ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δυναμικό «παρών» από τις παρα-εκκλησιαστικές οργανώσεις

Του Νικου Παπαχρηστου

«Εντεύθεν, ίνα μη έστω και ακουσίως γίνωμαι συνεργός εις την φθοράν του κύρους της Εκκλησίας, αποφάσισα, όπως αποσυρθώ της ενεργού υπηρεσίας επί τη ελπίδι και τη ευχή, ότι διά του παραμερισμού του προσώπου μου, θα κοπάσουν τα πάθη και επέλθη πάλιν η απαραίτητος εις τας ψυχάς των Χριστιανών μας γαλήνη».

Στις 15 Δεκεμβρίου 1973 ο εκλεκτός της δικτατορίας και των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων, Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης παραιτήθηκε οριστικά από τον θρόνο των Αθηνών. Προηγήθηκε μια περίοδος 6 ετών που αμαύρωσε το κύρος της διοικούσας Εκκλησίας τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και σε διεθνές επίπεδο, κλόνισε τις σχέσεις των πιστών με την Ιεραρχία, σημαδεύτηκε από πολυποίκιλες διώξεις μητροπολιτών και κληρικών και τραυμάτισε βαθύτατα τους ακατάλυτους δεσμούς της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η εκκλησιαστική εκτροπή ακολούθησε την αντίστοιχη πολιτική και αποτέλεσε τη σημαντικότερη σκοτεινή περίοδο στην ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τον 20ό αιώνα.

Εξίσου σκοτεινές στιγμές χαρακτηρίζονται και η ανάρρηση στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών, το 1938, του από Τραπεζούντος Χρύσανθου Φιλιππίδη, αλλά και η αποπομπή τού μόλις 13 ημερών Αρχιεπισκόπου Ιάκωβου Βαβανάτσου, το 1962, ύστερα από καταγγελίες για δήθεν ανήθικο βίο. Ενας από τους βασικούς παράγοντες που διαδραμάτισε παρασκηνιακά καταλυτικό ρόλο στα παραπάνω γεγονότα, τα οποία σημάδεψαν την πορεία της Ελλαδικής Εκκλησίας, ήταν η οργάνωση «Ζωή». Η εν λόγω αδελφότητα θεολόγων επιδίωξε, πολύ σύντομα μετά την ίδρυσή της το 1907, να πετύχει τους στόχους της διεισδύοντας στην πολιτική, κρατική και εκκλησιαστική ζωή της χώρας. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι «Χριστιανικές Αδελφότητες» βρέθηκαν πολλές φορές αντιμέτωπες με την πλειοψηφία της Ιεραρχίας της Ελλαδικής Εκκλησίας. Κατά την περίοδο μάλιστα της αρχιεπισκοπίας Σεραφείμ οι «Οργανώσεις» περιθωριοποιήθηκαν και αποδυναμώθηκαν σημαντικά.

Ολα άλλαξαν το 1998, όταν ο από Δημητριάδος Χριστόδουλος, συνιδρυτής της αδελφότητας «Χρυσοπηγή», εξελέγη στον θρόνο των Αθηνών με τη στήριξη των «οργανωσιακών» αρχιερέων. Ηταν η μεγάλη ευκαιρία για την επιστροφή των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων στην επίσημη Εκκλησιαστική Διοίκηση. Σήμερα, δέκα χρόνια μετά και στη σκιά της ασθένειας του Αρχιεπισκόπου, οι εκφραστές των «οργανώσεων» στην Ιεραρχία φαίνεται να επιθυμούν και πάλι να προωθήσουν την υποψηφιότητα προσώπου της εμπιστοσύνης τους. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη φορά τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις τους δεν συμπίπτουν, ενώ λιγότερο ή περισσότερο όλοι οι φερόμενοι επίδοξοι διάδοχοι προέρχονται ή διατηρούν φιλικούς δεσμούς με τις «Χριστιανικές Αδελφότητες». Η πολυδιάστατη κοινωνική δράση της αδελφότητας «Ζωή» επιδοκιμάσθηκε πολλές φορές από την πολιτική, αλλά και την εκκλησιαστική εξουσία. Σε δύσκολες στιγμές για το έθνος τα μέλη της - κληρικοί και λαϊκοί απ' όλη τη διαστρωμάτωση της κοινωνίας- προσέφεραν ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες τους σε όλους όσοι είχαν ανάγκη. Δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην κατήχηση και τη φιλανθρωπία, η οργάνωση εδραιώθηκε στη συνείδηση του λαού. Ταυτόχρονα κέρδισε και τη στήριξη των εκάστοτε κυβερνώντων, αλλά και των ανακτόρων που αντιμετώπιζαν την Εκκλησία σαν ένα ακόμα μέσο άσκησης της εξουσίας τους. Επισήμως η «Ζωή» κρατήθηκε μακριά από την πολιτική. Ανεπισήμως όμως μέλη της, που είχαν καταλάβει σημαντικά αξιώματα, αποτέλεσαν τις γέφυρες επικοινωνίας με την κοσμική εξουσία.

Τα πρόσωπα αυτά ενεπλάκησαν ή επηρέασαν τα πολιτικά πράγματα της χώρας, ενώ επεδίωξαν να προωθήσουν σε καίριες εκκλησιαστικές θέσεις κληρικούς που ανδρώθηκαν με τις ιδέες και τις αντιλήψεις της Αδελφότητας. Ηδη από τη δεκαετία του '30 ξεκίνησαν οι σχέσεις με την πολιτική που απομάκρυναν τελικά την οργάνωση από την αρχική αποστολή της. Ενας από τους βασικούς της στόχους, που έγινε περισσότερο σαφής τις δεκαετίες του '50 και '60, ήταν η κάθαρση του εκκλησιαστικού οικοδομήματος.

Με σημαντική οικονομική δύναμη, χιλιάδες μέλη και με πολιτική κάλυψη η «Ζωή» επηρέαζε, αν δεν καθόριζε, την εκκλησιαστική πολιτική των μεταπολεμικών κυβερνήσεων. «Με φροντίδα στελεχών της οργανώσεως κυκλοφορούσαν κατασκευασμένοι φάκελοι για ανηθικότητα ιεραρχών που δηλητηρίαζαν και την καλοπροαίρετη κοινή γνώμη...» επισημαίνει ο θεολόγος Γ. Μουστάκης στο βιβλίο του «Η γέννηση του Χριστιανοφασισμού στην Ελλάδα». Η δύναμή της κορυφώθηκε με την επιβολή του πρωθιερέα των ανακτόρων Ιερώνυμου Κοτσώνη ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Το όνομά του ήταν ήδη γνωστό στη διοίκηση της Εκκλησίας αλλά και στους πανεπιστημιακούς κύκλους ως καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Ωστόσο έπρεπε να περιμένει τη χούντα της 21ης Απριλίου, στην οποία άλλωστε βρήκαν ιδεολογικό καταφύγιο πολλοί εκφραστές του οργανωσιακού συντηρητισμού για να ανέλθει στο ύπατο αξίωμα της Ελλαδικής Εκκλησίας. Ηδη στον κύκλο των σημαντικότερων παρεκκλησιαστικών οργανώσεων είχαν προστεθεί ο «Σωτήρας» -ιδρύθηκε το 1960 μετά τη διάσπαση της «Ζωής»- και από το 1958 η «Χρυσοπηγή».

Η σύγκρουση των Οργανωσιακών

Την άνοιξη του 2005 η Ιεραρχία της Ελλαδικής Εκκλησίας συγκλονιζόταν από τα σκάνδαλα που άγγιζαν ευθέως το αρχιεπισκοπικό περιβάλλον. Πολλοί μητροπολίτες εξέφραζαν την ανησυχία τους για το μέλλον του κ. Χριστόδουλου. Μάλιστα, όπως συζητείται στους εκκλησιαστικούς κύκλους, ένας πολύπειρος Ιεράρχης έβλεπε ήδη την επόμενη ημέρα στην Εκκλησία και ήθελε να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο τότε μητροπολίτης Πειραιώς κ. Καλλίνικος και πνευματικός πατέρας του Αρχιεπισκόπου, φέρεται να δήλωσε σε στενό κύκλο Ιεραρχών: «Η μόνη λύση είναι ο Αγιος Σπάρτης».

Τον περασμένο Ιούνιο αμέσως μετά την εισαγωγή του κ. Χριστόδουλου στο Αρεταίειο ο κ. Καλλίνικος, ο οποίος παραμένει πνευματικός καθοδηγητής της «Χρυσοπηγής», φέρεται να επανέλαβε την άποψή του. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος, συνιδρυτής της ίδιας αδελφότητας, εμφανίζεται από εκκλησιαστικούς κύκλους να υποστηρίζει σθεναρά την υποψηφιότητα του κ. Ευσταθίου. Η «Χρυσοπηγή», άλλωστε, είχε στηρίξει την εκλογή του το 1980 στη μητρόπολη Σπάρτης, ενώ είχε κερδίσει τότε και την εμπιστοσύνη των συντηρητικών μελών της Ιεραρχίας.

Οι «Οργανωσιακοί» -τόσο οι εναπομείναντες «Ιερωνυμικοί» όσο και η νεότερη γενιά Ιεραρχών που συνδέονται με τις Αδελφότητες- αναμένεται να στηρίξουν τυχόν μελλοντική υποψηφιότητά του για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Με εξαίρεση τη «Χρυσοπηγή», η οποία παρά την αρχική προτίμησή της φαίνεται τώρα να προωθεί την υποψηφιότητα ενός άλλου τέκνου της, του Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, προκειμένου να διατηρήσει τον επιρροή της στις εκκλησιαστικές εξελίξεις.

Την ίδια στιγμή ο μητροπολίτης Θηβών κ. Ιερώνυμος, ο οποίος πέρασε από τη «Ζωή», αλλά την εγκατέλειψε όταν συνδέθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, δεν φαίνεται να διαθέτει ουσιαστική στήριξη από την ομάδα των Οργανωσιακών Ιεραρχών. Αλλωστε πάντοτε οι Ιεράρχες αυτοί βρέθηκαν απέναντι στη σεραφειμική πτέρυγα. Περισσότερο θετικά, ωστόσο, βλέπουν τον Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμο, ο οποίος υπήρξε φίλα προσκείμενος του «Σωτήρος», ενώ τα κατά καιρούς πύρινα κηρύγματά του συγκινούν τους γαλουχημένους με τις χριστιανικές αδελφότητες κληρικούς και λαϊκούς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ