ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ελληνες βουλευτές στα πρόθυρα νευρικής κρίσης

Της Μαρiλης Μαργωμενου

Πολύ καιρό πριν, τόσο που μοιάζει σα να μη συνέβη ποτέ, μια οικολόγος έγινε στην Ελλάδα βουλευτής. Αν το όνομα «Μαρίνα Δίζη» δε σας λέει πια τίποτα, υπάρχει μια σκηνή που το χρονοντούλαπο της Ιστορίας δεν κατάφερε να εξαφανίσει από τη λαϊκή μνήμη: μια μεσόκοπη κυρία με ένα τεράστιο πανό στα χέρια και ένα επαναστατικό μειδίαμα στο πρόσωπο να περιφέρεται στην αίθουσα του Κοινοβουλίου, ενώ ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έχει γυρίσει και την κοιτά με το ίδιο ύφος που έχουν οι κομπάρσοι του Σπίλμπεργκ στη σκηνή που ο μικρούλης Ελιοτ τους αποκαλύπτει το συμπαθή εξωγήινο ΕΤ. Είκοσι χρόνια μετά, το επεισόδιο μοιάζει τόσο ασήμαντο, όσο αφοπλιστικά αφελές ακούγεται και το μήνυμα που η κ. Δίζη είχε γράψει στο πανό:«Σταματήστε το θέατρο στη Βουλή - Απλή αναλογική». Ομως την παλιά εκείνη εποχή, όλα ήταν αλλιώς. Εξ ου και η κ. Αννα Συνοδινού έσπευσε την επομένη να παραιτηθεί από βουλευτής, υπερασπιζόμενη έτσι το τρωθέν γόητρο του Κοινοβουλίου. Οπως έδειξε ο καιρός που πέρασε από τότε μέχρι τώρα, η κ. Συνοδονού βιάστηκε πολύ. Αν είχε κάνει μερικά χρόνια υπομονή, οι συνάδελφοί της βουλευτές θα της είχαν δώσει πολύ καλύτερες αφορμές για να εγκαταλείψει το κτίριο της λεωφόρου Αμαλίας χωρίς ποτέ να μπει στον πειρασμό να κοιτάξει πίσω...

Ασυλία μέσα στα γήπεδα

Τελευταίος στη λίστα των επαναστατημένων βουλευτών εγράφη την περασμένη Κυριακή ο κ. Θεόδωρος Καράογλου, μετά την εντυπωσιακή κούρσα που πραγματοποίησε από την εξέδρα του Καυταντζόγλειου ώς το κέντρο του γηπέδου. Με το καφέ παλτό του να ανεμίζει περίπου όπως εκείνο του Τσάρου όταν κάλπαζε εναντίον των αλλόθρησκων, ο βουλευτής είχε βάλει στόχο τον διαιτητή Πολατιάν -πλην, προσέκρουσε σε παίκτες, παράγοντες και παρατηρητές προτού τον πλησιάσει σε απόσταση βουλευτικής σφαλιάρας, κι έτσι οι κάμερες έχασαν το λαχταριστό καρέ. Την επομένη, με τη βουλευτική του ασυλία να απειλείται περισσότερο απ' ό,τι απείλησε ο ίδιος τον κ. Πολατιάν, ο βουλευτής απεκδύθη το επαναστατικό παλτό, και ενεφανίσθη μετανιωμένος στα κανάλια, όπου ψέλλισε κάτι σαν «συγγνώμη, αλλά είμαι κι εγώ άνθρωπος, κι είδα την αδικία».

Οποιος έχει δει τον κ. Καράογλου να οργώνει το γήπεδο με την ομάδα της Βουλής ξέρει πως ακόμη και το παιχνίδι με τους υπαλλήλους του Δήμου Βύρωνα το αντιμετωπίζει σαν τον τελικό του Κόπα Αμέρικα - κι αν έχετε αμφιβολίες περί αυτού, μπορείτε να ρωτήσετε τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη τι ακούει κάθε φορά που χάνει γκολ. Αλλά όσο παθιασμένος κι αν είναι ο κ. Καράογλου με το ποδόσφαιρο, δε συγκρίνεται με τον βουλευτή που πρώτος ξεχύθηκε στο χόρτο εν μέσω αγώνα. Ηταν ο κ. Γ. Τσακλίδης που εν έτει 1997 χύμηξε στον διαιτητή Γ. Κασναφέρη επειδή εκείνος εφηύρε πέναλτι υπέρ του Ολυμπιακού, ενώ ο πλησιέστερος αμυντικός της Καβάλας ήταν περίπου τρία μέτρα μακριά. Στους αστυνομικούς που πλησίασαν για να τους χωρίσουν, ο κ. Τσακλίδης φώναζε «έχω ασυλία, δε μπορείτε να με συλλάβετε»! Οσο για το τι απολογήθηκε ο βουλευτης εκ των υστέρων... Ιδού ένα απόσπασμα της ομιλίας του στη Βουλή τη μέρα που κρινόταν το αν θα αρθεί η βουλευτική του ασυλία: «Ενα μήνυμα που ήθελα να στείλω στον διαιτητή ήταν ακριβώς και αυτό. Επειδή εγώ είμαι βουλευτής και έχω ασυλία, μπορώ να τον δείρω χωρίς να μπορεί να τον προστατεύσει η Αστυνομία. Αυτό ήθελα εκείνη την ώρα να το αισθανθεί ο διαιτητής».

Υστερα απ' αυτό το... πολεμικό ανακοινωθέν, η Βουλή αποφάσισε με 187 ψήφους υπέρ και 55 κατά να μη στερήσει από το βουλευτή την ασυλία του, πράγμα εξαιρετικά παράξενο αν σκεφθεί κανείς πως τότε δεν είχε μπει ακόμη στο κοινοβουλευτικό σώμα, και άρα δεν ψήφιζε, ούτε ο κ. Καράογλου αλλά ούτε και ο κ. Κ. Αγοραστός. Προς υποβοήθησιν της μνήμης, να υπενθυμίσουμε πως ο τελευταίος είναι ο βουλευτής που κατηγορούν οι παράγοντες του Λεβαδειακού πως τον περασμένο Οκτώβριο ξεσπάθωσε εναντίον τους στο Αλκαζάρ με ένα ποτ πουρί χαρακτηρισμών, χειρονομιών και λοιπών χαριτωμένων επιδείξεων βουλευτικής ασυλίας... Από τις περιγραφές φαίνεται πως πρέπει να είπε στους παίκτες του Λεβαδειακού περίπου τα ίδια που ένας άλλος βουλευτής είχε ακούσει 22 χρόνια πριν από το σύνολο των συναδέλφων του. Ηταν το ευτυχές έτος 1985, όταν ο κ. Ελ. Καλογιάννης της Ν.Δ. με μία και μόνη κίνηση άλλαξε για πάντα το... όνομά του. Εν μέσω ψηφοφορίας για την εκλογή του κ. Χρ. Σαρτζετάκη στην Προεδρία της Δημοκρατίας, και με το που ο πρόεδρος της Βουλής Γ. Αλευράς αποφάσισε να μοιρασθούν έγχρωμα ψηφοδέλτια στους βουλευτές, ο κ. Καλογιάννης εξεμάνη. Ετρεξε προς τον κ. Αλευρά, άρπαξε την κάλπη, την έβαλε στον ώμο, και με τον Ανδρέα Παπανδρέου όρθιο στην πρωθυπουργική έδρα να του φωνάζει «πού την πάτε κύριε»; έφυγε τρέχοντας προς τα γραφεία του κόμματός του! Τελικώς, μπορεί να μην κατάφερε να αλλάξει το όνομα του ανθρώπου που θα γινόταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας -διότι ο κ. Σαρτζετάκης εξελέγη- αλλά πέτυχε να αλλάξει για πάντα το δικό του όνομα: από εκείνη τη μέρα και μετά, ποτέ κανείς δεν τον ξαναφώναξε Καλογιάννη - το «π» μπήκε για πάντα ανάμεσα στο «λ» και το «ο» του επιθέτου του.

Ο Πάγκαλος έσπασε την κατάληψη

Ουδείς εκ των προαναφερθέντων βουλευτών, πάντως, δε μπορεί να ξεπεράσει σε εκρηκτικό ταμπεραμέντο τον κ. Θεόδωρο Πάγκαλο. Οπερ και απεδείχθη την αποφράδα ημέρα που εκείνος πέρασε στην άλλη πλευρά του πολιτικού twilight zone, τον Νοέμβριο του 1998. Οι υπάλληλοι της μεταφραστικής υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών που αποφάσισαν να διεκδικήσουν τη μονιμοποίησή τους κάνοντας κατάληψη στα γραφεία τους στην οδό Βουκουρεστίου, είναι βέβαιον πως δεν περίμεναν αυτό που τους τελικώς τους συνέβησαν. Λόγω της κατάληψης, έξω από την υπηρεσία είχε δημιουργηθεί μια τεράστια ουρά αλλοδαπών όταν ήρθε να κάνει αυτοψία ο υπουργός. Καθώς ο κ. Πάγκαλος προσπάθησε να παρακάμψει την ουρά, κάποιοι τον αναγνώρισαν, και άρχισαν να διαμαρτύρονται για την ταλαιπωρία. Τότε, μια φωνή σε σπαστά ελληνικά ακούστηκε μέσα από το πλήθος: «Τι του μιλάτε; Βάλτε τον χοντρό πίσω στην ουρά»!

Ως γνωστόν, ο κ. Πάγκαλος δε φημίζεται για την υπομονή του. Κι έτσι το επόμενο που θυμούνται οι αλλοδαποί της ουράς, ήταν ο υπουργός σαν μπάλα του μπόουλινγκ να εκτοπίζει όποιον στεκόταν μπρος στην πόρτα της υπηρεσίας, να ορμάει μέσα, να αρπάζει δύο ξανθές απεργούς από το μαλλί, και να τις σέρνει έξω, στα σκαλάκια της Βουκουρεστίου εκστομίζοντας χαρακτηρισμούς που θα έχαναν τη γλαφυρότητά τους αν επιχειρούσε κανείς να τους καταγράψει στο χαρτί. Κατόπιν του επεισοδίου, ένα μόνον είναι βέβαιον: ουδείς εκ των αλλοδαπών της ουράς παραπονέθηκε για την αναμονή εκείνης της ημέρας. Οπως είπε ένας εξ αυτών αργότερα στους δημοσιογράφους, «αν ο υπουργός ερχόταν κάθε μέρα να το κάνει αυτό, ευχαρίστως θα περίμενα να τον δω, όσες ώρες κι αν χρειαζόταν»!.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ