναμόχλευσης του νομικού καθεστώτος του Αιγαίου Πελάγους. Είναι η μόνη διεκδίκηση επί ελληνικού εδάφους, σε αντίθεση με τις προηγούμενες διαφορές που αφορούν σε θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας, πάνω στις οποίες η Ελλάδα ασκεί ορισμένες μόνον αρμοδιότητες. Παρότι θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι και η διαφορά αυτή εμπίπτει στην κατηγορία των νομικών διαφορών, το αντικείμενό της, λόγω των γενικών και αόριστων τουρκικών διεκδικήσεων, δεν προσφέρεται για υπαγωγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία έχουν εκφραστεί συγκεκριμένες διεκδικήσεις. Ας θυμηθούμε ότι μετά την κρίση των Ιμίων, η ελληνική πολιτική ηγεσία είχε επανειλημμένως καλέσει την Τουρκία να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο εάν αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία πάνω στις συγκεκριμένες βραχονησίδες. Το Δικαστήριο και άλλα δικαιοδοτικά όργανα έχουν ασχοληθεί στο παρελθόν με υποθέσεις στις οποίες υπήρχε αμφισβήτηση κυριαρχίας πάνω σε νησιά. Σε ορισμένες μάλιστα από τις υποθέσεις αυτές, το ζήτημα της κυριαρχίας ήταν πρόκριμα για το δεύτερο στάδιο της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών. Και εδώ οι ελληνικές θέσεις είναι στέρεα θεμελιωμένες στις διατάξεις διεθνών συμβάσεων.

Η δυσκολία είναι ότι για να γίνουν όλα τα παραπάνω πρέπει και τα δύο κράτη να συμφωνήσουν για τις διαφορές που θα υπαγάγουν στο Δικαστήριο. Η πιθανότητα να δεχτεί η Τουρκία να πάει στη Χάγη μόνο για την υφαλοκρηπίδα, όπως έως τώρα έχει υποστηριχτεί από την ελληνική πλευρά, είναι μηδαμινή. Θυμίζω ότι η ελληνική μονομερής προσφυγή το 1976 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω έλλειψης αρμοδιότητας, ακριβώς επειδή η Τουρκία δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή της για την επίλυσή της.

Τίθεται σήμερα ένα θεμελιώδες ερώτημα: Είναι η Ελλάδα έτοιμη να προτείνει μια συμφωνία για παραπομπή όλων των διαφορών στο Δικαστήριο; Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να επιδιώξει συνεννόηση με τη γείτονα, ώστε από κοινού να υπαγάγουν τη διαφορά περί την κυριαρχία πάνω σε συγκεκριμένα νησιά και όχι αορίστως σε νησίδες ή βραχονησίδες που ορίζονται ως «γκρίζες ζώνες» (όπως διατείνεται η Τουρκία) και στη συνέχεια να τεθεί το ζήτημα των χωρικών υδάτων και της υφαλοκρηπίδας (όπως έχει προτείνει η Ελλάδα). Εάν τα δύο κράτη επιτύγχαναν μια τέτοια συνολική διευθέτηση και την οριστική επίλυση αυτών των διαφορών, αυτό θα είχε κατευναστικό αποτέλεσμα και στα ζητήματα του εναέριου χώρου και της στρατιωτικοποίησης των νησιών, οπότε δεν θα γινόταν πλέον λόγος για υπαγωγή του θέματος αυτού στο Δικαστήριο της Χάγης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ