ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

«Γράφω για να βρω σωτηρία και ηρεμία»

Συνέντευξη στη Μαργαριτα Πουρναρα

«Ποιος είναι τελικά ο Αλέν Ντε Μποτόν; Ενας ψευδο-ποπ φιλόσοφος που γράφει τα προφανή, ή ένας από τους λαμπρότερους συγγραφείς του καιρού μας;» αναρωτιέται η δημοσιογράφος του «Γκάρντιαν», Λιν Μπάρμπερ, σε μια πρόσφατη συνέντευξη με τον εβραϊκής καταγωγής Ελβετό, που ζει μόνιμα στη Βρετανία. Ο Μποτόν που επισκέπτεται τη χώρα μας, προσκεκλημένος της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης και των εκδόσεων Πατάκη για να παρουσιάσει το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Οι χαρές και τα δεινά της εργασίας» σε μια διάλεξη στις 12 Νοεμβρίου (8.30 μ.μ.), στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», έχει πολύ περισσότερους θαυμαστές από εχθρούς.

Τα βιβλία του «Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου», «Η τέχνη του ταξιδιού», «Η αρχιτεκτονική της ευτυχίας», «Η μικρή φιλοσοφία του Ερωτα» κ.ά. εστιάζουν σε βαθιά υπαρξιακά θέματα, με τρόπο προσιτό, με οξυδέρκεια και χιούμορ. Οσο και αν τον κατηγορούν για υπεραπλούστευση ή εκλαΐκευση, ο συγγραφέας με τη βαθιά παιδεία έχει καταφέρει κάτι αξιοθαύμαστο: προσφέρει γοητευτικά αναγνώσματα self help όχι με το εύπεπτο περιτύλιγμα του Πάολο Κοέλιο, αλλά με τη διάθεση να κάνει τον αναγνώστη φίλο με τον Σωκράτη, τον Νίτσε και τον Μοντένιο. Ο συγγραφέας μιλά στην «Κ» για τους λόγους που τον έστρεψαν στη φιλοσοφία και το γράψιμο, την προσωπική του πορεία, την αίσθηση που αποκόμισε από τους σύγχρονους Ελληνες και το πιο πρόσφατο εγχείρημά του, το «Σχολείο της Ζωής».

Προυστ και Μοντένιο

Γιος ενός αυτοδημιούργητου βαθύπλουτου τραπεζίτη που γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και σταδιοδρόμησε στην Ελβετία, αλλά δεν ήταν πολύ τρυφερός με τα παιδιά του, ο Μποτόν μεγάλωσε σε ένα ιδιαίτερο περιβάλλον: «Ημουν τυχερός στα παιδικά μου χρόνια, να συναντήσω ανθρώπους, που θεωρούσαν ότι είναι σημαντικό να καταπιαστεί κανείς με τη συγγραφή. Ο ίδιος ο πατέρας μου ήταν βαθιά καλλιεργημένος και παρότι είχε ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις, ερχόταν σπίτι το απόγευμα και διάβαζε Προυστ και Μοντένιο. Το μεγαλύτερό του όνειρο ήταν να γίνει συγγραφέας και υποψιάζομαι ότι, όπως πολλοί γιοι, μπήκα στον πειρασμό να πραγματοποιήσω το απωθημένο του, χωρίς όμως να μοιάζουμε σαν χαρακτήρες. Η ελπίδα μου ήταν να κερδίσω τον σεβασμό του, δίχως να προκαλέσω ευθέως τον ανταγωνισμό».

Ο Μποτόν κληρονόμησε από τον πατέρα του ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, που δεν άγγιξε ποτέ και ζει με τα χρήματα που κερδίζει από τα βιβλία του, ενθυμούμενος ίσως ακόμα τις δύσκολες σχέσεις με τον γονιό του. «Θεωρώ ότι αν είχα μια πιο προνομιακή συναισθηματικά παιδική ηλικία δεν θα είχα γίνει συγγραφέας. Το γράψιμο για εμένα είναι ένα είδος αυτοθεραπείας, είναι ένας τρόπος να βρίσκω ισορροπία και αρμονία. Η ελπίδα μου -τώρα που είμαι και εγώ πατέρας- είναι να μεγαλώσω παιδιά που δεν χρειάζεται να σκέφτονται, να διαβάζουν και να γράφουν τόσο πολύ όσο εγώ. Πιστεύω ότι η σφαίρα της διανόησης είναι μια μορφή καταφυγίου που μαρτυράει συχνά μια συναισθηματική ανισορροπία. Αν ήμουν πιο ελεύθερος στο μυαλό, μπορεί να είχα γίνει αρχιτέκτονας. Είναι το μόνο επάγγελμα που λυπάμαι που δεν έκανα. Η γραφή με βοηθά να ηρεμώ.

Γράφω άρα θεραπεύομαι...

Οι ιδέες από τη στιγμή που περνούν στο χαρτί βρίσκουν ένα αίσθημα γαλήνης όσο δύσκολες και αν είναι. Είμαι στον αντίποδα του ακαδημαϊκού γραφιά, που πιάνει την πένα μόνο και μόνο για να εξασκήσει το νου του. Γράφω για να βρω σωτηρία και διανοητική ηρεμία. Γι' αυτόν τον λόγο τα βιβλία μου προσελκύουν αναγνώστες, επειδή κάποιοι διαισθάνονται πως ό,τι γράφω προέρχεται από την καρδιά μου και όχι από το μυαλό μου».

Σε μία από τις παλαιότερες τηλεοπτικές του εμφανίσεις, ο Μποτόν ταξίδεψε στην Αθήνα, έκανε βόλτες στην Πλάκα και μίλησε για τον Σωκράτη που απ' ό,τι λέει με χιούμορ είναι ο μόνος φιλόσοφος που φιγουράρει σε μαγνητάκι για το ψυγείο: «Οι σύγχρονοι Ελληνες αισθάνονται εντελώς διαφορετικά από τους προγόνους τους. Είναι μάλλον ρομαντικό να τους αποδίδει κανείς ιδιότητες που χαρακτήριζαν τους Ελληνες του 5ου αιώνα π.Χ. Είναι σαν να έρχεται κανείς στη Βρετανία και να περιμένει να βρει σαιξπηρικούς χαρακτήρες. Εντούτοις, υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά που έχουν επιβιώσει όπως η αγάπη προς τη συζήτηση, η διάθεση να διατυπώνει κανείς ευθείες ερωτήσεις».

Κοσμοπολίτης φύσει και θέσει, ο Μποτόν ταξιδεύει συνεχώς νοερά ή πραγματικά: «Θεωρώ ότι το σπίτι μου είναι στην Αγγλία. Εχω όμως πολλές φανταστικές πατρίδες, όπως η Ολλανδία, η Γαλλία, η Ελβετία, η Ιαπωνία, η Αυστραλία και η Ελλάδα. Κάνω πολλά ταξίδια με τη φαντασία μου. Το διάβασμα είναι οπωσδήποτε ένας τρόπος να συμπληρώνεις το βίωμα. Η φρικτή αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν νιώθω μεγαλύτερη ευτυχία από το να βρίσκομαι μόνος στο δωμάτιό μου με μερικά βιβλία. Αν όμως το έλεγα αυτό στους αγαπημένους μου ανθρώπους θα με έλεγαν αχάριστο», λέει ο συγγραφέας που είναι παντρεμένος και πατέρας δύο γιων.

Ενα από τα πιο ερεθιστικά εγχειρήματα του Μποτόν είναι ότι πέρασε το καλοκαίρι μια εβδομάδα στην αίθουσα αναχωρήσεων του Τέρμιναλ 5 στο Χίθροου, γράφοντας εκεί ένα ολόκληρο βιβλίο: «Στο Χίθροου για πρώτη φορά απήλαυσα τη δημόσια πλευρά της γραφής όταν αποδέχθηκα την πρόταση για ένα ρέζιντενς στο πιο πολυσύχναστο αεροδρόμιο της Ευρώπης.

Το πραγματικό πρόβλημα των αεροδρομίων είναι ότι πηγαίνουμε εκεί μόνο όταν έχουμε δουλειά και επειδή είναι τόσο δύσκολο να βρούμε το γκέιτ δεν πολυκοιτάμε γύρω μας. Κι όμως. Τα αεροδρόμια οπωσδήποτε αξίζουν ένα δεύτερο βλέμμα και είναι τα κέντρα του σύγχρονου κόσμου μας.

Συγκεντρώνουν όλα τα ενδιαφέροντα θέματα της σύγχρονης ζωής. Εδώ βλέπεις στην πράξη την παγκοσμιοποίηση, την περιβαλλοντική καταστροφή, τον καταναλωτισμό, την κατάρρευση του θεσμού της οικογένειας».

Ψευδαίσθηση πλήρωσης στους χώρους εργασίας

Από τους πιο ενδιαφέροντες προορισμούς του, ως νέος Τοκεβίλ, οι ΗΠΑ: «Η σύγχρονη Αμερική είναι ένας τραυματισμένος τόπος, μια χώρα που έχει τοποθετήσει το χρήμα και τις επιχειρήσεις στον πιο νευραλγικό της πυρήνα και βλέπει αυτούς τους πυλώνες της, ταυτότητές της, να δοκιμάζονται όπως δεν έχουν ξαναδοκιμαστεί στο παρελθόν. Είναι μια χώρα που λατρεύει την επιτυχία και δεν ξέρει πώς να προσεγγίσει την αποτυχία». Βασισμένος σε αυτό το συμπέρασμα, ο Μποτόν πήρε το έναυσμα να γράψει και το τελευταίο του βιβλίο για τις χαρές και τη θλίψη της εργασίας, η έκδοση του οποίου συνέπεσε και με την ύφεση.

«Μία από τις παρήγορες διαπιστώσεις μου ήταν πόσο πρόσφατη και ιστορικά φιλόδοξη είναι η ιδέα ότι οι δουλειές μας πρέπει να μας δίδουν ευτυχία σε καθημερινή βάση. Το πιο παράξενο πράγμα στο σύμπαν της εργασίας δεν είναι οι ατέλειωτες ώρες που περνάμε εκεί ούτε η τρομερή τεχνολογία που χρησιμοποιούμε πια, αλλά το ψυχολογικό τμήμα της δουλειάς. Αντιμετωπίζουμε την εργασία με την απαίτηση ότι θα μας δημιουργήσει μια αίσθηση πλήρωσης. Το πρώτο πράγμα που ρωτάμε έναν άνθρωπο που μόλις γνωρίζουμε δεν είναι από πού κατάγεται, αλλά τι δουλειά κάνει, υποθέτοντας ότι αυτό θα μας μαρτυρήσει την ουσία της ταυτότητάς του. Ας θυμόμαστε όμως ότι η ταυτότητά μας δεν χωρά στις δύο γραμμές της μπίζνες καρτ, ότι ήμασταν άνθρωποι πολύ πριν γίνουμε εργαζόμενοι και ότι θα είμαστε ανθρώπινα όντα ακόμα και όταν συνταξιοδοτηθούμε».

Το σχολείο της ζωής

Εκτός από τις διαλέξεις και τη συγγραφή ο Μποτόν ασχολείται με τη διδασκαλία της φιλοσοφίας: Ιδρυσε μάλιστα το Σχολείο της Ζωής, όπου οι Λονδρέζοι βρίσκουν τρόπο να αντιμετωπίζουν τα θέματα που τους απασχολούν στη ζωή τους. «Ενα από τα οξύμωρα της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας είναι ότι υπάρχουν χιλιάδες επιχειρήσεις που μπορούν να σου πουλήσουν καφέ ή πιτζάμες αλλά ελάχιστες που προσφέρουν κάτι ευεργετικό για το μυαλό. Η εκπαίδευση που απευθύνεται στο γενικό κοινό, πραγματοποιείται σε θλιβερά κτίρια από ανθρώπους που μας θυμίζουν συνεχώς γιατί η ακαδημία σήμερα είναι συνώνυμη της πλήξης και της αποστασιοποίησης.

Το Σχολείο της Ζωής, που παραδίδει μαθήματα σχετικά με ερωτήματα που μας απασχολούν στην καθημερινή μας ζωή, μιλά για την καριέρα, την πολιτική, τις ανθρώπινες σχέσεις, την οικογένεια. Ενα απογευματινό μάθημα λ.χ. μπορεί να καταπιάνεται με το πώς να χειριστούμε μια κρίση στη δουλειά ή πώς να φερθούμε στον πρώην εραστή/σύζυγο. Για τον μέσο ντροπαλό Βρετανό, είναι σημαντικό να έχει ένα Ινστιτούτο όπου να μπορεί να πηγαίνει για θεραπεία και που αντιμετωπίζει την ιδέα της θεραπείας ως κάτι φυσιολογικό, όπως κάποιος θα πήγαινε στον κουρέα του για να κόψει τα μαλλιά του».

Δημοσιογράφοι, οι ιστορικοί του παρόντος

Το τελευταίο βιβλίο του Μποτόν έλαβε κακή κριτική από τους New York Times. Ο συνήθως ήπιος και γλυκός Ελβετός ξέσπασε εναντίον του δημοσιογράφου εξαπολύοντας κατάρες στο Διαδίκτυο, με το οποίο έχει άριστες σχέσεις και κάθε τόσο γράφει αποφθέγματα στο Τουίτερ. Λίγο αργότερα, δήλωσε μετάνοια. Ο ίδιος πάντως, χωρίς να αναφέρεται στο γεγονός, υπογραμμίζει πόσο σημαντική είναι η καλή δημοσιογραφία. «Η πεμπτουσία ενός καλού δημοσιογράφου είναι να δώσει στον αναγνώστη να καταλάβει πώς λειτουργούν τελικά τα πράγματα. Ο κόσμος μας είναι ένα μυστήριο μέρος και οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι σε θέση να καταλάβουν τι γίνεται. Πώς για παράδειγμα λειτουργεί σήμερα η αλιεία, πώς λειτουργεί ο Λευκός Οίκος, πώς είναι η ζωή των Παπούα στη Νέα Γουινέα. Υπάρχουν τόσα ερωτήματα και πάντα θα έχουμε ανάγκη τους ιστορικούς του παρόντος, δηλαδή τους δημοσιογράφους».

Ποιος είναι

Ο συγγραφέας, που γεννήθηκε το 1969 στη Ζυρίχη, ζει σήμερα στο Λονδίνο. Εχει γράψει τα βιβλία «Μικρή φιλοσοφία του έρωτα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2003), «The Romantic Movement» (1994) και «Kiss and Tell» (1995). Η πρώτη μεγάλη του επιτυχία ήταν «Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου» (1997, ελληνική έκδοση 2002), που έχει μεταφραστεί μέχρι στιγμής σε δεκάδες γλώσσες κι έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα. Συνέχισε με την «Τέχνη του ταξιδιού» (2002), «Περί του κοινωνικού status» (2004) και την «Η αρχιτεκτονική της ευτυχίας» (2006, ελληνική έκδοση 2007). Ολα του τα βιβλία κυκλοφορούν στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Έντυπη