ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Παπαδιαμάντης και ο Φίνλεϋ

Του Ν. Δ. Τριανταφυλλοπουλου

Γεωργίου Φίνλεϋ «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Τόμος πρώτος, μετάφραση: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, φιλολογική επιμέλεια: Αγγελος Γ. Μαντάς, Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2008, σελ. 537.

Στην «Καθημερινή» της 17ης Μαΐου 1984 δημοσιεύθηκε το σημείωμά μου «Διά χειρός Αλεξ. Παπαδιαμάντη», όπου με αφορμή την έκδοση του μακρυγιαννικού «Οράματα και θάματα», υπενθύμιζα ότι το αρχείο Βλαχογιάννη μάς είχε κληροδοτήσει άλλες δυο μεγάλες εκκρεμότητες, την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Τ. Gordon και την ομότιτλη του G. Finlay, μεταφρασμένες από τον Παπαδιαμάντη.

Το μικρό εκείνο δημοσίευμα ήταν η αρχή μιας ιστορίας που δεν έχει εδώ τη θέση της. Περιορίζομαι μόνο σε τούτο, ότι το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τραπέζης έκρινε πως προτεραιότητα είχε ο Γόρδων -του Φίνλεϋ υπήρχαν άλλες ελληνικές μεταφράσεις- και ανέθεσε στον υπογράφοντα την ετοιμασία της έκδοσής του.

Ωστόσο, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, άλλος φεύγει πρώτος στην εκκίνηση και άλλος κόβει το νήμα. Ο κατακείμενος στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (περισσότερο από εκατό χρόνια) ιστορικός μεταφραστής Παπαδιαμάντης εγείρεται πια όχι με τον εντελώς άγνωστο Σπηλιάδη και τον σχεδόν άγνωστο Γόρδωνα, αλλά με τον διπλομεταφρασμένο ήδη Φίνλεϋ.

Ουδείς φθόνος, βέβαια. Απεναντίας, πολλή χαρά, αφού, όπως δείχνουν τα σημάδια, το 2011, δηλαδή εκατό χρόνια από την τελευτή του Παπαδιαμάντη, υπάρχει ελπίδα πως θα έχουν εκδοθεί οι τρεις «αρχειακές» και μείζονες μεταφράσεις του.

Οσοι αγαπούμε τον ταλαίπωρο μεταφραστή και τις αφανισμένες μεταφράσεις του οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον καθηγητή κ. Ευάγγελο Χρυσό, διευθυντή του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, που αποδέχθηκε πρόθυμα την πρόταση της έκδοσης του Φίνλεϋ και ανέθεσε σε κατάλληλο πρόσωπο τη φιλολογική της επιμέλεια.

Η προετοιμασία της έκδοσης απαιτεί όχι μόνο πολύ χρόνο αλλά και ιδιαίτερη προσήλωση και, προπάντων, εξοικείωση με την παπαδιαμαντική γλώσσα. Ο επιμελητής του Φίνλεϋ Αγγελος Γ. Μαντάς είχε ήδη στο ενεργητικό του τον «Τροπικό Παπαδιαμάντη», μια από τις καλύτερες διατριβές για τον Σκιαθίτη πεζογράφο, καθώς και το βιβλίο «Ηχος μυστικός, επτά κείμενα για τον Παπαδιαμάντη».

Διέθετε, λοιπόν, όλα τα εχέγγυα για την ανάληψη της επιμέλειας και ο πρώτος τόμος του έργου φανερώνει ότι δεν του έλειψε η αναγκαία προσήλωση. Χρησιμοποιώ τη λέξη για δεύτερη φορά, επειδή δεν αρκεί η επίμοχθη συχνότατα μεταγραφή του παπαδιαμαντικού χειρογράφου. Ο επιμελητής πρέπει να βρίσκεται σε αδιάκοπη εγρήγορση γιατί ο Παπαδιαμάντης μεταφράζει τους Σκώτους ιστορικούς υπό συνθήκες ιδιαίτερα αντίξοες: Χωρίς βοηθήματα στη μακρινή Σκιάθο, αφόρητα στενεμένος από τα βιοτικά και πιεζόμενος από τον Βλαχογιάννη. Δεν έχει, λοιπόν, τον απαιτούμενο χρόνο -και ίσως, ούτε το κουράγιο- να ελέγξει το κείμενο της μετάφρασης. Συνεπώς ο επιμελητής οφείλει να εντοπίζει και να θεραπεύει με διάφορους τρόπους τα κενά, τις ενδεχόμενες παρανοήσεις ή ασυνταξίες, τις αμφίβολες αποδόσεις κυρίων ονομάτων ή τοπωνυμίων κ. λπ.

Οι «Σημειώσεις του επιμελητή», που εντείνονται σε 35 σελίδες, αποδεικνύουν ότι ο Α. Γ. Μ. κρατούσε πάντα ανοιχτά τα μάτια του μεταγράφοντας το χειρόγραφο της μετάφρασης. Οσο για τη γνώση των παπαδιαμαντικών ζητημάτων -και δεν εννοώ μόνο τα μεταφραστικά-, το εισαγωγικό του μελέτημα «Ο Παπαδιαμαντικός Φίνλεϋ» (σελ. 23-42) μαρτυρεί ότι δεν είναι επιπόλαιη ή σχολαστική ή επιδεικτικά σοφιστική αλλά εμβριθής. Ο χώρος δεν επιτρέπει να παραθέσω δείγματα της εμβρίθειας αυτής, ο προσεκτικός αναγνώστης πάντως θα διαπιστώσει ότι οι αναπόφευκτες ουλές του παπαδιαμαντικού χειρογράφου έχουν θεραπευτεί.

Επέμεινα στο θέμα της επιμέλειας, γιατί σε μια τέτοια έκδοση αυτό και μόνο πρέπει να κριθεί. Η κρίση για την αξιοπιστία και την αντικειμενικότητα του Σκώτου ιστορικού έχει ήδη γίνει από ξένους και Ελληνες ιστορικούς. Αλλωστε, ύστερα από τον σύντομο πρόλογο του προέδρου της Βουλής των Ελλήνων και του Ιδρύματός της κ. Δημητρίου Σιούφα, ακολουθεί το επίσης εισαγωγικό μελέτημα «Υστερα από έναν αιώνα» (σ. 11-22) του ακαδημαϊκού και ομότιμου καθηγητή της Νεότερης Ιστορίας κ. Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, που προετοιμάζει επαρκώς τον αναγνώστη για τη μελέτη του έργου.

Ελπίζω ότι όταν, όχι πολύ αργά, ολοκληρωθεί ο Φίνλεϋ, θα αξιωθώ από ευρυχωρότερες στήλες να μιλήσω λεπτομερέστερα για τη σημασία της έκδοσης και τη συμβολή του επιμελητή στην πρόοδο των παπαδιαμαντικών σπουδών. Τώρα εύχομαι να είναι καλά, για να βάλει πλάτη να ξελασπώσουμε τον Γόρδωνα.

Έντυπη