ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Διάκος της Ιστορίας και των δημοτικών τραγουδιών

Του Παντελη Μπουλακα

ΠΟΙΗΣΗ. «Ο Διάκος είναι ο δημοτικώτατος των ηρώων της Επανάστασης. Κανέν από τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι τόσον γνωστό, δεν φέρεται τόσον συνεχώς εις τα στόματα και τας ανθολογίας όσον το τραγούδι του Διάκου. [...] Κανέν από τα μαρτύρια που καθηγίασαν τον αγώνα δεν συγκινεί τόσον βαθέως τον Ελληνα όσον το σούβλισμα του Διάκου. Ας προσθέσωμεν εις ταύτα την παράδοσιν περί της θαλεράς λεβεντιάς και της ακτινοβόλου ωραιότητος του ήρωος. Η ελληνική θρησκεία, μεθ' όλην την επίδρασιν του χριστιανισμού, εξακολουθεί να είναι ακόμη η λατρεία του πλαστικού κάλλους. Ελληνες ή Γραικοί, ειδωλολάτρες είμεθα». Αυτά έγραφε ο Κωστής Παλαμάς στο «Νεοελληνικό πάνθεόν» του.

Από την πλευρά του ο Αγγλος ιστορικός Τζωρτζ Φίνλεϋ μετράει τον Διάκο ανάμεσα στους «δώδεκα Ελληνας, τους μάλιστα αξίους ν' αναγράφωνται εις δημόσιον μνημείον» (βλ. τη δίτομη «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», μεταφρασμένη από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και με φιλολογική επιμέλεια του Αγγελου Γ. Μαντά, Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2008). «Ο Διάκος κατέστη στρατιωτικός αρχηγός των Χριστιανών, ανήρ δικαίως φημισθείς διά την ανδρείαν και τον πατριωτισμόν του» σημειώνει ο Φίνλεϋ. Πεθαίνοντας τον Απρίλιο του 1821 με φρικτό τρόπο, όντας λοιπόν ένας από τους πρώτους μεγάλους νεκρούς του Αγώνα, ο επαναστάτης από τη Μουσουνίτσα της Δωρίδας δίκαια συγκίνησε τόσο τους ιστοριογράφους όσο και τη μούσα, τη δημώδη και την επώνυμη, τη συλλογική και την προσωπική. Παραθέτω από την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Σπυρίδωνος Τρικούπη την περιγραφή της μάχης και της σύλληψης του Διάκου:

«Εν τοσούτω απεδειλίασαν και αυτοί οι πολεμούντες κατά τα Ποριά, και εζήτησαν εν τη φυγή την σωτηρίαν των. Μόνος ο Διάκος και ολίγοι των οπαδών του, μιμούμενοι το παράδειγμά του, ησθάνθησαν ότι εκεί απέθανεν ο Λεωνίδας. Τω όντι, ότε ο ψυχοϋιός του, βλέπων λιποτακτούντας τους άλλους, τον παρεκίνει εγκαταλειπόμενον να φύγη και αυτός εις ωφέλειαν εν άλλη περιστάσει της πατρίδος, και τω έφερε τον ίππον, εκείνος απεκρίθη, ο Διάκος δεν φεύγει. Εν τοσούτω επιπίπτουν οι εχθροί, φονεύεται έμπροσθέν του ο αδελφός του, εμπλέκεται αυτός εν μέσω των εχθρών και μόλις μετά δέκα στρατιωτών μεταβαίνει είς τινας τραχείας πέτρας, τα Μανδροστάματα της μονής της Δαμάστας, όπου τοποθετείται και μάχεται ολόκληρον ώραν. Φονεύονται οι ακόλουθοί του εκτός του ψυχοϋιού του, τραυματίζεται και αυτός εις τον δεξιόν ώμον, πίπτει το τουφέκι του, ανθίσταται βαστών διά της αριστεράς χειρός την πιστόλαν, γνωρίζεται, περικυκλούται, και συλλαμβάνεται ζων και καταματωμένος».

Το βουνό, όχι τα βιβλία

Η λαϊκή μούσα είχε τραγουδήσει τον Διάκο και πριν από τον θάνατό του, σε άσμα αφιερωμένο στον Δήμο Σκαλτσά, κλέφτη από την Αρτοτίνα της Δωρίδας, δίπλα στον οποίο βρέθηκε ο Διάκος μετά το 1806. Είχε αρπάξει την προφανώς εύμορφη Κρυστάλλω ο Σκαλτσάς, σύζυγο (ή, κατ' άλλους, κόρη) ενός ευνοουμένου του Αλή Πασά, του Αναγνώστη, και η απαχθείσα, ίσως κινημένη από τον έρωτα, στο τέλος προτιμά να μείνει στο βουνό παρά να γυρίσει στον άντρα της. Κι αυτό ακριβώς λέει στον Διάκο, όπως ιστορείται σε τούτο το δημοτικό της Αγόριανης: «Τι με τηράς, σταυραδερφέ, τι με τηράς, βρε Διάκο; / Πάρε το καλαμάρι σου, το φλουροκαπνισμένο, / πάρε και κάνε μια γραφή κι ένα καημένο γράμμα / και στείλ' το στον πατέρα μου, τον γερο Αναγνώστη: / Φωτιά να κάψει τ' άσπρα του, κι η λαύρα τα φλουριά του, / κι εγώ κοιμάμαι στα βουνά, στους πάγους και στα χιόνια, / και τ' ασημένια χαϊμαλιά τα 'χω προσκεφαλάδες». Κατά τον Φίνλεϋ, ο Διάκος αγαπούσε «περισσότερον το βουνόν παρά τα βιβλία, καίτοι είχε μάθη να γράφη καταληπτώς, αλλά μετ' ελαχίστης προσοχής εις την γραμματικήν και την ορθογραφίαν».

Τον θάνατο του Διάκου, όπως και του Μάρκου Μπότσαρη βέβαια, και του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Γεωργίου Καραϊσκάκη (οι δύο τελευταίοι πήγαν από χέρι συντροφικό, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο), τον έκλαψε ο λαός και τον απαθανάτισε με λαμπρούς στίχους. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι τόσο στο άσμα «Θάνατος του Διάκου» όσο και στο «Ο θάνατος του Καραϊσκάκου», ο λαϊκός ποιητής θέτει στα χείλη των ηρώων, που πέθαναν Απρίλη μήνα και οι δύο, την ίδια φράση: «Στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια. / «Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθείτε. / Σταθείτ' ανδρεία, σαν Ελληνες, και σα Γραικοί σταθείτε»» λέει στα παλικάρια του ο Διάκος. Και σαν να ανταποκρίνεται στον Διάκο έπειτα από έξι χρόνια, «Ο Καραϊσκος φώναξε, ψηλή φωνίτζα βάζει· / «Ελληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε, / και πάρ' το γιούχα η Τουρκιά κι ερθεί και μας χαλάσει. / Σαν Ελληνες βαστάξετε κι ωσάν Γραικοί σταθείτε»». Αθέλητα ίσως, ο λαϊκός ποιητής - τραγουδιστής, με την επανάληψη ενός μοτίβου που αδερφώνει αχώριστα το όνομα Ελληνας με το όνομα Γραικός, λύνει τελεσίδικα ένα πρόβλημα που είχε φέρει σε κάποια έριδα όσους λογίους πρέσβευαν ότι πρέπει να αποκληθούμε Γραικοί, όπως ο Κοραής («επρόκρινα το Γραικοί και ως ιστορικώς παλαιότερον και διότι έτσι μας ονομάζουσι όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης. Αν προκρίνης το Ελλην, ονομάσου Ελλην, αλλά μη προς Θεού Ρωμαίος, διότι οι Ρωμαίοι πρώτοι μας εστέρησαν την ολίγην ελευθερίαν την οποίαν μας αφήκαν της Ελλάδος αι διχόνοιαι» έγραφε), με όσους επέλεγαν το Ελληνες ή και το Ρωμαίοι/Ρωμιοί.

«Κι αυτός χαμογελούσε»

Τα μοιρολόγια που αφιέρωσε στον Διάκο η δημώδης ποίηση αναπτύσσονται σαν εγκώμια του αγαπημένου νεκρού χωρίς ίχνος πληθωριστικού συναισθηματισμού, οι στίχοι τους άλλωστε βρίσκονται σε αρμονία με όσα κατέγραψαν οι ιστορικοί. Ο στόχος τους είναι να εγκαρδιώσουν και να προτείνουν την ακρότατα γενναία στάση του σαν παράδειγμα εσαεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις παραλλαγές του κλέφτικου τραγουδιού μπορεί να παραλλάσσει ο αριθμός των συντρόφων του ήρωα ή των Τούρκων πολεμίων («έμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες, / τρεις ώρες επολέμουνε με δεκαοχτώ χιλιάδες», διαβάζουμε στη μία εκδοχή, και στην άλλη: «Κι ο Ομέρ Βρυώνης έφτασε με δώδεκα χιλιάδες, [...] Εγώ δεν είμαι νιόνυφη να πιάσω τη Λαμία· / εγώ 'μαι ο Διάκος τρομερός με οχτακόσ' νουμάτοι» ), μένει όμως σταθερή η έσχατη εικόνα του, η εικόνα ενός πολεμιστή που χλευάζει όχι μονάχα αυτούς που θα τον σκοτώσουν αλλά και τον ίδιο το θάνατο: «Και στο σουβλί τον έβαναν κι αυτός χαμογελάει», ή: «Ολόρθο τον εστήσανε, κι αυτός χαμογελούσε». Δύσκολα το φαντάζεται νους ανθρώπου.

Μέσα στον απροσμέτρητο ηρωισμό του, αυτό το προθανάτιο χαμόγελο της αγέρωχης ειρωνείας ή της εγκαρτέρησης μπορεί να μοιάζει εξωανθρώπινο. Ισως γι' αυτό λοιπόν ο συλλογικός νους που πλάθει το ποίημα μεριμνά να δώσει λίγο πριν μιαν εικόνα του Διάκου απολύτως ανθρώπινη, οικεία, αλλά και απολύτως λεβέντικη ταυτόχρονα. Πληγωμένος, χωρίς όπλα πια στα χέρια του (αφού «βουλώσαν τα κουμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια», κι έπειτα «σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια, / σέρνει και το 'λαφρό σπαθί, και στη φωτιά χυμάει», μόνο που «και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ' τη χούφτα» ), επινοεί, πριν ακόμα και από το θανάσιμα ειρωνικό χαμόγελό του, ένα άλλο βόλι για να πληγώσει τον εχθρό του, τον Ομέρ Βρυώνη, που του ζητάει «την πίστη του ν' αλλάξει, / να προσκυνήσει το τζαμί, / την εκκλησιά ν' αφήσει»: αναπαράγοντας μια καθημερινή κίνηση για να τη μετατονίσει, στρίβει το μουστάκι του, αυτό το μουστάκι που το βλέπουμε έκτοτε σε όλες τις ζωγραφιές με το πρόσωπο του ήρωα, στριφτό προς τα πάνω. Τα δημοτικά επιμένουν σοφά σ' αυτήν την αντάρτικη κίνηση, για να μνημειώσουν με τον πιο λιτό τρόπο την ψυχική ελευθερία και το ηρωικό ήθος τού ανδρός: «Κι αυτός ο μαύρος γέλαγε, και στρίφτει το μουστάκι» ή, σε άλλη εκδοχή: «Κι εκείνος τ' αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι».

Τι αποκρίθηκε, το ξέρουμε: «Τι λέτε αυτού βρομόσκυλα, σκυλιά μαγαρισμένα. / Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε ν' αποθάνω». Αλλά γι' αυτό καθώς και για τη δεξίωση του Διάκου από την «επώνυμη» ποίηση, από τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη έως τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, την επόμενη Τρίτη.

Έντυπη