ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα τρία χρόνια της δημοσιονομικής επιτήρησης

Του Δ. Γ. Παπαδοκωστοπουλου

Τρία ακριβώς χρόνια επιτήρησης και συνεχών ελέγχων της οικονομίας τελειώνουν (εκτός απροόπτου) οριστικά την επόμενη Δευτέρα 7 Μαΐου. Την ημέρα εκείνη οι υπηρεσίες του επιτρόπου Χοακίν Αλμούνια θα υποβάλουν στους υπουργούς Οικονομικών θετική εισήγηση για έξοδο της Ελλάδας από το καθεστώς της επιτήρησης.

Της επιτήρησης προηγήθηκε η απογραφή των δημοσίων οικονομικών που έκανε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μετά την 7η Μαρτίου 2004.

Η απογραφή ανέδειξε γκρίζες περιοχές και εκτεταμένη παραποίηση των στοιχείων, που λειτουργούσε στρεβλωτικά γι' αυτούς που ελάμβαναν αποφάσεις.

Αποκορύφωμα της περίεργης κατάστασης ήταν η περίφημη «Χάρτα Σημίτη» 2004 - 2008, που παρουσιάστηκε το φθινόπωρο του 2003.

Κυριαρχούσαν τα στομφώδη επίθετα, που υπόσχονταν αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 5%, μείωση του χρέους στο 85%, διεύρυνση του κοινωνικού κράτους, μείωση των στρατιωτικών δαπανών στο 3% του ΑΕΠ, αλλά και πολλά που ήθελε να ακούσει το εκλογικό σώμα.

Ωστόσο, το 2003, το τελευταίο άρτιο έτος διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, ενώ εμφανίστηκε αρχικά έλλειμμα στον προϋπολογισμό 1,7%, τελικά κατέληξε (κατά την Eurostat) στο 6,2%. Για το 2004, οι αρχικοί σχεδιασμοί της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ εμφάνιζαν έλλειμμα 1,2%, που εκτινάχθηκε στο 7,9% συμπεριλαμβάνοντας και τις ολυμπιακές δαπάνες.

Κριτική πολύ έχει γίνει για την αξία της απογραφής, καθώς παρουσιάστηκε ως πολιτικό ενεργούμενο της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, προκειμένου να σπιλώσει τη φήμη των προκατόχων της. Η σκέψη αυτή σίγουρα διαπέρασε πολλούς κυβερνητικούς... παλαιάς κοπής. Ταυτόχρονα, δεν έλειψαν και επεισόδια μεσούσης της απογραφής, όπου ο Γιώργος Αλογοσκούφης στο εξωτερικό εμφανιζόταν να ακολουθεί πλειστάκις τακτικές υποστηρικτικές της προηγούμενης κυβέρνησης, Σχήμα οξύμωρο, αλλά, όπως μαρτυρούσε ο ίδιος, για τους ξένους τα πράγματα ήταν άσπρο-μαύρο. Δύσκολο να πεισθούν ότι ήταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που παραποιούσε τα στοιχεία, την οποία ταύτιζαν με την Ελλάδα.

Ηταν φορές που ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών ισορροπούσε σε τεντωμένο σκοινί και βέβαια ουδείς εκτός του πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή υποστήριζε την απογραφή. Μάλιστα, όταν τα πράγματα άρχιζαν στις Βρυξέλλες να ζορίζουν, οι περισσότεροι υπουργοί (όπως και τώρα με τα ομόλογα) εξαφανίστηκαν, ασκούμενοι και αρκούμενοι σε ασφαλείς βολές, μέσω ανώνυμων δηλώσεων προβληματισμού σε αντιπολιτευτικά ΜΜΕ.

Οι 13 σταθμοί

Στις 7 Μαΐου 2004 η Eurostat σε ανακοίνωσή της γνωστοποίησε ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης για το 2003 ανήλθε στο 3,2% του ΑΕΠ αντί για 1,7% που είχε δηλωθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση στις αρχές Μαρτίου.

Στις 19 Μαΐου 2004 ξεκίνησε η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος με τη δημοσιοποίηση έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, βάσει του άρθρου 104(3). Εκανε αναφορά σε μεγάλες δημοσιονομικές ανισορροπίες, σε μη ικανοποιητική ποιότητα των στατιστικών στοιχείων και εκτιμάτο ότι το έλλειμμα θα παρέμενε πάνω του 3% και το 2004. Η υπέρβαση του 3% αποδίδονταν σε υποεκτίμηση των αμυντικών δαπανών και σε μη αξιόπιστα στοιχεία για τα πλεονάσματα των ασφαλιστικών φορέων.

Στις 5 Ιουλίου 2004 το ΕΚΟΦΙΝ υιοθέτησε την πρόταση της Κομισιόν για ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος και προχώρησε σε σύσταση προς την Ελλάδα βάσει των άρθρων 104(6) και 104(7), όπου προτείνονταν η λήψη μέτρων εντός τετραμήνου. Οι εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2004 εκτιμούσαν ότι το έλλειμμα του 2004 θα ήταν 3,2% και 2,8% για το 2005.

Στις 16 Νοεμβρίου 2004 στο Συμβούλιο Υπουργών εμφανίστηκε έκθεση της Eurostat για το χρέος και το έλλειμμα την περίοδο από το 1997-2003. Εδειχνε ότι τα ελλείμματα υπερέβαιναν το όριο του 3%.

Στις 18 Ιανουαρίου 2005 το ΕΚΟΦΙΝ εξέτασε τα μέτρα που ελήφθησαν από την Ελλάδα. Εκρινε ότι η Ελλάδα δεν συμμορφώθηκε με τις συστάσεις του άρθρου 104(7) που της απευθύνθηκαν στις 5 Ιουλίου 2004.

Στις 17 Φεβρουαρίου 2005 το Συμβούλιο υιοθέτησε απόφαση βάσει του άρθρου 104(9) της Συνθήκης και συστήνονταν μέτρα για την αντιμετώπιση του υπερβολικού ελλείμματος. Παράλληλα έκανε διετή (2005 - 2006) την προθεσμία για μείωση του ελλείμματος, Η πορεία απαιτούσε πιστή εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2005 και λήψη μέτρων προσαρμογής μόνιμου χαρακτήρα το 2006 της τάξης των 0,6 του ΑΕΠ.

Στις 6 Απριλίου 2005 η Επιτροπή δημοσιοποίησε την αξιολόγησή της για το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας 2004-7 και διαπίστωσε συμμόρφωση με τη σύσταση του προηγούμενου Φεβρουαρίου. Συμπέρανε ότι δεν χρειάζονται άλλα βήματα και ανέμενε την επόμενη αξιολόγηση του Οκτωβρίου 2005.

Στις 12 Απριλίου 2005 το Συμβούλιο υιοθέτησε τη γνώμη της Επιτροπής, διαπιστώνοντας ότι η Ελλάδα υπέβαλε στις 21 Μαρτίου 2005 ένα αναθεωρημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης για την περίοδο 2004-2007, το οποίο παρουσίαζε σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή.

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2005, η Eurostat σε ανακοίνωσή της για τα δημοσιονομικά των χωρών-μελών δημοσιοποίησε ότι το έλλειμμα της Ελλάδας ήταν τελικά 5,7% του ΑΕΠ για το 2003 και 6,6% για το 2004. Σημείωνε ακόμα κάποιες εκκρεμότητες σχετικά με τις εισπράξεις από την Ε.Ε. και τους λογαριασμούς των ασφαλιστικών οργανισμών.

Στις 22 Φεβρουαρίου 2006 η Επιτροπή αξιολογώντας το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας 2005-8, αναγνώριζε τη δημοσιονομική προσαρμογή που έγινε και πρότεινε πιστή τήρηση του προϋπολογισμού του 2006.

Στις 23 Οκτωβρίου 2006 η Eurostat αναγνωρίζει για πρώτη φορά, χωρίς υποσημειώσεις και αστερίσκους, όλα τα ελληνικά δημοσιονομικά στοιχεία, αίροντας όλες τις προηγούμενες αμφιβολίες της.

Στις 27 Φεβρουαρίου 2007 το Συμβούλιο Υπουργών αξιολόγησε θετικά το επικαιροποιημένο ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2006-9 και αναγνώρισε τη μεγάλη πρόοδο που έχει σημειωθεί από την ελληνική κυβέρνηση.

Στις 23 Απριλίου 2007 στην ανακοίνωση της Eurostat για τα δημοσιονομικά στοιχεία, αναγνωρίζεται ότι το έλλειμμα για πρώτη φορά από την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ διαμορφώθηκε το 2006 κάτω από το όριο του 3%, και συγκεκριμένα στο 2,6% του ΑΕΠ.

Αν δεν γινόνταν απογραφή

Δύσκολο να πει κανείς τι θα ακολουθούσε αν δεν γινόταν απογραφή στα δημόσια οικονομικά, καθώς η ερώτηση είναι αντίστοιχη του «πώς θα ήταν ο κόσμος σήμερα αν η Γερμανία κέρδιζε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Αν δεν γινόταν η απογραφή, ο κ. Αλογοσκούφης, θα βρισκόταν σε θέση κατηγορούμενου, απολογούμενος για το χάος που παρέλαβε και βέβαια δεν θα μπορούσε να μεταβάλει. Ο κ. Αλογοσκούφης θα εγκλωβιζόταν σε αδιέξοδο και μαζί του η κυβέρνηση, που είτε θα επέλεγε να σταθεί με δεκανίκια τα ΜΜΕ, είτε θα έπεφτε άδοξα όπως το 1993. Μπορούμε πάντως να δούμε τι συνέβη στον χώρο των ασφαλιστικών Ταμείων, όπου και εκεί είχε προαναγγελθεί απογραφή, η οποία ουδέποτε έγινε. Οι συναλλασσόμενες με τα Ταμεία χρηματιστηριακές εταιρείες δεν προέκυψαν ξαφνικά τον Μάρτιο του 2004, υπήρχαν εκεί ως θηρευτές από νωρίτερα. Και, το κυριότερο, από νωρίτερα υπήρχε η ίδια θολή ατμόσφαιρα με τα αμφίσημα πρόσωπα και τις υπερκομματικές παρέες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ