ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο σκληρός κόσμος της Χιτόμι Κανεχάρα

Της Τιτικας Δημητρουλια

Χιτόμι Κανεχάρα

Η γλώσσα του φιδιού

μετ. Γιάννης Σπανδωνής

εκδ. Ωκεανίδα

Η Χιτόμι Κανεχάρα είναι μια από τις νεότερες Γιαπωνέζες πεζογράφους που απεικονίζουν ποικιλοτρόπως τον διαμελισμό του κοινωνικού ιστού και τον θρυμματισμό της προσωπικότητας στις σύγχρονες συνθήκες κρίσης. Διαφορετικές μεταξύ τους, μεγαλύτερες οι Μπανάνα Γιασιμότο, Μαρί Ακασάκα, Αμι Σακουράι, πολύ νέες οι Κανεχάρα και Ρίζα Γουατάγια, που μοιράστηκαν το 2003 το λογοτεχνικό βραβείο Ακουταγκάβα, το μοναδικό βραβείο με αντίκτυπο στις πωλήσεις («Η γλώσσα του φιδιού» έχει πουλήσει, σύμφωνα με τον εκδότη της 2.000.000 αντίτυπα), εστιάζουν όλες στον αποπροσανατολισμό των νέων, κυρίως γυναικών, στην απώλεια των σταθερών και του κέντρου βάρους της ύπαρξης, στο κενό που το γεμίζει μόνο η κατανάλωση και το σεξ.

Ο Ριου Μουρακάμι, που είχε σκανδαλίσει και αυτός την Ιαπωνία το 1976 με το «Σχεδόν διάφανο γαλάζιο», κριτής στο Ακουταγκάβα, εξηγεί ότι «την εποχή του εκσυγχρονισμού της χώρας, και έπειτα στην περίοδο της οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, υπήρχαν πάντα κινήματα αμφισβήτησης. Σήμερα, όμως, με την οικονομική κρίση και την εξασθένηση της πολιτικής εξουσίας, η συλλογική αμφισβήτηση δεν έχει πια θέση». Ούτε και η ατομική, όπως φαίνεται, καθώς τα πρόσωπα στη «Γλώσσα του φιδιού» μοιάζουν να αποτελούν απλό περίγραμμα, αδειασμένο απ' όλα όσα παραδοσιακά θεωρούμε ζωή και ύπαρξη, ένα λεπτό κέλυφος που συγκρατεί τα απαραίτητα της επιβίωσης και μόνο. Οιονεί υπνοβάτες σε παιχνίδι εξ αρχής χαμένο, οι ήρωες, παιδιά σχεδόν, ταλαντεύονται ανάμεσα στη θολή ανάμνηση μιας σταθερότητας που επιδιώκουν ασύνειδα να αναδημιουργήσουν και στην επαναληπτική απόρριψη κάθε σύμβασης, με τίμημα μια διαρκή απώλεια.

Διχαλωτή ζωή

Είκοσι τριών ετών σήμερα, η Κανεχάρα σταμάτησε το σχολείο στα έντεκά της και στην εφηβεία της έφυγε από το πατρικό της και άρχισε να γράφει. Η ιστορία της αφηγείται τη ζωή ενός λεπτεπίλεπτου κοριτσιού στυλ Μπάρμπι, της Λούι, από το Λουί Βουιτόν, που περιφέρεται στο Τόκιο. Τα φτιάχνει με έναν κοκκινομάλλη πανκ, τον Αμα, από το Αμαντέους, που έχει κάνει με πίρσινγκ τη γλώσσα του διχαλωτή και αποφασίζει να αποκτήσει κι αυτή διχαλωτή γλώσσα. Ετσι γνωρίζει έναν δεύτερο άντρα, τον Σίμπα, ειδικό στο πίρσινγκ και τα τατουάζ, που θα ασχοληθεί με την «τροποποίηση του σώματός» της. Στον περιορισμένο χρόνο της αφήγησης και τις λιγοστές σελίδες του κειμένου, χωράνε τα πάντα: ο έρωτας και η κτητικότητα, η ζήλια και η ελευθεριότητα, η έλλειψη επαφής, η αγριότητα και η σκληρότητα, ο σαδισμός, δύο αποτρόπαιοι φόνοι. Στριμώχνονται όλα εύκολα, ίσως επειδή τίποτα δεν έχει βάθος και υπόσταση. Οι πράξεις και τα αισθήματα είναι, λες, στον αφρό, σχεδόν ετεροκαθορίζονται, υπακούουν σ' έναν προ-λογικό αυτοματισμό. Ολοι και όλα κολυμπούν σε μια πηχτή μοναξιά. Η υποκειμενικότητα συγκροτείται περιστασιακά και εκ του προχείρου. Η βία δεν έχει όρια και ασκείται με φυσικότητα.

Σε κλίμα άγριου μάνγκα, το κείμενο της Κανεχάρα περιγράφει την τροποποίηση/παραμόρφωση των σωμάτων και των ψυχών με εξαιρετική απλότητα. Ο ερωτισμός δεν έχει ίχνος αισθησιασμού και ο σαδομαζοχισμός σκοτεινιάζει διαρκώς απειλητικά το τοπίο. Ο πόνος μοιάζει να αποτελεί την ύστατη διέξοδο, τον έσχατο τρόπο με τον οποίο οι ήρωες επιβεβαιώνουν πως είναι ζωντανοί, μιας και τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου είναι συγκεχυμένα. Ολα είναι απλά και αυτονόητα. Και μαζί σκληρά όσο δεν παίρνει. Αυτή η διάσταση της αλλοτρίωσης και της βίας εξηγεί ίσως την τεράστια επιτυχία της νέας αυτής ιαπωνικής πεζογραφίας στον δυτικό κόσμο, και ειδικά στη γενιά που έχει μεγαλώσει με τα μάνγκα και τα νιντέντο. Είναι το είδωλο ενός κόσμου γνωστού και οικείου, που διατηρεί ωστόσο κάτι εξωτικό, όπως ακριβώς και τα αντίστοιχα έργα από την Κίνα, λόγου χάρη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει και μια άλλη πλευρά, την οποία θα είχε πολύ ενδιαφέρον να γνωρίσουμε. Οπως και να έχει, η «Γλώσσα του φιδιού» είναι ένα μυθιστόρημα που αξίζει κανείς να το διαβάσει, όχι μόνο για λόγους κοινωνιολογικούς, αλλά και για τη μαστοριά με την οποία η νεότατη συγγραφέας στυλιζάρει την εξεικόνιση του κενού.

Έντυπη