ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η πολλή εξυπνάδα στη λογοτεχνία βλάπτει

Συνεντευξη στην Ολγα Σελλα

Στο γραφείο του Μένη Κουμανταρέα δεν κυριαρχούν τα βιβλία, αλλά οι πίνακες ζωγραφικής. Σε μερικούς αναγνωρίζονται τα εξώφυλλα κάποιων από τα δεκαέξι βιβλία του -μυθιστορήματα, νουβέλες διηγήματα- τη συγκομιδή της πολύχρονης παρουσίας του στη νεοελληνική πεζογραφία. Σ' ένα ράφι στέκεται, χωρίς κορνίζα, το εξώφυλλο του πρώτου του βιβλίου, «Τα μηχανάκια», διά χειρός του σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου. Σαράντα πέντε χρόνια μετά κοσμεί και πάλι την επανέκδοση του βιβλίου με το οποίο εμφανίστηκε στα γράμματα ο Μένης Κουμανταρέας.

Από το μπαλκόνι του ο Μένης Κουμανταρέας βλέπει τη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης και τη Φωκίωνος Νέγρη. Ο ίδιος όμως προτιμά πάντα την πλατεία Βικτωρίας, εκεί όπου έζησε τα παιδικά και τα νεανικά του χρόνια. Αυτές και άλλες γωνιές της πρωτεύουσας (το Γκάζι, το Μεταξουργείο, του Ψυρρή, η Ομόνοια, η Πατησίων) επιλέγει για τόπο δράσης των ηρώων του. Στους αθηναϊκούς δρόμους έχουν κινηθεί οι ήρωες στην «Κυρία Κούλα», τη «Γυναίκα που πετάει», το «Κουρείο», τη «Βιοτεχνία υαλικών», τη «Φανέλα με το 9» που έκανε και κινηματογραφική καριέρα. Στην πλατεία Βικτωρίας έπαιζαν φλιπεράκια -«μηχανάκια»- οι ήρωες του ομώνυμου πρώτου του βιβλίου. Σε αυτήν τη διαδρομή ο Μένης Κουμανταρέας έχει πιστούς αναγνώστες, τα βιβλία του -ακόμα και τα «δυσπώλητα» διηγήματα- κάνουν πολλές εκδόσεις, η κριτική πάντα στέκεται. Γιατί στις σελίδες των βιβλίων του συναντάει ανθρώπους διπλανούς, χαμηλόφωνους, τους μικροαστούς που όλοι προσπερνάμε. Λίγες μέρες πριν από την εκδήλωση για τη συγγραφική του επέτειο, με τη σύντροφό του, κ. Λιλή, πάντα δίπλα του, ο Μένης Κουμανταρέας είχε διάθεση εξομολογητική, αλλά και μαχητική.

- Εχετε χαρακτηριστεί αθηναιογράφος συγγραφέας. Είναι πολύ ή λίγο για σας αυτός ο χαρακτηρισμός;

- Δεν είναι ούτε πολύ ούτε λίγο. Είναι ακριβής. Νομίζω ότι είναι μια δόξα για έναν άνθρωπο που ζει σε μια πόλη, να την ενστερνίζεται, να την περιγράφει, να τη δοξολογεί.

- «Τα μηχανάκια» αφορούσαν τους καταπιεσμένους νέους της εποχής. Αν ξαναγράφατε ένα βιβλίο με ήρωες τους νέους του 2007 τι θα βάζατε ως χαρακτηριστικό της καταπίεσής τους;

- Δύο πράγματα: την ανία που έχουν αυτά τα παιδιά, την πλήξη, την έλλειψη διεξόδου και δεύτερον τα ναρκωτικά. Είναι δύο σοβαροί λόγοι, που τυραννούν τη νεολαία σήμερα. Αλλά δεν είμαι εγώ αυτός που θα τα γράψει. Γιατί ανήκω σε μια άλλη γενιά και δεν είμαι ο πιο αρμόδιος. Βέβαια, στα βιβλία μου παρεπιμπτόντως μπορεί να γλιστρήσει κάποιος τέτοιος ήρωας. Ηδη στη «Γυναίκα που πετάει» έχω ήρωες μετανάστες, που είναι ένα σημερινό φαινόμενο και πάρα πολύ σοβαρό. Το κράτος δεν το αντιμετωπίζει με τη δέουσα μέθοδο, όπως αντιμετώπισε το γερμανικό κράτος τους δικούς μας μετανάστες, τους Τούρκους και τους Γιουγκοσλάβους. Εδώ δεν υπάρχει μια συνεκτική πολιτική απέναντί τους. Εδώ ο μετανάστης δεν ξέρει. Τα παιδιά που μεγαλώνουν εδώ σήμερα, τα Αλβανάκια, τα Βουλγαράκια, τα Ρουμανάκια..., πηγαίνουν σχολείο, μιλάνε υπέροχα ελληνικά, καμιά φορά καλύτερα από τη νεολαία των βορείων προστασίων. Είναι η πρώτη φορά που μας δίνεται ευκαιρία να μεγαλώσουμε τη γλώσσα μας, που μιλιέται από τόσους ξένους ανθρώπους. Δεν είναι ένα μεγάλο κέρδος αυτό; Σ' αυτά τα παιδιά πρέπει να δώσεις δικαιώματα, να τους κάνεις Ελληνες, να ψηφίζουν. Η ελληνολατρεία και ο ελληνοκεντρισμός ανήκουν στο ΛΑΟΣ Νομίζω ότι αυτό το κόμμα, με το οποίο ο Καραμανλής έχει βρει τον μπελά του, είναι κόμμα θνησιγενές. Παίρνω τον Λεπέν στη Γαλλία, που έχασε τη δύναμή του. Γιατί να μη τη χάσει και ο Καρατζαφέρης;

Κεραίες

- Εμπνέεστε όλα αυτά τα χρόνια από την πολιτική επικαιρότητα;

- Βέβαια. Ενας συγγραφέας πρέπει να έχει κεραίες, όχι απλώς μόνο το γεγονός το πολιτικό, αλλά το αντίκρισμα που έχει στο σύνολο. Κι όσο νωρίτερα το αντιλαμβάνεται αυτό, τόσο καλύτερα. Ακόμα κι όταν κάνει κάποιος ένα ιστορικό μυθιστόρημα, νομίζω ότι η παραλληλία που υπάρχει με το σήμερα ή η ματιά που δίνει κανείς στο παρελθόν φωτίζει την ιστορία με ένα φως πιο αληθινό, πιο βαθύ. Βέβαια, πρέπει να απομακρυνθεί κανείς από την επικαιρότητα. Δεν θα μπορούσα να γράψω σήμερα για το 2007.

- Μήπως καθηλώνει αυτή η ανία που είπατε πριν τους νεότερους συγγραφείς;

- Πιστεύω ότι το ταλέντο είναι πάνω από τις κοινωνικές συνθήκες, την αφασία, την ανία, τα ναρκωτικά. Ενα ισχυρό ταλέντο τα αποτυπώνει όλα αυτά και πάει και παραπέρα. Στενοχωριέμαι που δεν υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο όνομα στους μικρούς. Γιατί θέλω να έχουμε διαδόχους. Η λογοτεχνία είναι μια υπόθεση που κληρονομείται, που μεταλαμπαδεύεται. Το άλλο που παρατηρώ στους νεότερους -και με στενοχωρεί- είναι ότι δεν διαβάζουν αρκετά ελληνική λογοτεχνία. Ενα άλλο ελάττωμα είναι η υπεροψία. Για να είσαι υπερόπτης πρέπει να έχεις λιώσει πολλά παντελόνια στην καρέκλα. Καταλαβαίνω ότι θέλεις να σκοτώσεις τους γεννήτορές σου, καταλαβαίνω να σκέφτονται «ώς πότε αυτός ο Κουμανταρέας; Να κάτσει στη γωνιά του, να πεθάνει». Δεν με σοκάρει αυτό, είναι φυσικό, βιολογικό. Με σοκάρει όμως να επαίρονται για πράγματα που δεν έχουν κάνει ακόμα.

Μου ταιριάζει η νουβέλα

- Εχετε υπηρετήσει καλύτερα το διήγημα ή το μυθιστόρημα;

- Τη νουβέλα. Είναι η φόρμα που αισθάνομαι πιο άνετα. Στον βηματισμό που υπάρχει μέσα στη γραφή, στην πλοκή, στην ανέλιξη ενός βιβλίου, μου ταιριάζει αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μεγάλο διήγημα ή μικρό μυθιστόρημα.

- Η νουβέλα είναι ένα είδος μάλλον σε πτώση...

- Δεν νομίζω. Θα το έλεγα για το διήγημα αυτό. Υπάρχει ένας φόβος των εκδοτών για το διήγημα, όχι του αναγνωστικού κοινού. Κατ' αρχήν το διήγημα είναι αυτό που έχει αναδείξει την ελληνική λογοτεχνία. Διότι μέχρι πρότινος δεν είχαμε τα φόντα να γράψουμε ένα μυθιστόρημα, γιατί δεν είχαμε τους αιώνες που κουβαλούν οι Αγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι. Επομένως ήμασταν ανώριμοι για το μυθιστόρημα. Τώρα νομίζω ότι μπορούμε άνετα. «Η γυναίκα που πετάει» είχε μια σημαντική πορεία για συλλογή διηγημάτων. Βέβαια δεν είχε μακροπρόθεσμα την εκτίναξη που είχε «Η φανέλα με το 9» ή το «Δύο φορές Ελληνας». Αλλά ένα βιβλίο δεν είναι ό,τι πουλήσει τους πρώτους μήνες. Κρίνεται στον χρόνο. Βλέπω τώρα από τα βιβλία μου ποια κινούνται και ποια όχι. Κάνενα δεν είναι ακίνητο. Αλλά υπάρχουν μερικά βιβλία που είναι λίγο παραπονεμένα. Αυτό, πολλές φορές, με κάνει και σκέφτομαι: άραγε φταίω εγώ γι' αυτό ή είναι το κοινό που σου λέει «αυτό με ενδιαφέρει, εκείνο όχι». Αλλά δεν μ' ενδιαφέρει να κάνω αυτό τον απολογισμό, γιατί, δόξα τω Θεώ, γράφω ακόμα βιβλία. Κοιτάζω μπροστά όχι πίσω. Με μόνη διαφορά, μπορώ στο μέτρο που μου επιτρέπει η κρίση μου, να δω πού πέτυχα περισσότερο και πού λιγότερο. Νομίζω ότι δεν απέτυχα πουθενά.

- Πιστεύετε ότι έχετε διαδόχους στην ελληνική πεζογραφία;

- Μην περιμένεις να σου πω ονόματα. Γιατί έχω εκτεθεί, με την καλή έννοια, προτείνοντας βιβλία νεότερων συγγραφέων και τους έχω υποστηρίξει. Πολλοί από αυτούς με δικαίωσαν, άλλοι όχι. Αλλά αυτό είναι μέσα στο παιχνίδι. Οι νεότεροι συγγραφείς έχουν αναμφισβήτητο ταλέντο. Ακόμα -μιλάω για τους πολύ νεότερους- δεν έχει φανεί ο άνθρωπος με τις μεγάλες δυνατότητες. Είναι πολύ έξυπνα παιδιά, πιο έξυπνα από μας, αλλά η πολλή εξυπνάδα στη λογοτεχνία βλάπτει. Είναι απασχολημένα με τη δημόσια προβολή τους πάρα πολύ, περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται. Πάντως δεν έχει φανεί το αστέρι. Δεν έχει φανεί ένας Βασιλικός, ένας Βαλτινός, για να πω δύο ονόματα απ' τη γενιά μου.

- Ποιες στιγμές θυμάστε με χαρά και ποιες θα θέλατε να ξεχάσετε αυτά τα 45 χρόνια;

- Αυτό που θυμάμαι είναι οι φιλίες που έκανα στη ζωή μου και η γνωριμία μου με τη γυναίκα μου. Οι γονείς μου και ο αδελφός. Αυτές είναι οι μεγάλες χαρές στη ζωή μου. Παρότι με τον πατέρα μου είχα τρομερή κόντρα, κι αυτό φαίνεται στα «Μηχανάκια». Στις φιλίες θα έλεγε κανείς ότι ήμουνα τυχερός, αλλά δεν συμφωνώ, τις φιλίες τις προκαλεί κανείς, τις δημιουργεί. Δεν πέφτουν οι άνθρωποι απ' τον ουρανό. Τον Χατζιδάκι, τον Βογιατζή, τον Ξαρχάκο, τον Βούλγαρη, είναι δώρο Θεού το οποίο προκάλεσα. Το μεγάλο μου σχολείο ήταν το καφενείο «Βυζάντιο». Διότι εγώ δεν έχω τελειώσει πανεπιστήμιο. Είμαι αμόρφωτος, έχω μόνο χαρτί Γυμνασίου. Και μπορώ να πω ότι είμαι λίγο περήφανος γι' αυτό. Πειράζει;

Θα ήθελα να ξεχάσω όσες φορές φάνηκα κακός στη ζωή μου. Θα ήθελα να ξεχάσω την υπαλληλική μου ιδιότητα, που κράτησε ώς το 1980, οπότε πέθανε ο πατέρας μου. Σκέφτομαι, όμως, ότι αυτά τα χρόνια με έμαθαν να κοιτάζω τους ανθρώπους όχι αφ' υφηλού. Στάθηκα στον ίδιο χώρο με ανθρώπους που δούλευαν σκληρά, και υπήρξα κι εγώ ένας από αυτούς, και μ' έμαθαν την καθημερινή ζωή. Το υπαλληλίκι μ' απομάκρυνε από τα φιλολογικά σαλόνια. Οι νέοι συγγραφείς σήμερα είναι λίγο κακομαθημένοι μ' αυτό.

- Συγχωρείτε εύκολα;

- Πάρα πολύ. Μόλις θυμώσω, σε πέντε λεπτά μου περνάει.

- Γράφετε κάτι τώρα;

- Ναι. Είναι τρεις διαφορετικές νουβέλες, απόλυτα ντοκουμενταρισμένες, που συμβαίνουν στην Αθήνα. Η πρώτη είναι η συνάντηση ενός μεγάλου ποιητή μ' έναν μεγάλο μουσικό. Η δεύτερη είναι τρεις μέρες πριν απ' τον πόλεμο του '40 και η τρίτη είναι μέσα στα Δεκεμβριανά, η σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών.

«Τα Μηχανάκια» με έβγαλαν από το κουκούλι

- Εχετε αγαπημένα βιβλία;

-Ναι. «Τα Μηχανάκια», γιατί είναι το πρώτο μου βιβλίο και είναι αυτό που μ' έβγαλε από το κουκούλι μου και μ' έβαλε να ανοιχτώ στην περιπέτεια της γραφής.

- Πώς εκδόθηκαν «Τα Μηχανάκια»;

- Αυτός που με έσπρωξε και μου είπε ότι «αυτά είναι δημοσιεύσιμα και πολύ καλύτερα από άλλων» ήταν ο Βασίλης Βασιλικός. Μετά πήγα στον Μάνο τον Χατζιδάκι. «Α», μου λέει, «εντάξει, θα σε στείλω στον Φέξη», έναν εκδότη με κύρος την περίοδο εκείνη. Μου δίνει ένα σημείωμα και το πάω στον Φέξη, ο οποίος το βλέπει και μου λέει: «Βεβαίως, κύριε Κουμανταρέα, θα σας το βγάλω το βιβλίο. Αλλά όχι μ' αυτόν τον τίτλο». Ποιον τίτλο, λέω εγώ. Ο Μάνος είχε γράψει στο σημείωμα ανάμεσα σε άλλα, σαν λογοπαίχνιο, τον τίτλο του τραγουδιού «Ο ταχυδρόμος πέθανε»! Βέβαια ο τίτλος ήταν «Τα μηχανάκια», που δεν είναι τα δίκυκλα, αλλά τα φλίπερ, με τα οποία έπαιζα μανιωδώς εγώ τότε. Αυτά περιγράφω, και τα παιδιά που έπαιζαν φλιπεράκια εκείνη την εποχή. Τα οποία αμέσως μετά απαγορεύτηκαν, από ποιον νομίζεις; Από τον Γεώργιο Παπανδρέου, επί Ενώσεως Κέντρου.

Έντυπη