ΕΛΛΑΔΑ

«Κάθε κομμάτι γης εδώ έχει από κάτω της ένα παλικάρι»

Του Σταυρου Τζιμα

Εσερναν ασθμαίνοντας τα βήματά τους. Η διαδρομή προς τον…Χάρο είναι ανηφορική και τους ώμους τους βαραίνουν 84 χρόνια. Η ομίχλη που τύλιγε το βουνό έκανε το εγχείρημα επικίνδυνο. Ενα στραβοπάτημα στο μονοπάτι μπορούσε να τους οδηγήσει στο βάθος της χαράδρας που καταβρόχθισε χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Εκείνη κομάντος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), εκείνος χωροφύλακας άνευ θητείας και στη συνέχεια μαχητής του Εθνικού Στρατού (Ε. Σ.). Σκαραφάλωσαν στον Γράμμο, όπου πολέμησαν ως αντίπαλοι, σκότωσαν «εχθρούς», έφτασαν οι ίδιοι ένα βήμα πριν από τον θάνατο και τώρα που το λάδι στο καντήλι της ζωής τους λιγοστεύει, εκπλήρωσαν μια επιθυμία τους: Να περπατήσουν για ύστατη φορά στα μονοπάτια όπου 60 χρόνια πριν «ο ένας τον άλλον έψαχναν για ν' αλληλοσφαγούνε» και να αποτίσουν φόρο τιμής σ' αυτούς που άφησαν μαζί με τα νεανικά τους κορμιά, τα όνειρά τους σε κάποια ρεματιά της ρημαγμένης τότε ορεινής Ελλάδας.

Μολονότι έχουν περάσει έξι δεακετίες -στις 29 Αυγούστου 1949 η συντριβή του ΔΣΕ ολοκληρώθηκε στη μάχη στο Πληκάτι-, οι μνήμες είναι ακόμα ζωντανές. Ο Αντρέας Ρέββας από την Κυψέλη Καστοριάς και η Κωνσταντινιά Καρυοφίλη από το Χιλιόδενδρο του ίδιου νομού, πήραν μέρος σε μεγάλες και λυσσώδεις μάχες του εμφυλίου στον Γράμμο και το Βίτσι. Ισως και να βρέθηκαν σε απόσταση βολής ο ένας με τον άλλο ή και να αλληλοπυροβολήθηκαν. «Θέλω προτού κλείσω τα μάτια μου να επισκεφθώ τα μέρη που πολέμησα, μπορείς να με πας;», μου είπε στο τηλέφωνο η Κωσταντινιά Καρυοφίλη, και πώς μπορούσα να της το αρνηθώ; Ζήτησα και από τον κ. Ρέββα αν ήθελε να ανέβει κι αυτός στον Γράμμο και να τα πουν με έναν πρώην «εχθρό» και δέχτηκε μετά χαράς.

Η συνάντηση στο «στόμα» του Χάρου, της απόκρημνης χαράδρας, σε υψόμετρο 1.700 μ. κοντά στην Κοτύλη, όπου σημειώθηκαν ίσως οι φονικότερες συγκρούσεις, έγινε σε κλίμα συμφιλίωσης. Αφηγήθηκαν ιστορίες από τις μάχες, έδειξαν ο ένας στον άλλο τα τραύματά του. Οταν όμως η κουβέντα έφτασε στο ποιος είχε το δίκιο και ποιος το άδικο, οι δυο τους έπιασαν τα «χαρακώματα». «Ο αγώνας μας ήταν ιερός, πολεμούσαμε για ιδανικά, εσείς για ποιο σκοπό το κάνατε;», ρώτησε τον «αντίπαλο» η παλαιά αντάρτισσα και η απάντησή του ήταν: «Καλά που δεν μας κερδίσατε γιατί θα 'μασταν χαμένοι τώρα…».

Οι δυο τους περπάτησαν, υποβαστάζοντας μερικές φορές ο ένας τον άλλο, στο χείλος του γκρεμού του Χάρου (για την κατάληψή του από τον Εθνικό Στρατό χρειάστηκαν μάχες 70 ημερών στις οποίες χάθηκαν χιλιάδες ζωές και από τις δυο πλευρές και έπεσαν οι πρώτες, παγκοσμίως, βόμβες ναπάλμ). «Εδώ έγινε μακελειό. Οι στρατιώτες έκαναν εφόδους και τους θερίζαμε σαν στάχυα. Στα χαρακώματα οι συμπολεμιστές μου σκοτώνονταν σαν σπουργίτια. Πολεμούσα μέρα νύχτα βουτηγμένη σε λάσπη από χώμα και αίμα των νεκρών συναγωνιστών μου. Ο Χάρος έφαγε πολλά παλικάρια», είπε «ξεναγώντας» τον πρώην «μοναρχοφασίστα» πολεμιστή και εκείνος παραδέχθηκε πως «οι άλλοι» ήταν μεν δεινοί πολεμιστές αλλά η υπεροχή του Εθνικού Στρατού δεν άφηνε περιθώρια νίκης στους αντάρτες. «Πώς να σας βγάλουμε από τους γκρεμούς και τις σπηλιές όπου πολεμούσατε;» είπε στην αντάρτισα και εκείνη σχολίασε: «Εμείς δεν νικηθήκαμε, προδοθήκαμε από την ηγεσία μας...».

«Αφησα τα νιάτα μου εδώ»

Ρώτησα και τους δύο αν σκότωσαν ανθρώπους. Δεν απάντησαν, έδειξαν να μην αισθάνονται άνετα. Περπάτησαν στον αυχένα όπου σήμερα έχει τοποθετηθεί μια επιτύμβια στήλη στη μνήμη τεσσάρων πολεμιστών του ΔΣΕ οι οποίοι ενώπιον του κινδύνου να συλληφθούν από τον αντίπαλο βούτηξαν στον γκρεμό. Η αντάρτισσα κατευθύνθηκε βουρκωμένη στο μνημείο. «Αχ Χάρε, έγινες πραγματικός χάρος, μας έφαγες τα καλύτερα παιδιά και τις πιο όμορφες κοπέλες», αναφώνησε. Ο στρατιώτης δεν πλησίασε. Το ίδιο και εκείνη όταν αμέσως μετά επισκεφθήκαμε τη σημείο όπου μια μαρμάρινη στήλη θυμίζει τη σφαγή οχτώ χωροφυλάκων από ένοπλες κομμουνιστικές ομάδες το 1946. Δεν κατέβηκε καν από το αυτοκίνητο. «Περπατάμε πάνω σε πτώματα, δεν υπάρχει εδώ κομμάτι γης που να μην έχει από κάτω της ένα παλικάρι», ήταν η ανατριχιαστική παρατήρηση της Καρυοφίλη.

Πλησίαζε το μεσημέρι και τα μολυβένια σύννεφα από το Ιόνιο και την Αδριατική άρχισαν να συσωρεύονται απειλητικά όταν πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. «Πώς αισθάνεστε;» τους ρώτησα. «Ηταν άσχημα χρόνια, να μην ξανάρθουν ποτέ. Δεν θέλω να τα βλέπω ούτε στην τηλεόραση», απάντησε ψύχραιμα ο στρατιώτης. Η αντάρτισσα κοντοστάθηκε. Κοίταξε ανέκφραστη προς τον Χάρο και είπε. «Θέλω να κλάψω, αλλά δεν έχω δάκρυα. Θέλω να βγω και να φωνάξω, σηκωθείτε παλικάρια, αλλά η φωνή μου δεν θα ακουστεί στις γεμάτες νεκρούς χαράδρες. Αφησα τα νιάτα μου σ' αυτό το βουνό και γεύτηκα την προδοσία. Δεν πρέπει ποτέ πια να φτάσουμε σε τέτοιες καταστάσεις».

«Ησύχασε η ψυχή μου»

Στο καφενείο της Νέας Κοτύλης, ανταρτόπληκτου χωριού του Γράμμου, οι πρώην μισητοί αντίπαλοι απόλαυσαν το τσίπουρο της «συμφιλίωσης» και αποχωρίστηκαν. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα συναντηθούν, ακολουθώντας τη μοίρα της τραγικής εκείνης γενιάς που φεύγει σιγά σιγά.. «Τώρα ησύχασε η ψυχή μου», μονολόγησε καθώς επιβιβαζόταν στο αυτοκίνητο η μαχήτρια του ΔΣΕ και βυθίστηκε στις αναμνήσεις της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ