ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η γενιά του 2000 ομφαλοσκοπεί

Της Τιτικας Δημητρουλια

Αντζελα Δημητρακακη
Μέσα σ' ένα κορίτσι σαν κι εσένα
εκδ. Εστία

Λενα Κιτσοπουλου
Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.
εκδ. Κέδρος

Εύη Λαμπροπούλου
Ολα τα μήλα
εκδ. Κέδρος

Η Αντζελα Δημητρακάκη, που διδάσκει θεωρία της σύγχρονης τέχνης στο Εδιμβούργο, η Λένα Κιτσοπούλου, ηθοποιός εν Αθήναις, η Εύη Λαμπροπούλου, που δεν λέει πολλά για τον εαυτό της και ζει στη Μυτιλήνη, δεν έχουν ως πεζογράφοι πολλά κοινά μεταξύ τους, πέρα από την ηλικία και το ότι πρωτοδημοσίευσαν στη δεκαετία 1997-2006. Ανήκουν δηλαδή στη «γενιά», όπως καταχρηστικά την ονομάζουμε, των πεζογράφων (και ποιητών) του 2000, οι οποίοι μόνο γενιά εντέλει δεν είναι, αφού ελάχιστα τους ενώνουν και πολλά τους χωρίζουν.

Στα νέα τους βιβλία, προσπαθούν να παρακολουθήσουν, η καθεμιά με τον τρόπο της, τις διαδρομές των ομηλίκων τους, σε ένα κλίμα που ενσωματώνει -κατά περίπτωση- τον κοσμοπολιτισμό, μια γενικευμένη δυσφορία σε διάφορες δόσεις και εκδοχές και χρωματίζει τις σχέσεις των ηρώων τους με τους άλλους και, κυρίως, με τον εαυτό τους, όπως και μια γερή δόση ομφαλοσκόπησης, πότε βαρύγδουπης και πότε παιχνιδιάρας. Κι ενώ η ιδέα και/ή τα υλικά και/ή η κατασκευή ενίοτε παρουσιάζουν ενδιαφέρον, το πλέον ενδιαφέρον είναι η αδυναμία, τελικά, πραγμάτωσης ενός ολοκληρωμένου έργου, για λόγους που έχουν να κάνουν τόσο με την πρόσληψη της πραγματικότητας καθαυτήν, περιορισμένη και σχηματική, όσο και με την αντίληψη περί της λογοτεχνίας, συχνά απλουστευτική.

Γενικευμένο πένθος

Η Δημητρακάκη αφηγείται την ιστορία μιας τριαντάρας Ελληνοαμερικανίδας, της Κατίνας Μελά, που καταλήγει στην Αθήνα, προσπαθώντας να ξεπεράσει ένα γενικευμένο πένθος: για το θάνατο της μητέρας της· για τη συνειδητοποίηση ότι τη γνώρισε ελάχιστα· για έναν χαμένο έρωτα. Λεσβία και κόρη λεσβίας, ασχολείται με το έργο μιας μεγάλης επίσης Ελληνοαμερικανίδας λεσβίας ποιήτριας, της Θαλασσίας Υλης. Οι δυσκολίες της να προσαρμοστεί στην Αθήνα, την οποία κάποια στιγμή παρομοιάζει με την κακιασμένη γριά με τη μαύρη μαντίλα στην πολυκατοικία της, η ματιά της στα οικεία και αυτονόητα της ελληνικής πραγματικότητας, ματιά μιας ιδιαίτερης ξένης που ακουμπάει με δικαιώματα στα ελληνικά πράγματα, δίνουν μια μετατοπισμένη εικόνα της πόλης της και της χώρας που ανανεώνει και το βλέμμα του αναγνώστη.

Μετά τον φασισμό, λοιπόν, τον οποίο πραγματευόταν στο προηγούμενο βιβλίο της, η Δημητρακάκη ασχολείται στο νέο της βιβλίο με την ομοφυλοφιλία, την κατασκευή του φύλου, της ταυτότητας και του ίδιου του κειμένου. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, παρουσιάζει ένα ολόκληρο πρόγραμμα πολιτισμικών σπουδών που, πέραν των ουκ ολίγων προαναφερθέντων, διερευνά μια σειρά ζητήματα: εθνικό και υπερεθνικό, Τρίτος Κόσμος, ιεραρχίες και ανατροπές, επικαθορισμοί και ετεροκαθορισμοί, ξενότητα και εντοπιότητα. Σ' αυτά προστίθενται και τα ζητήματα που αφορούν τη λογοτεχνία: αναδοχή και υπονόμευση των γενών, της κλασικής επιστολικής και ημερολογιακής αφήγησης λόγου χάρη, συμφυρμός του πραγματικού με το πλασματικό, διερώτηση για τη δυνατότητα αντίληψης του πραγματικού, πρόθεση παρωδίας -στο βαθμό μάλιστα που η παρωδία, κατά την Τζούντιθ Μπάτλερ, απαιτεί μια συνάφεια με αυτό που παρωδεί κανείς, μια αμφιθυμική επιθυμία-, προγραμματικός μεταμοντερνισμός. Το βιβλίο κλείνει με μια ανακοίνωση της Κατίνας σε ένα συνέδριο για τη Θαλασσία Υλη και δύο συνεντεύξεις της ποιήτριας, που αναδιευθετούν όχι μόνο την πλοκή αλλά και τις κλασικότροπες αφηγήσεις της αρχής, που η συμπαράθεσή τους ήδη τις φωτίζει λοξά.

Ενώ όμως η σύνθεση του κειμένου είναι πολύ πιο στέρεη σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία της Δημητρακάκη, η υπερβολική θεωρία το τσακίζει. Δεν καταφέρνει ούτε να δέσει τόσο ώστε να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ούτε να ανοίξει όσο χρειάζεται για να προχωρήσει πέρα από μια λογοτεχνικών προθέσεων αποτύπωση θεωρητικών δογμάτων. Κυριαρχεί μια αίσθηση dj‡ vu, οι συζητήσεις και οι διαμάχες δεκαετιών για το φύλο, την ομοφυλοφιλία, την αποικιοκρατία κ.λπ. πλανώνται στον αέρα και η σημερινή συνθήκη, ζωής και τέχνης, σαν να διαλύεται στον απόηχό τους, στο δόγμα κριτικής και της λογοτεχνίας που απεργάζεται η ανακοίνωση στο συνέδριο, στη χλιαρότητα της μυθοπλασίας και του ρυθμού, σε ένα θολό ριζοσπαστισμό που διατηρεί εντέλει στενούς όσο και υπόρρητους δεσμούς με μια πολιτική ορθότητα.

Ανούσια όλα

Η Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. είναι ένα θαυματουργό χάπι αυτοκτονίας: Μην Αντιστέκεσαι, Ισοπεδώσου, Ρίξε Ολοκληρωτικό Υπνο, Λυτρώσου, Αυτοκτόνα. Σε ένα δραματικό μονόλογο (που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο την περασμένη άνοιξη), η ηρωίδα επιχειρεί να αποδομήσει τα στερεότυπα της καθημερινής υποταγής και αδιαφορίας, τα ευκταία και αυτονόητα τύπου υγεία, ευτυχία, ωριμότητα κ.λπ., την έλλειψη συνείδησης όσον αφορά την ύπαρξη, παίζοντας με τη γλώσσα και τους λόγους των υποκειμένων, ατομικών και συλλογικών. Η ηρωίδα δεν βρίσκει λόγο να ζει. Ολα γύρω και μέσα της είναι χλιαρά και ανούσια. Καταλήγει λοιπόν στον Αγιο Πέτρο, τρώει ένα γερό χέρι ξύλο επειδή αυτοκτόνησε και ενώ αποφασίζει ότι μετάνιωσε και θέλει να γυρίσει πίσω στα εγκόσμια βρίσκεται τελικά καταδικασμένη να κάνει παρέα στην Κόλαση με τον Καρυωτάκη που παριστάνει τον Τσιτσάνη.

Αβίωτη ζωή αλλά και αβίωτος θάνατος. Και ένα κείμενο που διαβάζεται πολύ εύκολα, χωρίς όμως να εντυπώνεται στον αναγνώστη και να τον πείθει. Παρ' όλη την κατ' αρχήν καλή ιδέα, τα αισθήματα παραμένουν καθηλωμένα στις λέξεις. Δεν ανάγονται σε συγκινήσεις ούτε τις δημιουργούν, αλλά και δεν παράγουν αποστασιοποίηση, όπως θα ήταν το ζητούμενο στην παρωδία. Ο ρυθμός κατρακυλάει ακανόνιστος και η εμφανώς πεποιημένη, σαρκαστική απελπισία για τη φάρσα που είναι η ζωή καταλήγει σε μια πραγματική φάρσα στο επέκεινα. Αυτό ακριβώς το γεγονός, της ολίσθησης τελικά της παρωδίας στη φάρσα εν γένει, που έχει ως αποτέλεσμα τόσο το τραγικό όσο και το κωμικό να παραμένουν μετέωρα, σε επίπεδο προθέσεων που δεν ευοδώθηκαν, αφήνει τον αναγνώστη με ένα αίσθημα αμηχανίας και ματαίωσης.

Το πριγκιπόπουλο

Τέλος, η Λαμπροπούλου μας επαναφέρει στο «Ολα τα μήλα» στο γνωστό της κόσμο. Κορίτσια που θέλουν να αγαπήσουν και να βρουν τον ιππότη τους, παράξενες μαμάδες και σούπερ γιαγιάδες, φίλες χωρίς όνομα. Κεφάλαια σύντομα με τίτλους χαριτωμενιές - για να μπαίνουμε στο κλίμα. Αφήγηση κοφτή, γρήγορη, με διαρκείς κινηματογραφικές και μουσικές αναφορές. Η ιστορία μιας κοπέλας με «ζουγκλοειδές» μαλλί και κίτρινο φουστάνι που, όντας σε μια σχέση ήδη, παίζει με έναν άντρα, τον βρίσκει, τον χάνει, ούτε ξέρει βασικά τι βρίσκει και τι χάνει, τα θέλει όλα δικά της και παραμένει, εκούσα άκουσα, στην ασφάλεια της σχέσης της, με μια γιαγιά λιγότερο. Ενοχές, περίπου αισθήματα, βόλεμα και αναζήτηση της έντασης και ο λόγος της Λαμπροπούλου, ζωηρός, κυλάει σαν νερό και σαν νερό χάνεται. Μπορεί να αναφέρει την Αννα Καρένινα, αλλά θυμίζει Μπρίτζετ Τζόουνς και Sex and the City. Και κάτω από τη μανιέρα -πλέον- του ύφους της, τόσο η ουσία όσο και η λογοτεχνικότητα ξεγλιστράνε.

Έντυπη