ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Κόρακες, Βρανάδες και Βρανούσηδες

Του Σπυρου Ι. Ασδραχα*

Το προηγούμενο «ιντερμέδιο» προκαλεί ένα συνειρμό με τον χορό: συμβαίνει στην αρχαία τραγωδία να μιλάει σε διαφορετική διάλεκτο από εκείνη της στιχομυθίας ή της αφήγησης: «έκλυτον δε βοάν, έκλυτον φωνάν της δυστάνου Κολχίδος», που σημαίνει ότι οι θεατές της Μήδειας μπορούσαν να κατανοήσουν άλλες διαλέκτους εκτός από την αττική· να κατανοούν τη δική τους ιστορία στη διάλεκτο που υιοθέτησε ο Ηρόδοτος, να κατανοούν τον Πίνδαρο και τους λυρικούς, όπως, πολύ αργότερα, ήταν κατανοητός ο Ερωτόκριτος και όλο το κρητικό θέατρο και πιο πριν από το «χρονικόν του Μωρέως» στην ελληνική του παραλλαγή. Κάποτε, όμως, η lingua franca γίνεται επαγγελματική, όχι βέβαια «συνθηματική», όπως συμβαίνει με τα μαστόρικα.

Δεν νομίζω, και ίσως αυτό να οφείλεται στη γνωστική μου ανεπάρκεια, ότι φτάσαμε σε εκφράσεις πολλαπλής πρόσληψης, καθώς συμβαίνει, λόγου χάρη, με τα ποιήματα του Φρανσουά Βιγιόν: ίσως, μάλλον βεβαίως, έχουμε διολισθήσεις του μη αμέσως κατανοητού στην έκφραση. Τούτο έδωσε αφορμή στον Βυζάντιο να ευθυμογραφήσει μέσω της μη συλλογικής συμμετοχής στα επί μέρους σημαινόμενα κοινών σημαινόντων. Κοινοτοπίες; Ισως όχι, αν αναλογιστούμε ότι η απόσβεση των σημαινομένων από τη συλλογική πρόσληψη υποδηλώνει, δίπλα στη γενικευμένη νοητική διαδικασία της λήθης, πολιτισμικές καταστάσεις, παράλληλη επιβίωση διαφορετικών σημαινόντων με επίκοινα (με τα μη ομόρριζα σημαινόντα) σημαινόμενα. Ενα πεδίο, ευρύ πεδίο, παρατήρησης προσφέρουν τα ονόματα ανθρώπων και τόπων, αλλά και «πράξεων», λόγου χάρη ποικίλων δραστηριοτήτων, ενδυματολογικών πρακτικών, επαγγελματικών και οικονομοκοινωνικών διακρίσεων, για να μείνω σε λίγα μόνο παραδείγματα. Ως προς τα ονόματα των ανθρώπων, οι πηγές είναι πάμπολλες: από τις απογραφές των πληθυσμών ώς τις ληξιαρχικές πράξεις· από τις γεωγραφίες ώς τους τηλεφωνικούς καταλόγους, πηγές που ολοένα πληθαίνουν και γίνονται με επιτάχυνση προσιτές. Δεν θα αναλωθούμε εδώ σ' αυτές.

Στα Αγραφα

Ως συνήθως θα μείνω σε παραδείγματα, μάλιστα λίγα και, προφανώς, όχι αντιπροσωπευτικά: ίσως, multum in parvo.

Στα Αγραφα υπάρχει ένα παλιό χωριό, τα Βρανιανά, όχι Βραγγιανά. Αναζητήθηκε το έτυμό του (όχι από κάποιον «λαϊκό», δηλαδή «μεθερμηνευτικό», ετυμολόγο) στο οικογενειακό και υπαρκτό όνομα Βρανάς. Ειρήσθω εν παρόδω ότι απ' αυτό βγαίνουν οι Βρανούσηδες (το βαθύρριζο σόι του Λέανδρου (Παπα) Βρανούση), οι Βρανόπουλοι και μπορεί και άλλοι, όπως λόγου χάρη οι Αρτινοί Βράνηδες. Ας δεχθούμε ότι τα Βρανιανά είναι μια κυριωνυμία, με ό,τι αυτή συνεπάγεται ως προς τη σήμανση του χώρου. Αλλά αυτοί οι Βρανάδες ή οι Βράνηδες σε τι παραπέμπουν; Στον Κόρακα, στο κοράκι που μας δίνει αρχαιόθεν την κερκυραϊκή Κορακιάνα, που ονοματοδοτεί μια γέφυρα, εκείνη του Κοράκου, ή μας δίνει, ανάμεσα στ' άλλα την Κορακονησία, αλλιώς Κορώνη, στον Αμβρακικό. Αν συνεχίζαμε προς αυτή την κατεύθυνση δεν θα 'χαμε τελειωμό, αν μάλιστα έμπαιναν στον λογαριασμό όλα τα κορακοειδή, ανάμεσά τους και η Gazza ladra (η Κλέφτρα κίσσα), το Rossini, για να μη μιλήσω για κουρνάκλες και κάποια γαλλικά γαστρονομικά συνήθεια που σε κάνουν να ανατριχιάζεις. Αλλά αυτό είναι άλλο τεράστιο θέμα.

Είναι σύνηθες η ιστοριοκρατούμενη ή και ιδεολογοκρατούμενη λογοτεχνία να εκπέμπει μηνύματα, όχι στην ιστορία, αλλά στους διαχειριστές της, τους ιστορικούς. Ο Μίλοραν Πάβιτς σκηνοθετεί ένα διάλογο με ένα Ρώσο στρατιώτη. Τον ρωτάει ο Σέρβος αν έχουν «βρανιές», δηλαδή κοράκια, αν αλλιώς σηματοδοτούν με τη λέξη αυτή τον τόπο. Η απάντηση είναι, φυσικά καταφατική: να, λοιπόν, μια γλωσσική κοινότητα και μια κοινότητα ονοματοδοσίας σε αναφορά μ' αυτό το μακροζώητο πετούμενο· κοινότητα που εμφιλοχωρεί σε μας και σε άλλους. Σε «εμάς» όμως το σλαβικό σημαινόμενο έχει χαθεί - πότε; είναι προς εύρεση. Σε «εμάς» έμεινε ο κόρακας που θρηνεί τους σκοτωμένους του Μεσολογγίου - άλλη λέξη που αναζητάει ακόμη την ανθρωπογεωγραφική της προέλευση. Θρηνεί ο κόρακας ο πτωματοφάγος. Ευτυχώς υπάρχουν και οι εκτονώσεις: «επήγαμαν και είδαμαν και την Εβενετίαν με τα κιτρινοπούλια της, σου σουί […..]. Μα σαν τα Ιωάννινα νούκου νάκα. Καημένα Ιωάννινα με τ' αηδόνια σας, κρα κρα», σατυρίζει ο Α. Θεοδωρόπουλος (Τυρταίος) στη «Στιχουργική» του. Είχε προηγηθεί, βέβαια, ο Αίσωπος με το τέχνασμα της πονηρής αλεπούς: η κακοφωνία ωστόσο του Κόρακα δεν τον εμποδίζει να θρηνεί - σάμπως ο θρήνος να μην είναι «σκουσμάκι», ουρλιαχτό από τα βάθη της ψυχής.

Βίοι παράλληλοι

Ας είναι. Πάντως οι κόρακες ζουν παράλληλα με τις «βράνιες» και αυτοί σηματοδοτούν τον «λαϊκό» λόγο. Αλλά εδώ δεν πρόκειται για την πολύσημη διαδρομή του Κόρακα στη συλλογική πρόσληψη και μορφοπλασία, που συμβαίνει να τον προσομοιώνει και με τον βρυκόλακα, καθώς και οι δύο ζητούν αίμα. Θέλουμε να πούμε απλώς ότι από μια στιγμή και ύστερα τα διαλεκτικά του χορού δεν είναι κατανοητά: τα διαφορετικά σημαίνοντα έχουν χάσει τα κοινά σημαινόμενα. Μοιάζει απλό και αυτονόητο, αλλά τυχαίνει να συμβαίνουν μέσα σε ένα χρόνο που, αν μοιάζει με ακίνητο, έχει τα δικά του ρεύματα που δεν ανακατώνονται, δεν γίνονται «μισγάγκεια». Οι Κόρακες, λοιπόν, δεν ανακατώθηκαν με τους Βρανάδες, τους Βράνηδες και τους Βρανούσηδες: έζησαν παράλληλο βίο και οι πρώτοι διατήρησαν το σημαίνον και το σημαινόμενο, ενώ οι άλλοι μόνο το λεκτικό κέλυφος. Ο χορός δεν είχε την ευχέρεια να εκφέρεται ομόσημα και κατανοητά: για να συμβεί αυτό, θα χρειαστεί να μπουν καινούργιες λέξεις ή να γίνουν οι ήδη κατανοητές πολυσημαντικότερες με όχημα τη μεταφορά. Τα μαύρα, λόγου χάρη, κοράκια έχουν νύχια γαμψά και δεν πέφτουν στα ψοφίμια, αλλά στην «εργατιά»: ο χορός της τραγωδίας μπορεί ξανά με τις ανασηματοδοτήσεις των σημαινόντων να ξαναμιλήσει με μια κοινή γλώσσα.

* Ο κ. Σπύρος Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ