ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Ρέμπραντ μας αποκαλύπτει μια συνωμοσία και έναν φόνο

Της Μαριας Κατσουνακη

Για τον Πίτερ Γκρίναγουεϊ η «Νυχτερινή περίπολος» είναι το κλειδί μιας συνωμοσίας και ενός φόνου. «Είναι το έργο ενός είρωνα, επικριτικού, ίσως και εξαγριωμένου Ρέμπραντ, ο οποίος παίρνει διαδοχικά ρόλο ανακριτή, αστυνόμου και εισαγγελέα».

Από το 1642, που ο Ολλανδός ζωγράφος φιλοτέχνησε το 4ο διασημότερο ζωγραφικό έργο στον δυτικό κόσμο (όπως έχει καταχωριστεί σήμερα), η ζωή του πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Εχασε τη δημοτικότητα, την ευημερία και τη φήμη του. Οδηγήθηκε στην ένδεια, την ανέχεια, την αφάνεια. Για τον 65χρονο Βρετανό εικαστικό και σκηνοθέτη, η απάντηση βρίσκεται στον πίνακα: Αποτελεί το «κατηγορώ» του για τη δολοφονία του Πίερς Χάσελμπεργκ, διοικητή του 13ου λόχου πολιτοφυλακής του Αμστερνταμ. Μήπως τη σφαίρα έριξε ένας αριστοκράτης; Η υπόθεση είχε συνταράξει το Αμστερνταμ εκείνη την εποχή.

Πώς συνδέεται η «Νυχτερινή περίπολος» με το φόνο; Ο Γκρίναγουεϊ γύρισε μια ταινία για να το αποδείξει.

Το «Rembrandt's J' accuse» («Το κατηγορώ του Ρέμπραντ»), που προβλήθηκε χθες (και θα επαναληφθεί) στο 15ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, τις «Νύχτες Πρεμιέρας», είναι masterclass περί τέχνης, ταινία μυστηρίου, εποχής, και ντοκιμαντέρ που αποδομεί και ανασυνθέτει ένα αριστούργημα.

Πιθανά μυστήρια

Με τον ίδιο τον σκηνοθέτη να εμφανίζεται και να παραθέτει τα 31 από τα 50 πιθανά μυστήρια, η ατμοσφαιρική και άρτια αυτή παραγωγή αποκτά εύρος και πρωτοτυπία. «Ο πίνακας είναι μια πολιτική σάτιρα αλλά επίσης καλύπτει και ένα μεγάλο έγκλημα», λέει. Και δίνει το στίγμα του Ρέμπραντ, αξιοποιώντας τη φαντασία και την εκκεντρικότητά του: «Αν ζούσε θα ήταν μια διασταύρωση Μικ Τζάγκερ και Μπιλ Γκέιτς. Στα 23 του ήταν πολύ γνωστός και εξαιρετικά πλούσιος. Τα έργα του δημοφιλή στην Ευρώπη. Οταν όμως ζωγράφισε το αριστούργημά του, ξαφνικά η καριέρα του άρχισε να καταρρέει. Χρεοκόπησε».

Η καταγραφή των 31 μυστηρίων υπαγορεύει και τη δομή της ταινίας. Με ταχείς και απαιτητικούς για τον θεατή ρυθμούς «διαλύει» τον πίνακα, ερμηνεύοντας τη σύνθεση των προσώπων, την κίνηση, τη στάση, τα βλέμματά τους, συμβολισμούς «ανοίκειους» για την εποχή. Παράδειγμα: υπάρχουν δύο γυναίκες. Τι γυρεύουν ανάμεσα σε 32 άνδρες και ένα σκύλο.

Εξαντλητικές λεπτομέρειες, ιστορικά και πραγματολογικά στοιχεία, οικοδομούν μιαν εποχή, με κοινωνικές τάξεις, συνήθειες, αυστηρά τελετουργικά, κώδικες επικοινωνίας. Χορηγούς, βασιλικές οικογένειες, παραγγελιοδότες, ίντριγκες και «θεωρίες συνωμοσίας».

Ο Γκρίναγουεϊ θεατροποιεί συχνά σκηνές δίνοντας σάρκα και οστά στον Ρέμπραντ (τον υποδύεται ο Μάρτιν Φρίμαν), σε πρόσωπα που υπάρχουν ή συνδέονται με όσους αποτυπώνονται στη «Νυχτερινή περίπολο».

«Ποια είναι η εκδοχή του Ρέμπραντ;» αναρωτιέται ο σκηνοθέτης. Καταγραφή ενός ιστορικού γεγονότος; Τεκμηριωμένη πραγματικότητα; Μυθοπλαστική αναπαράσταση; Ταμπλό βιβάν, παγωμένο κινηματογραφικό πλάνο; Το έργο θα μπορούσε να εξηγηθεί με καθέναν από αυτούς τους τρόπους. Είναι μια θεατρική έκθεση, μια δραματοποιημένη αναπαράσταση, ένας θίασος με 34 ρόλους. Και 31 μυστήρια.

Ελάχιστη γεύση

Μυστήριο 6: Ο τίτλος. «Πρόκειται όντως για νυχτερινή σκηνή; Το γενικό σκοτάδι του έργου, που σχολιάστηκε από την πρώτη στιγμή, το οποίο διακόπτεται από υπερβολικές πηγές τεχνητού φωτός, μαζί με την ηλικία του πίνακα που τον έκαναν σκοτεινότερο, τον ταύτισαν με τη δράση της νέας αστυνομικής δύναμης του Αμστερνταμ... Αν και ο Ρέμπραντ, χωρίς να πρωτοτυπεί ιδιαίτερα, ίσως ήθελε να δώσει επίτηδες στο έργο του έναν καταχθόνιο αέρα για να δημιουργήσει το δράμα του με ίντριγκα, συνωμοσία και φόνο».

Μυστήριο 10: Ο λοχαγός Φρανς Μπάνινγκ Κοκ (κεντρικό πρόσωπο στο έργο). Αρχοντας του Πέρμερλαντ, δεν είχε κληρονομήσει τον τίτλο του, τον είχε αποκτήσει με γάμο. Ο πεθερός του, χωρίς αρσενικό διάδοχο, άφησε την περιουσία και τον τίτλο του σε αυτόν.

Μυστήριο 18: Η μουσική επένδυση. «Ο Ρέμπραντ είχε την ικανότητα, μέσω του ορατού, να υπαινίσσεται τον ήχο. Σε έναν πίνακά του, φτιαγμένο επί παραγγελία δύο χρόνια νωρίτερα, μια διπλή προσωπογραφία του ιεροκήρυκα Κορνέλις Ανσλο και της συζύγου του, τόνισε τη γνωστή δεινότητα του ιεροκήρυκα να συγκινεί τους ακροατές του κάνοντας εμφανή τον προφορικό λόγο. Αυτή η ικανότητα και η αντίστοιχη φήμη του Ρέμπραντ φαίνεται και στην «Νυχτερινή περίπολο», που μας εφιστά την προσοχή σε ό,τι υποτίθεται πως ακούμε. Οι πίνακες είναι συνήθως βουβοί. Ομως... Πίσω από όλα αυτά υπάρχει ένας σκοπός που σχετίζεται με την ιδέα της συνωμοσίας. Ο Ρέμπραντ θέλει να ακούσουμε...«Πυρ!»»

Η εκδοχή του αριστουργήματος

Ο πίνακας αυτός προοριζόταν να κοσμήσει τη μεγάλη αίθουσα στην έδρα της Πολιτοφυλακής του Αμστερνταμ. Περιλαμβάνει προσωπογραφία του λοχαγού Φρανς Μπάνινγκ Κοκ, καθώς και ορισμένων μελών του λόχου τυφεκιοφόρων. Το 1715, ο πίνακας μεταφέρθηκε στην αίθουσα του Στρατοδικείου, στο δημαρχείο του Αμστερνταμ, οπότε και ακρωτηριάστηκε (κατά 25 εκ.) για να προσαρμοστεί σε πιο περιορισμένων διαστάσεων χώρο. Στα τέλη του 18ου αι., τα παχιά στρώματα βερνικιού που σωρεύτηκαν με την πάροδο των χρόνων έδιναν ήδη την εντύπωση ότι πρόκειται για την απεικόνιση μιας βραδινής περιπολίας. Ο Ρέμπραντ απέδωσε την ομαδική προσωπογραφία του λόχου σαν ιστορική σκηνή. Στο κέντρο, δίπλα στον λοχαγό, ο υπολοχαγός Willem van Ruytenburgh δίνει στους στρατιώτες τη διαταγή να παρελάσουν. Γύρω του αρχίζουν ήδη να σχηματίζονται σειρές. Η παρουσία μεγάλου αριθμού από δευτερεύοντες χαρακτήρες εντείνει την αφηγηματική αξία της σύνθεσης.

- Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στη μονογραφία του Ρέμπραντ, από τη σειρά «Μεγάλοι ζωγράφοι» των εκδόσεων της «Καθημερινής».

Η ερμηνεία της εικόνας

«…«Η Νυχτερινή περίπολος» έχει μελετηθεί, εξεταστεί και αναλυθεί ατελείωτα. Και θεωρείται γεμάτη μυστήρια. Οπως πάντα, η ιστορία και ο χρόνος μετριάζουν, μεγαλοποιούν, παραποιούν… ή ανασυνθέτουν το πλαίσιο των πάντων, τουλάχιστον μιας εικόνας, ενός πίνακα. Τουλάχιστον εκείνων των εξαιρετικών πινάκων που έχουν γίνει πρότυπα για τις κοσμοθεωρίες μας, που έχουν διαμορφώσει τις αντιλήψεις μας. Βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια αυτών που φτιάχνουν τις εικόνες μας, Και, για περισσότερα από 2.000 χρόνια, αυτοί ήταν σχεδόν αποκλειστικά ζωγράφοι.

Ο περισσότερος κόσμος είναι οπτικά αδαής. Και γιατί όχι, άλλωστε; Ο πολιτισμός μας βασίζεται στο κείμενο, που εκτιμούμε περισσότερο από την εικόνα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που έχουμε χαμηλής ποιότητας κινηματογράφο. Μόνο και μόνο επειδή έχουμε μάτια, δεν σημαίνει ότι μπορούμε να δούμε. (…)

Στον πολιτισμό μας, πολύ λίγος κόσμος διαθέτει χρόνο και διάνοια για να διαβάσει έργα ζωγραφικής σε σχέση με όσους διαβάζουν κείμενα. Η εξελιγμένη επικοινωνία μας βασίζεται στο κείμενο, τον προφορικό ή γραπτό λόγο. Κατά συνέπεια, στον πολιτισμό μας, η ερμηνεία της κατασκευασμένης εικόνας είναι ατροφική, ανενημέρωτη και χαμηλής ποιότητας. Ο,τι βλέπουμε είναι όντως ό,τι βλέπουμε ή μήπως ό,τι θέλουμε να δούμε;».

Έντυπη